ΦΙΛΕ ΝΑ’ ΞΕΡΕΣ ΤΙ ΜΟΥ ΘΥΜΗΣΕΣ.

42222875_2116016801750737_3373078833933582336_n

του Μάκη Μανέτα

Σαν μελίσσι βούιζε το παιδομάνι στο συνοικιακό χαρτοπωλείο.
Ζωηρά κορίτσια τα περισσότερα εξέταζαν προσεχτικά και χαρούμενα τα καλούδια του σχολικού εξοπλισμού της χρονιάς που ξεκίνησε,βιβλία,τετράδια,κραγιόνια πολύχρωμα όλα στο πνεύμα της εποχής στις επιταγές της επιβαλόμενης μόδας και των παραγγελμάτων της τηλεόρασης.
Τ’ άγόρια λιγότερα δεν φαινόταν να απολαμβάνουν τόσο σαν να βαριόταν φαίνοταν
Ακόμα και οι γόμες σήμερα μυρίζουν αρώματα από φυτά ή κολόνιες..
Παλιά κείνο που μοσχοβόλαγε ήταν το ξυμένο μολύβι -κάτι μαύρα μακρουλά τσέχικα-που σαν τά κοβε το ξυράφι
Οι νεαρές μανάδες περιποιημένες ,προσεχτικά ντυμένες φρόντιζαν να μη λείψει τίποτα στα βλαστάρια τους και συμβούλευαν η μιά την άλλη φωναχτά γιά τα φροντιστήρια και τους δασκάλους καθώς κι εξηγούσαν τη δυσκολία να παρκάρουν σαν γυρνάνε άσκοπα τ’απογέματα από άχρηστα φροντιστήρια κενής και Παπαγαλίστικης «παιδείας»
Κι άν λείψει τίποτα παραπέμπουν στον πατέρα.
Τον πατέρα που όλα τα μπορεί.
Κείνο το ζευγάρι μπήκε αθόρυβα και διακριτικά κρατημένο χέρι-χέρι.
Δεν μοιάζαν πατέρας και γυιός .αλλά είχαν το ίδιο κούρεμα που συνηθίζουν οι αδερφοί Σκιπηταραίοι γείτονες απεναντί μας.
Από το σβέρκο ώς τους κροτάφους με τη ψιλή κι αφημένη μιά τούφα μπρός στο μέτωπο.
Κείνος μόλις θά’χε σκολάσει ,φόραγε ακόμα τα ρούχα της δουλιάς.
Μιά φόρμα που ήταν κάποτε μπλέ ,γεμάτη ξεραμένες μπογιές.
Ο μικρός τριγύρναγε σα σβούρα και τα έξυπνα μάτια του τριγύρναγαν θαμπωμένα στα φανταχτερά εκθέματα,
τον έσερνε από τα χοντρά του ταλαιπωρημένα δάκτυλα να του δείξει αλλά ο άλλος είχε το βλέμμα ψηλά στο ταβάνι .
Δεν ήθελε να δείξει πως αναμετριόταν με τη σκληρή στερημένη οικονομική πραγματικότητα κι ότι οι ανάγκες κι επιθυμίες του παιδιού δεν μπόραγαν να ικανοποιηθούν πλέρια.
Κάτι θα λειπε απ’ τη χαρούμενη συλλογή , δε μπόραγε.
Οι μανάδες βρίσκουν ξύπνιες κι ετοιμόλογες ,τρόπο και τραβάνε τα παιδιά από τις βιτρίνες γιά τους πατεράδες είναι δύσκολο τούτο άν όχι ακατόρθωτο.και κείνος έσκυψε κάτι ψυθίρισε στου μικρού τ’αυτί κι αποσύρθηκε έξω ,κάθισε σ’ενα πεζούλι και περίμενε με έκφραση παγωμένη και σκοτεινή.
Το περιστατικό με πήγε χρόνια πίσω .
Τότε που ένας άλλος ανήμπορος ,μεροκαματιάρης πατέρας είχε πάει με το γυιό του στου Λυκούδη να αγοράσουν μπλέ χαρτί γιά να ντύσει τα τετραδιά του και μιά πλάκα ιχνογραφίας.
Υπήρχαν τόσα όμορφα πολύχρωμα μολύβια εκεί ,βιβλία για εξερευνήσεις και ιστορίες με ιππότες και λάμες ξυλογλυπτικής από τις στρογγυλεμένες που δεν κόβοταν εύκολα όταν θερμαίνονταν στο ξύλο θα τ’ άπλωνε και θα ομόρφαιναν το μικρό του γραφειάκι που ήταν ένα αναποδογυρισμένο τελάρο με καρφωμένο μ’ ένα κομμάτι χάρμποτ από πάνω..
Και τότε κείνος ήταν με τα ρούχα της δουλιάς κι είχε διπλώσει τη μαστορική του τη ποδιά πού’χε κρυμένο το πορτοφόλι του γιατί δε προλάβαινε ν’αλλάξει .
Και τότε πάλι τα ‘οβολα λείπανε και είχαν φύγει πικραμένοι κι οι δυό.
Σκυφτοί και ξένοι από ένα τόπο χαράς.
Κύρια ο πατέρας γιατί αυτός «δεν τα μπόραγε όλα» και φαινόταν σωριασμένος στα μάτια του παιδιού
‘Οχι τόσο γιά όσα έλειψαν ,αλλά γιατί η κοπέλλα του μαγαζιού μας έκανε παρατήρηση επειδή μύριζε κείνη η ποδιά .
Όσμές βαρειές από τα πετσιά του βυρσοδεψείου που δούλευε τότε ο πατέρας .
Στο νέο λιμάνι βρισκόταν ανάμεσα από τα δυό ξενοδοχεία. πρίν ακόμα ξεκινήσουν οι πρώτες πασαλοπήξεις για το τελωνείο.
Μύριζε ο τόπος ολάκερος, πόσο μάλλον η εργατιά που δηλητηριάζονταν κεί μέσα.
Γκρεμίστηκαν κείνα τα κτίρια στα μέσα του ’60.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.