Tarantella LetteratouRa

 


 

47032336_2216302571722159_465775270377291776_n

ΟΧΙ ΑΛΛΟ ΒΕΡΤΗ !!
φέρτε πίσω τον ΠλιατσικάΜας

30/11/2018

Σαν την μορφή Του θωρώ το έξω μου εισχωρεί στο μέσα μου θλίψεις κουβαλώντας παλαιών γενεών προγόνων πρωθύστερων κλαυθμών καταλήξεις μου είναι απολύτως φανερό κορυφώνω στο δέρμα μου απολήξεις νεύρων μυώνων σπασμούς που δε μου ανήκουν καύσους περιπαθείς αντηχήσεις στεναγμών εμβοηθέντων
κορυφώνεις τους ήχους με τις σκέψεις μου και πάλι σε ασυνάρτητη σύνδεση σύνθεση του εντός.
Που τον έχετε εξαφανίσει αυτόν τον θείο πλάνητα
φάντασμα αρχέτυπης μοναξιάς που πετρώνει το ειναι
σπειροειδώς ή ολοφρόνως καραδοκεί
Τον ήλιο βάρβαρων μπασταρδεμένων όρκων.
Έχοντας αντιστρέψει την αντιστροφή ανασχετικώς
εκεί όπου ενθουσιασμός της εξεγέρσεως δεν αφορά
παρά μονον αυτόν τον νυμφίο όπου ερχεται τον Πλιατσικα.

—————————————————————————————————————————————–

ljkpoi

 

Η ΥΠΕΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
στα διήγηματα του Τάσου Λειβαδίτη

TaRantella LetteRatuRa vi@ Φονικό Κουνέλι

30/11/2018

Ο Τάσος Λειβαδίτης είναι γνωστός στους περισσότερους ανάμεσά μας για τα ποιήματά του. Ωστόσο το 1966 κυκλοφόρησε μια συλλογή με διηγήματα του Λειβαδίτη, τιτλοφορούμενη «Το Εκκρεμές». Αγνοώντας το ύφος και το περιεχόμενο που θα μπορούσαν να έχουν τα πεζά του, ξεκίνησα να διαβάζω τη συλλογή – και ήδη από τις πρώτες δύο σελίδες είχα απορροφηθεί. Ιστορίες βγαλμένες από κάποια υπερρεαλιστική πραγματικότητα, ισορροπώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, το λογικό και το παράλογο, την ψυχροπολεμική παράνοια των καιρών και την ελληνική πραγματικότητα, τον Ντοστογιέφσκι και τον Κάφκα, τα διηγήματα του Λειβαδίτη σε απορροφούν
στη δίνη μιας πραγματικότητας ιδωμένης μέσα
από έναν παραμορφωτικό καθρέπτη.
Ή μήπως είναι η πραγματικότητα παραμορφωμένη
και ο καθρέπτης φυσιολογικός;
Σήμερα σας παρουσιάζουμε ένα από αυτά τα διηγήματα, ο τίτλος του οποίου είναι
«Το Ύποπτο Χέρι».
Θέμα της ιστορίας είναι ένας καθημερινός άνθρωπος, υπάλληλος σε μια τράπεζα, που μια μέρα διαπιστώνει πως το χέρι του έχει μεταμορφωθεί σε χέρι πιθήκου. Φοβισμένος από αυτή την αλλαγή, αδυνατώντας να δώσει κάποια εξήγηση, προτού φτάσει να συναναστραφεί
άλλους ανθρώπους και να κάνει τις καθημερινές του εργασίες, αισθάνεται την ανάγκη να αποκρύψει την τρομακτική αυτή παραμόρφωση…
Η σκυτάλη στον Τάσο Λειβαδίτη. Μεταφερόμαστε σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, τις μικρές ώρες πριν το ξημέρωμα…

Για να διαβάσετε το διήγημα κάνετε ΚΛΙΚ στην εικόνα.
https://www.tofonikokouneli.com/…/leivaditis-ypopto-xeri.ht…

—————————————————————————————————————————————–

46641087_2207489425936807_5578510902245720064_o

ΔΙΚΤΑΤ-ΟΡΚ

Τarantella LetteratuRa vi@Κομπλεξικό

24/11/2018

Δικτάτορκ:

συμπλεγματικό υποκείμενο το οποίο,
αφού προηγουμένως καταφέρνει να αποκτήσει
διά της βίας τη διακυβέρνηση μιας χώρας,
περιορίζει κάθε ατομική ελευθερία,
και, μέσω προπαγάνδας,
επιτυγχάνει να τον υπακούει και να τον λατρεύει
ένα πλήθος από χαμηλής ηθικής και πνευματικής υποστάθμης άτομα, με τον ίδιο περίπου τρόπο
που τα ΘΡΚ λάτρευαν και υπάκουαν τον ΣΑΟΥΡΟΝ στο δημοφιλέστερο έργο του Τ. Ρ. Ρ. Τόλκιν,
επειδή ο Μεγάλος Μάγος
«έφτιαξε δρόμους»,
«χάρισε τα χρέη στους αγρότες»,
και τους παρείχε την ψευδαίσθηση
ότι μπορούν να «κοιμούνται με τις πόρτες ανοιχτές»,
υπό την προϋπόθεση ότι όσο είναι ξύπνιοι
θα κρατούν τα στόματα τους κλειστά
και το κεφάλι τους σκυφτό.

(αδημοσίευτο —και μποχουντικό— λήμμα)


 46724543_2205928829426200_2923652051625836544_n

Ο ΜΑΥΡΟ-ΠΑΡΑΣΚΕΥ-ΑΓΟΡΙΤΗΣ
(ορισμός)

ΤaRantella LetteratuRa vi@ Κομπλεξικό

23/11/2018

Μαυροπαρασκευαγορίτης:
επιτήδειος έμπορος
ο οποίος, εκμεταλλευόμενος
την αφέλεια και την περιορισμένης χωρητικότητας
μνήμη ορισμένων καταναλωτών,
τους κάνει ευτυχισμένους πουλώντας τους αγαθά
που δεν καλύπτουν καμία βασική τους ανάγκη,
και χρεώνοντας τους τα μισά χρήματα
από την τιμή την οποία ο ίδιος ορίζει
για αυτά τη συγκεκριμένη ημέρα
(Μαύρη Παρασκευή),
και η οποία είναι διπλάσια τόσο από την τιμή
που τα πουλάει την προηγούμενη ημέρα
(Μαύρη Πέμπτη),
όσο και από στην τιμή που τα πουλάει την επόμενη (Μαύρο Σάββατο).

(αδημοσίευτο —και καταναλωτοφαγικό— λήμμα)

—————————————————————————————————————————————-

 46518768_2204493119569771_9170570640925655040_n

ΜΑΥΡΟ ΠΑΡΑΣΚΕΥΒΛΙΤΟ

Tarantella LetteratuRa vi@ Κομπλεξικό

22/11/2018

Μαύρο παρασκεβλίτο:
είδος καταναλωτή
το οποίο διαθέτει τη νοημοσύνη
εύπιστου ζαρζαβατικού,
και μια φορά το χρόνο
αλληλοσπρώχνεται με ομοίους του
προκειμένου να αγοράσει αντικείμενα
που νομίζει ότι χρειάζεται,
σε τιμές που, όσο χαμηλές και να είναι,
θα βρίσκονται και πάλι υπερβολικά ψηλά
σε σχέση με το πόσο χαμηλά
καταδέχεται να πέσει εκείνος
κατά την προσπάθειά του
να νοηματοδοτήσει
τη μάλλον θλιβερή του ύπαρξη.

(αδημοσίευτο —και μαυροπαρασκευαγορίτικο— λήμμα)

—————————————————————————————————————————————–

 46485791_2203083489710734_1335769828744495104_n

ΠΑΓΕΡΟΚΟΜΕΙΟ
(ορισμός)

TaRantella LetteratuRa -Lexikon vi@ Κομπλεξικόν

21/11/2018

Παγεροκομείο:

Ψυχρό ίδρυμα στάθμευσης ηλικιωμένων ανθρώπων
από τους απογόνους τους,
μέχρι την ημερομηνία λήξεως της σύμβασής τους
με τον Πάνω Κόσμο.

—————————————————————————————————————————————–

44339089_2152747348077682_3235162284393234432_n

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΚΑΜΕΙ ΞΑΣΤΕΡΙΑ

της Ευθυμίας Χριστοδουλοπούλου *

18/10/2018

Κάθε μέρα, συνειδητοποιείς, πως οι μη συγκλίνουσες απόψεις με την υπάρχουσα τάξη, μπορούν να θεωρηθούν παράλογες και υπερβολικές, ακόμα και υστεριάζουσες, ενώ η επιβεβλημένη θεώρηση του κόσμου ανηφορίζει (αντί να κατηφορίζει) στα τάρταρα του φασισμού.
Ο εκφασισμός της κοινωνίας, πλέον, είναι απόλυτα σαφής, σε κάθε βήμα μας. Στο πως αντιμετωπίζεται μία γυναίκα σε μία συζήτηση, στο πως βλέπουν οι άνθρωποι το διαφορετικό και ας ισχυρίζονται ότι δεν έχουν πρόβλημα με αυτό, στο πως εκφέρουν τις λέξεις που χρησιμοποιούν και ακόμα και στο ποιες λέξεις χρησιμοποιούν.
Παρατηρείται στις ανούσιες συζητήσεις τους, στον τρόπο που βλέπουν τον έρωτα, την αγάπη, την συντροφικότητα, την αλληλεγγύη.
Φαίνεται στα συννεφάκια πάνω από το κεφάλι τους, μπορείς να δεις τις σκέψεις τους να αιωρούνται και παρόλο που ξέρεις πως δεν μπορείς να εμβαθύνεις σε αυτά τα συννεφάκια και ίσως ούτε θες, τελικά, απορείς.
Και αναρωτιέσαι, αν είναι άνθρωποι που είναι φασίστες, ανίδεοι, άνθρωποι που δεν έχουν ασχοληθεί σε βάθος με τον άνθρωπο και την πραγματικότητα, άνθρωποι που δεν οραματίζονται ή απλά αδιάφοροι ως προς όλα; Σίγουρα, υπάρχουν διαβαθμίσεις στο πως βλέπει ο καθένας το καθετί, αλλά οι βασικές αρχές του ανθρωπισμού, προφανώς, δεν συγκαταλέγονται σε αυτές, άρα αυτό από μόνο του είναι αποτρεπτικό στο να θες να συμβαδίσεις και να συμπορευτείς μαζί τους.
Πώς θα συμβαδίσεις με αυτόν τον κόσμο, με τι κουράγιο θα τους κοιτάς κάθε μέρα; Γιατί η πραγματικότητα, δεν είναι στους ανθρώπους που επιλέγουμε να είναι δίπλα μας, αλλά κυρίως σε αυτούς που βρίσκονται σε χώρους που αναγκαζόμαστε να συνυπάρχουμε.
Ξέροντας πως ο αγώνας είναι όμως εκεί κυρίως, αρνείσαι να παραδώσεις τα όπλα. Από την άλλη, αναρωτιέσαι για πόσο θα αντέχεις να το συνεχίζεις.

Μέχρι να κάμει ξαστεριά, μάλλον…

* Έχει δημοσιευθεί στο tetaropress.gr

——————————————————————————————————————————————-

 swdsda

ΘΩΝΕΙ ΜΕ ΤΑ ΙΓΓΛΕΔΙΚΑ !!!

15/10/2018

Ο ισπανόφωνος κόσμος γιορτάζε προxθές την ιδιαιτερότητά του,
Αλλά δεν είναι ενιαίος και δεν έχει μόνο μία ταυτότητα.
Λίγοι κόσμοι έχουν να δείξουν τέτοια κουλτούρα και τόσο πλούτο,
δίπλα σε τόση φτώχια και δυστυχία συσσωρευμένη.
Η αγγλοσαξωνική παγκοσμιοποίηση και στη γλώσσα και τον πολιτισμό έχει οδηγήσει στα οργουελικά επίπεδα της σήμερον.


 TaRantella LetteRatouRa

KAI ΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ
(ο λ ί γ η )

9/10/2018

Ανιχνεύσαμε και βρήκαμε τις αναφορές του ποιητή του απέραντου
γαλάζιου της Ίου της Σίκινου της Μήλου , των βράχων της Οξώπετρας
και του άρματος του Ήλιου του Ηλιάτορα που μέσα σέ όλες αυτές τις
εικόνες που Ελλάδα μας πλημμυρίζουν προσέθεσε και τη τσίκνα των
καρβουνιασμένων ξυγκιών την άκαυτη βάτο τη μυρωδιά την αιθέρια
σαν το μαχαίρι το δαμασκηνό του Κόφτη του Μικρού του Μέγα τον
ογκο κοψιδίων αφοπλίζει και η μπετονιέρα σκυροδετεί τα θεμέλιά
μου στα βουνά και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους.

—————————————————————————————————————————————–

43206913_2135212923164458_5485666370869788672_n

MIA MΠΥΡΑ KANONIKH*

του Δημήτρη Βεργίνη

6/10/2018

Τώρα ποιον κοροϊδεύουμε;
Έχει μπύρα κανονική ετούτο το φθινόπωρο;
Τι θέλουμε να πούμε;
Ότι θα βρούμε μια μπάρα,
θα τραβήξουμε δυο σκαμπό και θα πλησιάσουμε αρχίζοντας να μιλάμε για θέματα ακίνδυνα που αφήνουν όμοιο το ρυθμό στο αίμα των παράξενων όντων ετούτου του πλανήτη;
Τι θέλουμε να υποστηρίξουμε;
Ότι υπάρχει τέτοια κλωστή έτοιμη να ενώσει εύκολες λέξεις, αθώα αγγίγματα και βλέμματα δίχως δεύτερες αναγνώσεις;
Έλα καλέ…

Μπύρα κανονική
είναι η αδυναμία στην εύρεση
κι η αδιαφορία στη συνεύρεση.
Είναι η διακριτή γραμμή ανάμεσα στο “αντέχω”
και το
“καιρό μετά επιλέγω να μην αντέχω”.
Μπύρα κανονική είναι η επικοινωνία με τον Ερμή ανάδρομο πάντα και το κινητό δίχως σήμα.
Είναι τα χάδια με στεγνά ακροδάχτυλα
και τα φιλιά που στο κλείσιμό τους δεν έχουν δάγκωμα.
Να το πω πιο απλά: μπύρα κανονική είναι ένα ποτήρι
απ’ το τέλος του βαρελιού
κι ένας μπάρμαν που βαριέται να το αλλάξει.
Είναι ένα μαγαζί που κλείνει νωρίς
και δυο τύποι που λένε καληνύχτα
και δε θυμούνται ούτε μια λέξη
από όσες είπαν πριν από αυτή.

Εμείς, μπύρες κανονικές δεν έχουμε. Ούτε και ετούτο το φθινόπωρο.

Ο θάνατος του Ζακ Κωστόπουλου, ο τρόπος με τον οποίο ήρθε, αυτός με τον οποίο προβλήθηκε από τα ΜΜΕ, η προσπάθεια από τις αστυνομικές αρχές να περάσει ως μια απόπειρα ληστείας από ένα πρεζάκι μέρα μεσημέρι στην Ομόνοια, δεν είναι άλλο από το σκληρό αντικαθρέφτισμα της κοινωνίας που έχουμε χτίσει. Δεν είναι η εξαίρεση, δεν είναι ο αστερίσκος, δεν είναι το λάθος στην ανάγνωση. Είναι ο κανόνας μας
. Στα 2018 έτσι ζούμε, έτσι μεγαλώνουμε παιδιά, έτσι κάνουμε σχέσεις, έτσι διδάσκουμε,
έτσι δουλεύουμε, έτσι προχωράμε, έτσι θυμόμαστε,
έτσι γερνάμε, έτσι νιώθουμε.
Εξαίρεση ήταν η πορεία κραυγής 5000 ανθρώπων (σε μια πόλη 4,5 εκατομμυρίων), εξαίρεση ήταν η ανακοίνωση των νοσοκομειακών γιατρών για περιύβριση νεκρού εκ μέρους της αστυνομίας και των χειροπέδων που του φόρεσαν για να μεταφερθεί άψυχος στα επείγοντα, εξαίρεση είναι οι δυο τρεις άνθρωποι που προσπάθησαν να τον βοηθήσουν ως την ύστατη ώρα ακόμη και με την απελπισμένη φράση προς τα κτήνη “θα τον σφάξεις; Πας καλά ρε;”

Ο τυφώνας ήρθε και δεν ήταν τυφώνας.
Δεν ήταν όμως και μια μπόρα που περνάει απ’ το χωριό απογεύματα Τρίτης.
Ακολούθησε μια πορεία, είχε μεγάλη ένταση, έπνιξε τόπους, χάθηκαν άνθρωποι. Υπήρξαν έγκαιρες προειδοποιήσεις, πάρθηκαν μέτρα, κάποιοι τα άκουσαν, κάποιοι έστειλαν υπαλλήλους μέσα στο χαμό να μαζεύουν ομπρέλες από παραλίες.
Τσατίστηκα με ξενοδόχους που έβριζαν στα social μετεωρολόγους γιατί εξαιτίας τους υπήρξαν ακυρώσεις σε κρατήσεις, με δημάρχους που το ‘παιζαν ανήξεροι, με αφασικά “μαγκάκια” που έβγαζαν σέλφι μες στο χαμό. Ανησύχησα που ταξίδευα κάπου νότια εκείνη τη μέρα, αγχώθηκα με την ασφάλεια ενός παππού που αγαπάω, έκανα refresh ξανά και ξανά σε ενημερωτικές σελίδες. Δεν υποτιμώ τη δύναμη της φύσης σε καμιά εκδοχή της. Τη σέβομαι κι ώρες-ώρες τη φοβάμαι.
Αλλά ο σεβασμός, κι ετυμολογικά ακόμη, δεν ενέχει ούτως ή άλλως το φόβο;

Εδώ και πενήντα μέρες μένω πάλι σε χωριό. Κοντά στην πόλη αλλά σε χωριό.
Πάνε είκοσι χρόνια από την προηγούμενη φορά που μπορούσα να το πω αυτό.
Με όλα τα καλά και τα κακά του. Το προσπαθούσα καιρό, δε μου έβγαινε για πολλούς λόγους. Ετούτο το φθινόπωρο το έφερε κι ελπίζω να το κρατήσει για πολύ από εδώ και πέρα. Χωριό είναι ο κήπος και τα ερεθισμένα απ’ τις τσουκνίδες μπράτσα, είναι η ησυχία τη νύχτα και τα αστέρια όλα στον ουρανό.
Όλα.
Είναι η γειτόνισσα από μακριά που μου λέει “να φυτεύεις πιο αραιά τα λάχανα, δεν μπορούν να ανασάνουν έτσι” κι είναι η άλλη που πάει στο ταχυδρομείο “για σένα που δουλεύεις στην πόλη και δεν προλαβαίνεις”.
Είναι η ομορφιά της επαφής, της ανθρώπινης, κι είναι η αίσθηση της χαράς που κάποτε οι άνθρωποι άφησαν τα κατά μόνας κι έστησαν κοινωνίες. Μια χαρά που την έχουμε ξεχάσει και τόσοι λόγοι που στις πολυκατοικιουπόλεις δεν τους ξεχωρίζουμε πια.
———————–

Αδειάζω ένα κουτάκι μπύρα ακόμη. Κοντεύει τρεις το πρωί. Κλείνω ετούτο το κείμενο και αναρωτιέμαι τι απαντήσεις θα έδιναν τα διστακτικά κορίτσια αν κάτι έκαμπτε τα μήπως τους. Έχω μια κόκκινη γραφομηχανή που κρατώ τις σημειώσεις των κειμένων μου. Για ετούτο είχα γράψει μόνο “Μια μπύρα κανονική”, “Ζακ”, “παππούς-αέρας”, “διστακτικό παράξενο κορίτσι”. Αρκετά ήταν. Αρκετά όμορφα.

* Σ.Σ»Τ» : Δημοσιεύτηκε σήμερα 05/10 /18 στο νόστιμον ημαρ-σου γυρίζει το ματι

——————————————————————————————————————————————-

42498694_2122354054450345_7279219897358352384_n

Η ΠΕΙΡΑΙΚΗ
ξυπνάει από τη θάλασσα»

του Πέτρου Καρίμη vi@ FractalaRt

25/9/2018

Χωμάτινοι δρόμοι, πολλές φορές λασπωμένοι από τη βροχή, όμως σε αυτές τις γειτονιές χτυπούσε η καρδιά της Ελλάδας εκείνης της εποχής. Πότε χαρούμενα, πότε λυπημένα, μα χτυπούσε το ίδιο για όλους.
Η γειτονιά μου, Πασαλιμάνι, Φρεαττύδα, Πειραϊκή.
Το να μένει κανείς τότε στην ευθεία αυτή, του έδινε έναν αέρα κοσμοπολίτη, γιατί μπορούσε να ανήκει και στις τρεις αυτές μεγάλες περιοχές. Τότε που ο όρος γειτονιά είχε την έννοια της πόλης, του χωριού, της πατρίδας. Αυτόνομες και ανεξάρτητες με τα δικά τους όρια, τη δική τους τάξη και συμπεριφορά.
Οι γειτονιές του ΄60!.. Το όνομα γειτονιά, ταυτόσημο με το όνομα της μάνας!.. Η ίδια δυναμική, ο ίδιος αντίλαλος, σε ανθρώπινα μέτρα. Στα μέτρα της καρδιάς.
«Κωστάκη, βράδιασε… μαζέψου, το φαί είναι έτοιμο»
«Γιωργάκη, όπου να ΄ ναι έρχεται ο πατέρας σου… αλλοίμονο σου»
Οι ξύλινοι στύλοι της ΔΕΗ με το κίτρινο χαμηλό φωτισμό τους, από κάτω ένας κύκλος με κιμωλία να παίζουμε «αμπάριζα και «πρωτελιά» και το «φτου, ξελευτερία».
Και έρωτες, παιδικοί και αιώνιοι, σαν τις παλιές χαλκομανίες μέσα στα λευκώματα..

Πόλεμοι με ξύλινα σπαθιά
παιχνίδια στη γωνιά του κάθε δρόμου
αμπάριζα και πρωτελιά
το κυνήγι κλέφτη κι αστυνόμου

Αφήνω τα χρόνια εκείνα στις μικρές συνοικίες, του Πειραιά, που τα πέρασα ανάμεσα σε φτώχεια και ποδόσφαιρο στις μικρές αλάνες, και πάω λίγο πιο μετά, στα πρώτα χρόνια της εφηβικής ηλικίας, στο κέντρο του Πειραιά, ανάμεσα στο λιμάνι και στη μαρίνα Ζέας. Αυτή η εντελώς τυχαία απόφαση του πατέρα μου να πάμε στην οδό Αφεντούλη στάθηκε καθοριστική ίσως στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου, γιατί μόλις έβγαινα από την πόρτα του σπιτιού μου, είχα να διαλέξω δεξιά το Πασαλιμάνι με τα κότερα κι αριστερά το λιμάνι με τις μαούνες. Το Πασαλιμάνι, με τον «καλό» κόσμο του σε καθημερινές απογευματινές βόλτες, με τα ζαχαροπλαστεία και τα σινεμά του στη σειρά, δε με τράβηξε καθόλου. Καμιά φορά μόνο πήγαινα μέχρι τον όμιλο «Ερετών», όπου ήταν οι κωπηλατικές βάρκες, που τις χάζευα να αστράφτουν σαν χελιδονόψαρα στ’ αντιφεγγίσματα του νερού.
Αγιόκλημα και γιασεμιά, θερινοί κινηματογράφοι, ο καραγκιοζοπαίχτης Χαρίδημος, τα τραμ Παλαμηδίου, Νέου Φαλήρου και τα άλλα του Περάματος.
Τώρα που τα σκέφτομαι, με έκπληξη διαπιστώνω, ότι οι αναμνήσεις μου από εκείνα τα χρόνια, δεν έχουν τίποτα από χειμώνες και βγάζω το συμπέρασμα, πως η παιδική ηλικία δεν είναι τίποτα άλλο από καλοκαίρια, θάλασσα, κυριακάτικα πρωινά και διακοπές.

Το βράδυ ραντεβού στο σινεμά
να δούμε τον ιππότη με τη μάσκα
η το λιοντάρι να χιμά
στην Τσίτα που φορούσε μια τραγιάσκα

Αχ, εκείνα τα ήσυχα πρωινά της Κυριακής στα σκαλάκια της εξώπορτας περιμένοντας τους φίλους για παιχνίδι.
Και όλος ο κόσμος να είναι ένας ταπεινός, χωμάτινος, χρωματιστός βόλος, ένα τσίγκινο καπάκι λεμονάδας, μια μικρή ξεφτισμένη φωτογραφία να απεικονίζει ποδοσφαιριστές και ομάδες. Ένα λαστιχένιο τόπι. Τις πιο πολλές φορές σκασμένο.

Ξύπναγε όλη η γειτονιά
μες το τρελό το γύρισμα του χρόνου
κι έλεγες είναι τα παιδιά
χαρά κι ανάσα αυτού του ψεύτη κόσμου

Η μάνα μου ήξερε απέξω όλον τον Ερωτόκριτο κι ακόμα ήξερε εκείνο το τραγούδι του Κωνσταντή με τη μονάκριβη αδελφή που παντρεύτηκε και πήγε στη ξενιτιά.

Τι βράδια ήτανε κι αυτά!

Από νωρίς έφτιαχνε χαλβά σιμιγδαλένιο που θα τον μοίραζε δίκαια σε όλα τα παιδιά κορίτσια κι αγόρια μέσα σε χαρτοπετσέτες που η μυρωδιά του μαζί με τη μυρωδιά από τα λουλούδια της αυλής λες και μας υπνώτιζε γιατί καθισμένοι άλλοι κάτω στις πλάκες ή στα πεζούλια, μόλις άρχιζε να τραγουδάει σιγά κι απαλά σα νανούρισμα δεν ακουγόταν ούτε η ανάσα μας.
Μάνα, μανούλα, μαμά, ένα μέτρο κάτω απ’ το χώμα σ’ εκείνο το φτωχό νεκροταφείο της Ανάστασης, που απ’ έξω οι γύφτοι πουλάνε διαλαλώντας σαν σε πανηγύρι τα κίτρινα μαραμένα λουλούδια που σου άφησα φεύγοντας, πάρε πάλι σάρκα και οστά, πάρε πάλι κείνη τη μυρωδιά από ζεστό γάλα ή ζεστό ψωμί στα στήθια σου και πάρε με στην αγκαλιά σου και μετά άσε με εκεί να ρουφάω το άρωμα σου, πασχαλινή ημέρα με κόκκινα αυγά, καθώς οι
μικροί φίλοι σφυράνε συνθηματικά κάτω απ’ το παράθυρο ανυπόμονοι, ξέροντας ότι ο χρόνος περνάει.
Κι ο χρόνος πέρασε θριαμβευτής και παντοκράτορας κι έφερε άλλα χρόνια. Οι μικροί φίλοι μεγαλώσανε. Πήραν το δρόμο τους.
Ο τελευταίος έρωτας τέλειωσε κι αυτός. Δεν έχω παράπονο. Έχω. Τα ξέφτια από τα όνειρα μου κρεμασμένα στα μολυβένια σύννεφα. Έχω. Τα μάτια μου άδεια από σένα, τη μάνα μου πεθαμένη. Έχω. Το ρολόι κουρδισμένο, τα σκουπίδια έξω απ’ την πόρτα μου. Τη ζωή μου έξω από μένα…
Η Πειραϊκή ξυπνάει από τη θάλασσα. Ένας μονότονος ειρηνικός ήχος από κάποια τράτα, ένα χαρούμενο παρατεταμένο σφύριγμα καραβιού που έρχεται ή ένα λυπημένο από καράβι που φεύγει. Οι εργάτες του λιμανιού κι εκείνοι που δουλεύουν βάρδια αμίλητοι κι αγουροξυπνημένοι περιμένουνε στις στάσεις των λεωφορείων.
Η Πειραϊκή ξυπνάει από τη θάλασσα.
Και πάντα η μέρα τελειώνει έτσι. Με τον ήλιο να βασιλεύει πορτοκαλής και μεγαλόπρεπος σαν βυζαντινός αυτοκράτορας πίσω από τα βουνά της Σαλαμίνας.
Αχ, βράχια της Πειραϊκής, θάλασσα που σε ρούφηξα και φύκια σιωπηλοί κάτοικοι του βυθού, σοφοί εξομολογητές των ονείρων μου…
Σκόρπια θα είναι ακόμα και σκουριασμένα πια τα τσιμπιδάκια απ’ τα μαλλιά της. Ίσως κάποια χέρια τα πιάσουν με προσοχή να μην κοπούν κι αδιάφορα τα πετάξουν στη θάλασσα, να καθαρίσουν το χώρο, να τον κάνουν δικό τους…

YΓ :Η συγγραφική δραστηριότητα του Πέτρου Κυρίμη εντοπίζεται στα έργα του: «Η καρδιά του κότσυφα», Καστανιώτης 1997, «Ιστορίες του πριν και του μετά», Ίνδικτος 2003, «Το λευκό του ήλιου», Ηλέκτρα 2007, «Κύριε των λυγμών», Ηλέκτρα 2008, «Εκλογές στη Νεφούπολη», Πατάκης 2000, «Ο λύκος που ήθελε να γίνει δήμαρχος» Εκδόσεις Άγκυρα 2010».

——————————————————————————————————————————————

41450597_2102676399751444_6386592119766646784_n

ΜΕΡΙΚΑ ΔΙΣΤΙΧΑ
ΓΙΑ ΚΕΡΚΥΡΑΙΚΟ ΛΙΑΝΟΤΡΑΓΟΥΔΟ
ΜΕ ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΣΦΥΡΙΧΤΡΑΣ

του Γιάννη Σαρακηνού

9/9/2018

Νεοφαρισαίοι υποκριτές,ναναίδες,παπαγάλοι
συνέχεια σ’επαγρύπνηση πως να φαντάζουν γι’άλλοι
Χαζολογούν οι κύριοι, βελάζουν οι σινιόρες
κι ένα κονσέρτο ηκούετο από κούκους
{και μιλιόρες

Το δείλι ο ήλιος που έγερνε μ’εθώρει λυπημένος
τι απ΄την αυγή ώς το σούρουπο σά νά’ μουν γερασμένος
Είπαν πώς έχασ’ ευτυχώς κάθε του ακίδα
οδυνηρή παράταιρος σε μιά νωδών πανίδα..

Παλιό κατάλοιπο είν΄εδώ τ’ ονόρε με ραχάτι
να βήχεις και να δείχνεσαι να ούν πώς είσαι κάτι
Σ’ άπόκρυμνες βουνοπλαγιές αετοί είναι
{ και πετρίτες
και μές τις σούδες ερπετά και ζάμπες και
{λεχρίτες

Μές του νησιού το πράσινο και μές το ξενομάνι
λιγόστεψαν οι ανθρώποι εδώ ,μπερκέτι οι τσαρλατάνοι
Μές το Μποσκέτο θα γελά στην πέτρα
[ του οΜαβίλης
ν’ άκούει σιμά που τσαμπουνά «ποιτής»
[ αδειοκοχύλης

Σ.Σ : Μιλιόρα= Προβατίνα

O αιρετικός φιλόλογος Λυκειάρχης Γιάννης Σαρακηνός (1914-1984) που υπέγραφε σαν Γιάννης Περιθειώτης ήταν από κείνες τις λαμπρές περιπτώσεις λογοτεχνών που σεμνές περιορίζονται στα πόρια της επαρχίας του που πολυ εύκολα μπορουσαν να προσπεράσουν.
Άς θυμηθούμε τι έγραψε ο Τηλέμαχος Χυτήρης για τον δασκαλό του και πως τον οδήγησε στην έρευνα εκει στη σκοτεινη δεκαετία του ’60:

..Ο φιλόλογος καθηγητής μας, «αιρετικός» Γιάννης Σαρακινός, μια μέρα μας ζήτησε να βάλουμε επάνω στο θρανίο τα «νεοελληνικά αναγνώσματα», όπως τα έβαλε κι αυτός στην έδρα. Μετά, με μια θεατρική κίνηση, με πρώτον αυτόν, πετάξαμε το εν πολλοίς περιττό αυτό μαθητικό βιβλίο στο πάτωμα και τον ακούσαμε να λέει: «Σήμερα θα μάθουμε τον ποιητή Καβάφη, που δεν υπάρχει στη διδακτέα ύλη».
Έγραψε στον πίνακα το ποίημα «Η πόλις»,
το αντιγράψαμε και μας είπε να ψάξουμε και να βρούμε μόνοι μας ό,τι έχει σχέση με τον ποιητή, βιογραφία, άλλα ποιήματα κλπ.
Έτσι βρέθηκα στη δημόσια βιβλιοθήκη, της Κέρκυρας, στο ισόγειο των παλαιών ανακτόρων. Στο αναγνωστήριο υπήρχε ένας ακόμα ηλικιωμένος, που κρατούσε σημειώσεις. Η ησυχία ήταν απόλυτη, ένα ερημητήριο, βιβλία παντού. Η διευθύντρια μου έδωσε ένα βιβλίο με τα ποιήματα του Καβάφη. Αντέγραψα μερικά, κι έφυγα. …

Αυτός ήταν ο δάσκαλος Γιαννης Σαρακηνός που υπερασπιζόταν πάντα τα ταλαιπωρημένα χωριατόπαιδα
δεν έβαζε ποτέ πάνω από 15 είχε μόνιμα ένα άφιλτρο τσιγάρο κάτω απ΄το κιτρινισμένο του μουστάκι και όταν υπαγόρευε στο τέλος κάθε φράσης ..προσέθετε συνοδευτικά ένα αργόσυρτο:
-Καθάρματαααααααααααααααααα ….

——————————————————————————————————————————————-

40756650_2096724083680009_7119392043876483072_o

ΑΘΗΝΑ 2018 μ.χ *
(όμορφα σκληρή σαν τη ζωή μας)
της Μαρίας Καραβία

4/9/2018

Βάρδια τέλος.
Αν είχα κάρτα θα την χτυπούσα.
Αλλά και πάλι,
το αίσθημα του «είμαι μια μηχανή» δεν παύει.
Λοιπόν, η μηχανή σήμερα σχόλασε.
Βγαίνω έξω από τους τέσσερις τοίχους.
Τέλος καλοκαιριού, Ομόνοια 7 και μισή.
Νυχτώνει σιγά σιγά, ανασαίνω βαθιά μέχρι να κάψει
τη ρινική κοιλότητα το καυσαέριο,
η σκόνη,
τα κάτουρα αναμεμειγμένα με το φαΐ
που μαγειρεύουν οι Κινέζοι δίπλα
και τα μπαχάρια που πουλάνε λίγο πιο κάτω οι πλανόδιοι.
Σκέφτομαι το σύνθημα.
«Ήσουν και σήμερα καλό ρομπότ»;
«Ήμουν».
Βαδίζω νωχελικά μέσα στα απόκοσμα
και βρωμισμένα στενά.
Πόσοι βάδισαν άραγε σε αυτά
. Πόσοι έκλαψαν, γέλασαν,
πέθαναν και αναστήθηκαν;
Πόσοι εργαζόμενοι έτρεξαν και δεν γύρισαν;
Πόσοι επαναστάτησαν;
Σε αυτά τα στενά θα χαθώ,
θα νιώσω λεύτερος.
Θα προσπαθήσω να σταματήσω τον χρόνο,
τη συνήθεια,
το πρόγραμμα.
Θα χορέψω με τις αδέσποτες γάτες,
τα ετοιμόρροπα νεοκλασικά,
τα παλιά τραμ τις κόρνες,
τα προϊόντα μαϊμούδες,
τις νερατζιές, τις κεραίες,
το πιάνο από το ωδείο,
τα κορίτσια με τις τουτού,
τους μετανάστες που καταδικάστηκαν να περιπλανούνται, τους μοναχικούς ηλικιωμένους,
τις πράσινες τέντες των πολυκατοικιών,
τις λέξεις στους τοίχους,
τα όνειρα των περαστικών.
Πόσα όνειρα να χάθηκαν σε αυτά τα στενά;
Αθήνα μου, πόσο άσχημα όμορφη είσαι.
Πόσο όμορφα σκληρή είσαι.
Σαν τη ζωή μας.
Αύριο πάλι κάρτα.

Σ.Σ » Τ» :Το κείμενο της στιβαρής Κατερίνας Καραβία αναρτήθηκε χθές στο 3 Point magazine

——————————————————————————————————————————————

37177660_2012941465391605_1996413851309965312_n

YΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΖΟΥΝ ΜΟΝΑΧΟΙ

15/7/2018

της Κλειούς Βλαχάκη
Αναπαράγουμε το διήγημα της Ηρακλειώτισσας καθηγήτριας Ιστορίας Τέχνης από το 3pointmagazine
______________///____________
Bρέθηκε εκεί ένα απόγευμα τη στιγμή της δύσης.
Θυμήθηκε πως κάποτε πίστευε πως αυτό το χρώμα πρέπει να έχει ο θάνατος.
Πορφυρό, άλικο, βαθύ σαν αίμα.
Από εκείνο το βράχο έπαιρνε σάρκα και οστά και η μνήμη.
Η μνήμη με τους μικρούς θανάτους.
Η ζωή με τα πικραμένα «αντίο».
Γύρισε πολλά χρόνια πίσω.
Φαντάσου να είσαι 25 και να θες να πεθάνεις.
Το λες και αχαριστία.
Τη βρήκα να κάθεται στα σκαλιά.
Έμεινα εκεί να κοιτώ το ανέκφραστο πρόσωπο της.
Κι ύστερα την είδα να κλαίει και να κραυγάζει
με θυμό για όλα. Ένα ποτάμι μανιασμένο, εγκλωβισμένο στις όχθες. Έρχεται για όλους η στιγμή για το μπαμ!
Τη φαντάστηκα παιδί να ονειρεύεται, να ελπίζει,
να ερωτεύεται, να πιστεύει
. Κι έπειτα την είδα νέα γυναίκα να απελπίζεται, να πορεύεται με προδοσίες, με πικραμένες κουβέντες, με ακαταλαβίστικες ιδέες, με μοναχικούς δρόμους.
Άτιμη μοναξιά!
Εκείνη της ψυχής που είσαι ομάδι και πάλι δεν έχεις νερό
. Η άνυδρη μοναξιά.
Φαντάσου να βλέπεις τη ζωή σου να προβάλλεται σε ένα βράχο. Και η δική σου περπατησιά να φαίνεται παράταιρη και λίγη. Να περνά η ζωή και να μοιράζεται σε χειμώνες και καλοκαίρια και να γλιστρά περήφανη και να σε αφήνει πίσω. Να φτάνει στο τέρμα κι εσύ να περιμένεις το σήμα ακόμα στην αφετηρία.
Να μην προφταίνεις και να παραδίνεσαι.
Να μην καταλαβαίνεις που έκανες λάθος κι έχασες τους σημαντικούς σου. Τους φίλους που λάκισαν, τους έρωτες που χάθηκαν σε μια επικίνδυνη στροφή, τα ταξίδια που δεν έκανες γιατί δεν ήξερες πια που να πας, όλα αυτά που κάποιοι σκέφτηκαν για σένα και ποτέ δεν ξεστόμισαν.
Την είδα να στέκει μπροστά στο βράχο, να κοιτά τη θάλασσα και να νιώθει λίγη.
Να ζει με το παράπονο για όλα όσα ονειρεύτηκε και ποτέ δεν ήρθαν. Να ματώνει για όσους δεν πίστεψαν ποτέ σ’ αυτήν. Και ήθελα να της φωνάξω πως πρώτα πρέπει να πιστέψεις εσύ στην καρδιά σου, στο μυαλό σου, στα χέρια σου για να πιστέψουν και οι άλλοι.
Την είδα να αγκαλιάζει τον εαυτό της.
Να ανοίγει τα χέρια της σα φτερούγες και να προστατεύει το στήθος της, το μέρος της καρδιάς.
Και γύρω να σκάνε σα πυροτεχνήματα όλα τα όχι που άκουσε, τα αντίο, τα «τέλος».
Την είδα να πέφτει στα γόνατα και να πονά για τις αναβολές, τις καθυστερήσεις, τις ανασφάλειες.
Να φτύνει το θυμό, να τον κάνει κραυγή
κι έπειτα να τραγουδά δυνατά κλείνοντας τα αυτιά
για να μην ακούσει κι άλλα…
Δεν της είπα τίποτα.
Tην άφησα εκεί μόνη ελπίζοντας να ξαναβρεί τον εαυτό της και να ξεχάσει το παράπονο για όλα τα χαμένα με μια ελπίδα πως όλα θέλουν το χρόνο τους να γίνουν κερδισμένα.
Την άφησα εκεί να φτύσει το θυμό και να ξεκινήσει πάλι από την αρχή, να αγκαλιάσει τον εαυτό της και να του δώσει το πιο γλυκό, το πιο δυνατό, το πιο όμορφο φιλί.
Γιατί η ζωή έχει τις φουσκοθαλασσιές
και τις τρικυμίες
μα έχει και κάτι αγάπες σα πυροτεχνήματα…

Σ.Σ»Τ» : Τσοντάρουμε στο στρωτό όμορφο κείμενο το τραγούδι που αναφέρεται ο τίτλος
https://www.youtube.com/watch?v=NWVaPaxe55g


37008584_2009813002371118_8647045162976935936_o

ΣΤΑ ΜΟΥΝΤΙΑΛ της ΑΛΑΝΑΣ
του Χρήστου Αναστασόπουλου

13/7/2018

Πιτσιρικά τον φώναζαν «διαβολεμένο αριστεροπόδαρο». Αυτό που του άρεσε περισσότερο στη ζωή όπως και ο ίδιος έλεγε από μικρός, ήταν το διάβασμα και το ποδόσφαιρο. Το διάβασμα το είχε βάλει σε ένα πρόγραμμα. Το ποδόσφαιρο όμως ήταν το πάθος του και δεν του ήταν ποτέ αρκετό.
Η πόλη που έμενε είχε πολλές αλάνες. Το βασικό του γήπεδο, που το θεωρούσε και σαν έδρα του, ήταν το μαρμάρινο πλάτωμα μιας πλατείας, στη γειτονιά, πολύ κοντά στο σπίτι του. Τέρματα δεν υπήρχαν. Δυο καρέκλες από το παρακείμενο καφενείο από τη μια μεριά και δυο πέτρες από την άλλη. Μια δεύτερη έδρα του, ήταν τα καλοκαίρια, σε ένα προάστιο της πόλης του, ένα χωμάτινο οικόπεδο, με ένα αποθηκευμένο κοντέινερ στην άκρη του, και δυο χειροποίητα από τάβλες τέρματα, που συχνά-πυκνά κατέρρεαν στο κεφάλι του τερματοφύλακα, μόλις 100 μέτρα από την θάλασσα.
Πολύ συχνά, σχεδόν καθημερινά, έπαιζε στο σχολείο του, σε κάθε διάλειμμα, αλλά και μισή ώρα πριν ξεκινήσει το μάθημα. Οι μπάλες απαγορεύονταν. Οι πέτρες όμως, κατά περίεργο λόγο όχι. Γι αυτό και κάποιες φορές μέσα στη χαρά και στην ένταση του αγώνα η κεφαλιά πόναγε πολύ. Συνήθιζε να παραμένει και μετά το πέρας των μαθημάτων. Ενίοτε αγχωνόταν από τις φωνές των γονιών του, που ενοχικά σχεδόν τον προέτρεπαν μονάχα να διαβάζει.
Εκτός έδρας συνήθιζε να παίζει σε ένα κανονικού μεγέθους χωμάτινο ποδοσφαιρικό γήπεδο, με δυο κανονικά χωρίς δίχτυα γκολπόστ, που υπήρχε στην πόλη του και το οποίο σχεδόν πάντα ήταν γεμάτο από κάθε ηλικίας και προέλευσης ποδοσφαιριστές. Το επισκεπτόταν πιο συχνά στην εφηβεία του και ήταν τότε που ξεκίνησε να παίζει αντίπαλος με μεγαλύτερης ηλικίας από αυτόν άτομα.
Θυμάται το πρώτο του ποδοσφαιρικό γήπεδο που ήταν ο διάδρομος του σπιτιού του αλλά και το μακρόστενο μπαλκόνι του. Συμπαίκτες του αλλά και αντίπαλοι τα υπόλοιπα τρία αδέρφια του. Δυο εναντίον δυο, «Λιονταράκια εναντίον Κεραυνών». Βίωνε την απόλυτη πληρότητα. Οι ώρες και ο ιδρώτας κυλούσαν σαν ποτάμι.
Θυμάται, πολύ έντονα ακόμη ένα γήπεδο που επισκεπτόταν μια φορά το χρόνο, στην ημερήσια εκδρομή με το σχολείο του. Ήταν ένα κανονικού μεγέθους και με γκαζόν γήπεδο, με κανονικά δίχτυα στα τέρματα. Του φαινόταν πανέμορφο μα και τεράστιο. Η απόσταση από το ένα γκολπόστ μέχρι το άλλο, του φάνταζε ένας μικρός μαραθώνιος. Για το λόγο αυτό και μέσα σε αυτό το γήπεδο, αφού μοιραζόταν σε πέντε με δέκα κομμάτια, συνήθιζε να παίζει όλο το σχολείο.
Εκεί σε έναν τέτοιο αγώνα ερωτεύτηκε για δεύτερη φορά (η πρώτη ήταν με τη στρογγυλή θεά). Ερωτεύτηκε την όμορφη συμμαθήτρια του, τη Βάσω, που τον χειροκροτούσε για τα γκολ που έβαζε. Εκεί για πρώτη φορά, της έδειξε τον θαυμασμό του, κερνώντας την μετά το πέρας του παιχνιδιού χειροποίητα κεφτεδάκια της μητέρας του.
Για ένα γήπεδο που ήταν υπερήφανος ότι είχε παίξει, ήταν η έδρα της ομάδας Α’ Εθνικής της πόλης του. Τα καλοκαίρια όντας μέλος της ποδοσφαιρικής ομάδας της «Κάτω Γειτονιάς», έπαιζε αντίπαλος στο «Ανεπίσημο πρωτάθλημα», με αντίστοιχες ομάδες διαφορετικών γειτονιών της πόλης του. Πολλά χρόνια αργότερα ενήλικος πια, συχνά ονειρευόταν το συγκεκριμένο αυτό γήπεδο. Ονειρευόταν ότι πρωταγωνιστούσε ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής βοηθώντας την ομάδα της πόλης του να πρωταγωνιστήσει στο εθνικό πρωτάθλημα.
Η πρώτη μπάλα του ήταν μια πέτρα. Η δεύτερη, ήταν στρογγυλοποιημένο κονσερβοκούτι. Η τρίτη μια σκασμένη μικρού μεγέθους πλαστική μπάλα. Η τέταρτη ένα μπαλάκι του τένις. Η πέμπτη μια φθηνή, αγορασμένη από περίπτερο, πανάλαφρη «αερόμπαλα». Η έκτη, μια κανονικού μεγέθους και λίγο πιο βαριά πλαστική. Με δερμάτινη, θυμάται, ότι όταν πρωτόπαιξε του φάνηκε πολύ βαριά και ασύμφορη.
Ένιωθε μεγάλο αίσθημα αδικίας αλλά και δυσφορίας, όταν συχνά, αγανακτισμένοι ενήλικες, αυστηροί δάσκαλοι, θυμωμένοι γονείς, η ακόμη και όργανα της αστυνομίας τους έπαιρναν την μπάλα ή τους την έσκαγαν, με την δικαιολογία ότι ενοχλούσαν.
Ποτέ δεν μπόρεσε ο Λουκάς να κατανοήσει πώς ήταν δυνατόν το ποδόσφαιρο που τον έκανε τόσο ευτυχισμένο να θυμώνει τους ενήλικες. Πώς ήταν ποτέ δυνατόν, οι ενήλικες να έχουν ξεχάσει τη χαρά και την πληρότητα που και αυτοί βίωναν, όταν σαν παιδιά κλωτσούσαν αυτήν την μαγική θεά και προσπαθούσαν να «τη βάλουν γκολ». Ποτέ σαν παιδί δεν μπόρεσε να κατανοήσει τους γονείς του, που ενώ τον έβλεπαν τόσο ευτυχισμένο στις ποδοσφαιρικές αλάνες, από την άλλη δεν του αγόρασαν ποτέ μια μπάλα, αλλά ούτε και ποτέ πήγαν να τον παρακολουθήσουν σε κάποιο του αγώνα.
Ο Λουκάς, ενηλικιώθηκε. Δεν παντρεύτηκε ποτέ την όμορφη Βάσω, αλλά συνήθιζε ως πιτσιρικάς να κάνει γκελ και κολπάκια μπάλας με τα υπόλοιπα κεφτεδάκια της μητέρας του. Έγινε δικηγόρος στην πόλη που γεννήθηκε και συνέχισε να ασχολείται ερασιτεχνικά με το ποδόσφαιρο συμμετέχοντας στο πρωτάθλημα επαγγελματικών κατηγοριών.
Ποτέ δεν έπαψε να ονειρεύεται τις αλάνες της παιδικής του ηλικίας, τα πανέμορφα γήπεδα, στα οποία για πρώτη φορά ένιωσε τη χαρά του παιχνιδιού. Ήταν τότε που για πρώτη -και για αυτό και για πάντα- ερωτεύτηκε την πανέμορφη αυτή στρογγυλή θεά. Μια «θεά», που του χάρισε στιγμές αιωνιότητας ειδικά όταν την παρακολουθούσε να φεύγει από το αριστερό του πόδι και γλυκά αλλά και δυναμικά να περνά τη γραμμή του τέρματος.
Ακόμη και σήμερα, παραμένει ερωτευμένος μαζί της παρακολουθώντας στην τηλεόραση αγώνες του Μουντιάλ που του θυμίζουν ακριβώς στιγμές και συναισθήματα που βίωσε και αυτός τόσα χρόνια πριν, πιτσιρικάς στις αλάνες της γενέθλιας πόλης του.
Και αυτό είναι κάτι που δεν ξεχνιέται ποτέ.

* Δημοσιεύτηκε στο tetartopres.gr στις 26 Ιούνη


albert-camus-74_lg-750x400

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΙΕΡΑΣ ΕΝΟΣ ΤΑΛΑΝΤΟΥΧΟΥ ΤΕΡΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑ

10/7/2018

Στο ποδόσφαιρο χρωστάω όσα ξέρω για ηθική και καθήκον» έγραφε το 1957, χρονιά που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Στα νεανικά του χρόνια στο Αλγέρι ασχολήθηκε ενεργά με το ποδόσφαιρο, το οποίο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει όταν αρρώστησε από φυματίωση. Έπαιζε στη θέση του τερματοφύλακα. *
Περισσότερα στο σχόλιο του 3point magazine που όμως δεν ερμηνεύει πλήρως τον προσδιορισμό «Pieds noirs- Μαυρα πόδια» ;όπως οι Γάλλοι της Μητρόπολης αποκαλούσαν το ένα εκατομμύριο περίπου πρόσφυγες από την Αλγερία μετά την ανεξαρτησία της Χώρας
Η επικρατέστερη εκδοχή είναι αυτή που δόθηκε σε μια παρέα νεολαίων που ονομάστηκαν Μαύρα πόδια όπως η ομώνυμη φυλή ινδιάνων στη Μοντάνα επειδή ακριβώς έκαναν φασαρία στις κινηματογραφικές αίθουσες ,οι άλλες εκδοχές είναι από τις μαύρες γκέτες του αποικιακού στρατού καθώς και από τα μαυρισμένα πόδια των πατητών του τρύγου,
Οι Pied noirs έδωσαν στη Γαλλική κουλτούρα εκτός από τον νομπελίστα Καμύ τον φιλόσοφο Μπερνάρ Ανρύ -Λεβύ, τους τραγουδιστές Ενρίκο Μασίας και Πατρίκ Μπρυέλ,τους ηθοποιούς Ζαν Κλωντ Μπριαλύ και Ζαν Πιέρ Μπακρί καθώς και τον εκπληκτικό χιουμορίστα στύλ » βρώμικου Λέννυ» τον Γκύ Μπεντός.

*Σ.,Σ «Τ» : Και η φωτό του ξένου τερματοφύλακα
http://www.ereportaz.gr/…/s-d9ad0ded7b9d6b0251ef3c8269c9ae1…

http://3pointmagazine.gr/%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%BE%C…/


36570388_1999072546778497_5869264859446640640_n

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ κ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ!!!

6/7/2018

Σήμερα, 5 Ιουλίου 2018, ο σπουδαίος Έλληνας ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης κλείνει τα 97 χρόνια και συνεχίζει να γράφει ποίηση χαρίζοντάς μας σπουδαία έργα.
Αναρτούμε την «Γραφή»¨από την ποιητική συλλογή
«Εστίες Μικροβίων» που εκδόθηκε πρώτη φορά
στο Σαν Φρανσίσκο το 1977.

ΑΓΡΑΦΗ ΓΡΑΦΗ
___________________________________________

Άκουσα να μιλάν με τόνους τραγωδίας σε σαλόνια του1880
Ν΄ αναστενάζουν σ΄ ένα υπνοδωμάτιο ξενοδοχείου αριθμ. 12
Είδα να τρέχει μια γυμνή στο τρίτο πάτωμα του μυαλού μου
Να μουγκρίζουνε δυο τέρατα ανθρωπόμορφα
Να την προκαλούνε – καθώς περνούσε – αδιάντροπα
Χτυπώντας ρυθμικά το πάτωμα με τις ουρές τους
Όταν έπεφτε ψιλή ψιλή βροχή
Στάχτη από ηφαίστειο στόμα γυναικείο
Κράτησα το χέρι ενός τρελόπαιδου που ξεψυχούσε
Στεφάνωσα το αγαπημένο μέτωπο
Με λίγα ξερά και άδεια λόγια παρηγοριάς
(Δε θυμάμαι αν ήταν κορίτσι ή αγόρι
Ο αδικοσκοτωμένος σ’ ένα κομμάτι γης 2×1 ½ μ.)
Τρεις αιώνες πέρασαν πριν γίνουν όλα αυτά
Πριν ν’ αντιγράψω σ’ ένα τετράδιο καθαρό
Τους θρήνους μιας απαρνημένης
Το κλάμα ενός νεογέννητου παιδιού
Ταφές ανθρώπων ζωντανών – νεκρών που ξαναζωντανεύουν
Σχήματα μεταξωτά που αναδιπλώνονται
Ένα πλάσμα που φοβόταν ν’ αγαπήσει
Κομμάτι μάρμαρο από σάρκα
Και τη γραφή την άγραφη
Που είδα γραμμένη στ’ όνειρό μου
Με γράμματα φωτιάς που καίγαν το χαρτί

Άς θυμηθούμε την γενικές πολιτικές αρχές του υπερεαλιστή ποιητή μια σπάνια συνέντευξη που έγινε στο σπίτι του στο Κολωνάκι το Νοέμβριο του 2005 κι ενώ ήταν στη Γαλλία έκρυθμη η κατάσταση.στο ogdoo.gr

.«Οι παλιοί αναρχικοί, ιδίως ο Κροπότκιν, πίστευε κατ’ αρχήν στην αλληλεγγύη. Πίστευε επίσης στην άνοδο του εκπαιδευτικού επιπέδου για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα μας με πολιτισμένο τρόπο σε μια αταξική κοινωνία. Ένα αναρχικό πρόγραμμα χωρίς βία. Πιστεύω ότι οι διάφορες καταστροφές στον κόσμο, όπως το τσουνάμι ή οι σεισμοί, έδειξαν ότι η αλληλεγγύη μπορεί να δημιουργηθεί ανάμεσα στους λαούς και να σταματήσουν οι διενέξεις, όπως ανάμεσα στην Ινδία και στο Πακιστάν, όπου άνοιξαν τα σύνορα για να επικοινωνούν οι πολίτες. Μπορεί να έγινε για λίγο, αλλά έγινε για μια στιγμή. Τελικά η αλλαγή νοοτροπίας προέρχεται από οδυνηρές εμπειρίες κάτι που δεν κατάφεραν οι ιδεαλιστές και διάφορους υποστηρικτές του σοσιαλισμού. Εάν υπάρξει ένας ήρωας της ανθρωπότητας στο μέλλον θα είναι ο Κροπότκιν, παρά ο Μαρξ ή ο Μπακούνιν, γιατί αυτός πρώτος μίλησε για αλληλεγγύη των λαών και μάλιστα σε μια άγρια εποχή καπιταλισμού και εκμετάλλευσης των λαών».
Ολόκληρη η συνέντευξη εδώ
http://www.ogdoo.gr/…/spania-synentefksi-tou-nanou-valaorit…