ΤΑΤΟΥΜ Ο’ΝΗΛ

tatum-oneil

Μικρές Κερκυραϊκές ιστορίες για το χθες, το σήμερα, την αγάπη και τη ζωή, από την πένα της συνεργάτιδας μας Τατούμ Ο’Νηλ.


47178795_741810422855142_3479804450502082560_o

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ

30/11/2018

Να λοιπόν μετά από καιρό στη μεγάλη πόλη. Ψιλό χιονάκι, κίνηση και αναπάντεχα ουράνια τόξα. Σαν η πόλη να παίρνει πάλι μπρος. Με δυσκολίες, αλλαγές και τα ορόσημά της χαμένα. Αλλά τα πλατάνια στην αρχή της Ακαδημίας είναι ακόμη στη θέση τους ενώ περνάω με το ταξί για να πάω με καινούριους ανθρώπους σε καινούριους γειτονιές. Είναι λίγο κουραστικό τούτο το χειμωνιάτικο κρύο απόγευμα να αλλάζεις ανθρώπους, ζωή και γειτονιές. Όπως όλα τα καινούρια. Αλλά κάποια στιγμή πετάς από πάνω σου τις παλιές, γνώριμες μυρωδιές. Και συνεχίζεις.

https://www.facebook.com/…/a.468686543500…/741810416188476/…

—————————————————————————————————————————————–

47007583_740634142972770_3438173018969341952_n

ΑΓΓΕΛΟΚΑΤΕΡΙΝΗ Η ΜΑΝΤΕΝΟΥΤΑ, ΔΥΟ ΠΟΡΤΡΕΤΑ με Ps Mavro

29/11/2018

Οι μικρές τούτες ιστορίες, το διάστημα που τις γράφω και τις ανεβάζω στη σελίδα, μου έχουν δώσει αρκετές χαρές.
Στον κόσμο μας όλα έχουν ειπωθεί.

Τα συναισθήματά μας όμως, απότοκα του ερεθίσματος, είναι κάθε φορά καινούρια. Αν έστω και μια μικρή ιστορία κάτι είπε σε κάποιον αναγνώστη είναι κέρδος μεγάλο.

Όταν ο Ps Mavro (τον οποίο δεν γνωρίζω προσωπικά) διάβασε τη ΜΑΝΤΕΝΟΥΤΑ Τ’ ΑΓΙΟΥ, με ρώτησε αν η ιστορία είναι πραγματική. Εγώ του απάντησα πως όχι, αλλά θα μπορούσε να έχει συμβεί.

Και συνέβη. Μετά από λίγες μέρες μου έστειλε αυτά τα δυο πορτρέτα της Μαντενούτας που ο ίδιος ανακάλυψε, με αδρές χαραξιές σε χαρτί ρεπρομάστερ.

Τι να πω, παρά μόνο πόσο τον ευχαριστώ και πόσο συγκινήθηκα από τη δική του οπτική της δικής μου αέρινης Αγγελοκατερίνης.

«Η ΜΑΝΤΕΝΟΥΤΑ Τ’ ΑΓΙΟΥ

Η Αγγελοκατερίνη γεννήθηκε ανήμερα της γιορτής των Αρχαγγέλων, γι’ αυτό μπροστά στο όνομα της μεγαλομάρτυρος (η νόνα της είχε μια ιδιαίτερη έφεση στους βίους των χριστιανών αγίων, ιδιαίτερα των μαρτυρικών κορασίδων) έβαλαν και το Αγγελική.

Ακολουθώντας έτσι το συνήθειο των χωριών του Όρους έπλεξαν τα δύο ονόματα σε ένα, φορτώνοντας το μικρό κορίτσι με το βάρος ονομάτων που και τα δυο απείχαν της εγκόσμιας πρακτικής. Μεγάλωνε μεταξύ γης και ουρανού, γλυκιά αλλά απόκοσμη, σάρκινη αλλά και διαφορετική, σα να μην την ενδιέφερε ιδιαίτερα το εδώ.

Αυτό λοιπόν το πλάσμα έλαχε στο δρόμο του κόντε Νάνε, όταν ξεπέζευε στη βρύση του χωριού ένα μεσημέρι. Ο Νάνες ήτανε σε φάση αναζήτησης. Η κοντέσα ήταν ανάμεσα στη δεύτερη με την τρίτη γέννα. Τα παιδιά έχαιραν άκρας υγείας. Η ίδια γκρίνιαζε λίγο, είχε βαρύνει και της είχε υποσχεθεί να μην φύγει στο εξωτερικό μέχρι να γεννήσει και το τρίτο. Ο κόντες έπρεπε να καλυφθεί από την τοπική κοινωνία. Αλλά δεν είχε βρει ακόμη αυτό που έψαχνε. Μέχρι που είδε την Αγγελοκατερίνη στη βρύση.

Μη με ρωτήσετε τι έγινε μετά. Οι ιστορίες αυτές είναι λίγο – πολύ κοινές. Αυτός ήταν γοητευτικός. Αυτή επέλεξε να μην πατήσει στη γη. Αυτός κάποια στιγμή μπορεί και να μαγεύτηκε από αυτή την ακαθόριστη ποιότητα του ανάμεσα σε γη και ουρανό. Αυτή βρέθηκε σε ένα σπίτι στην πόλη. Μαντενούτα του κόντε Νάνε.

Άλλαξε η ζωή της; Ίσως και όχι. Αγνάντευε τις στέγες και τα μακρινά σύννεφα και συνομιλούσε με τα πουλιά. Όπως και στο χωριό.
Τη φρόντιζε; Ας πούμε ότι τη φρόντιζε. Της έστελνε κάθε μέρα τα ψώνια στο σπίτι. Πού και πού κανένα ρεγάλο, ένα σάλι τούρκικο, ένα βραχιόλι βενετσιάνικο (όχι πολύ ακριβό). Γι΄αυτή ήταν σαν να της έδινες ψωμί, την ίδια αξία είχαν τα δώρα – το ψωμί γι’ αυτήν είχε μεγαλύτερη. Το ψωμί άλλωστε μπορούσε να το μοιραστεί με τα πουλιά από το παράθυρό της.
Κι έτσι περνούσε ο καιρός. Παιδί δεν έπιασε. Όχι. Δεν πιάνουν οι άγγελοι παιδιά. Ο κόντες δεν ήξερε αν ήταν τυχερός ή εάν έπρεπε να θλίβεται.
Μέχρι που μια μέρα ο Νάνες δεν ξανανέβηκε τις σκάλες στο σπίτι. Η καρδιά του, της είπε ο συμπονετικός θεληματάρης που της ανέβασε τα τελευταία πληρωμένα ψώνια. Μετά κανείς, τίποτε.

Η Αγγελοκατερίνη ύστερα από λίγες μέρες με τα μαλλιά ξεχτένιστα κατέβηκε και πήγε στον Άγιο. Η πιάτσα ψιθύριζε στο θρόισμα από τις φούστες της. «Η μαντενούτα, η μαντενούτα». Στις τσέπες της είχε ξεροκόμματα. Στάθηκε πρώτα στην πλακάδα και τάισε τα πουλιά. Μετά μπήκε στην εκκλησιά και κάθισε. Την άλλη τα ίδια. Και την παράλλη. Μετά από μια βδομάδα την βρήκαν μπροστά στην κλειστή πόρτα της εκκλησιάς παγωμένη, τα πουλιά έτρωγαν το τελευταίο ξεροκόμματο από το χέρι της. Δεν είχε ούτε θλίψη ούτε πόνο. Είχε απλώς αναχωρήσει.»

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/740634139639437/…

————————————————————————————————————————————–

46968786_740002349702616_1561942742127345664_n

ΤΟ ΤΕΛΟΣ

28/11/2018

Το τέλος του κόσμου θα έρθει γλυκά. Θα είναι μια ήρεμη, έναστρη νύχτα.

Δεν θα έρθει μέσα από αστραπόβροντα και κλαγγές. Δεν θα ακούγονται διαπρύσιοι λόγοι τυφλών προφητών. Δεν θα έχουν γίνει ανακοινώσεις. Δεν θα έχει κατεβεί κανείς στα καταφύγια.

Θα είναι μια γλυκιά, έναστρη νύχτα. Θα έχεις σηκωθεί από το κρεβάτι, θα σταθείς στο παράθυρο, θα ανάψεις τσιγάρο. Από τον δεύτερο όροφο θα ακούγεται η φωνή της Κάλλας στην «Τόσκα».

Δεν θα το περιμένει κανείς. Ακόμη κι εσύ θα απορείς με την ομορφιά της νύχτας. Θα έχεις ξεχάσει τη μέρα που έφυγε. Όπως θα έχεις ξεχάσει τις εικόνες που περνούσαν όλη μέρα μπροστά από τα μάτια σου.

Δεν ήταν άνθρωποι. Ήταν εικόνες. Μωρά και ζώα βασανισμένα. Άνθρωποι αδικημένοι. Δάση εκριζωμένα. Κι όμως, ούτε ένα δάκρυ δεν έχεις ρίξει εδώ και χρόνια. Όχι μόνο εσύ. Δεν είναι άνθρωποι. Είναι μόνο εικόνες. Είναι κάτι που δε σε αφορά.

Το πρωί ξυπνάς και ξυρίζεσαι. Το ζεστό νερό εδώ και καιρό είναι το μόνο ζωντανό που έχει μείνει δίπλα σου. Φοράς ένα καινούριο σακάκι. Κατεβαίνεις. Πηγαίνεις στη δουλειά. Έχεις δουλειά. Έχεις ζεστό νερό να ξυριστείς το πρωί. Διαλέγεις το φαγητό που θα σου φέρουν στη δουλειά το μεσημέρι. Κι έτσι, εδώ και καιρό, όλα είναι εικόνες και δεν είναι τίποτε.

Εδώ και καιρό δεν νιώθεις . Δεν έχεις καμία επιθυμία. Από τότε που σε άφησε δε σε νοιάζει να αγκαλιάσεις καν άλλη γυναίκα. Σε κοίταξε στο τρένο το πρωί μια όμορφη κοπέλα με κραγιόν τόσο κόκκινο σαν από σφαγμένο ζώο. Δεν την πόθησες. Ήταν μια εικόνα.

Δεν είσαι μόνο εσύ. Είναι όλοι έτσι. Δεν υπάρχει τίποτε πια. Όλα, τώρα που το σκέφτεσαι, ξεκίνησαν εκείνο το βράδυ. Εκείνο το βράδυ που ξύπνησε ξαφνικά στη μέση της νύχτας και άρχισε να κλαίει. Είχατε δει πολλές εικόνες εκείνο το βράδυ. Βίας και φρίκης. Και φτώχειας. Και εξαθλίωσης. Αλλά ήταν μόνον εικόνες. Εσύ έκλεισες την τηλεόραση και πήγες στο κρεβάτι. Αυτή άργησε να έρθει και την άκουσες να κλαίει ξαφνικά στη μέση της νύχτας. Ξαφνιάστηκες. Είχες χρόνια να ακούσεις κλάμα δίπλα σου. Ζωντανά. Ήταν σαν ένα μικρό, πληγωμένο, άγριο ζώο.

Το πρωί ενώ πίνατε καφέ αυτή ξεφύλλιζε ένα παλιό βιβλίο. Όταν έφτασε στο τρομακτικό πρόσωπο της Μέδουσας στάθηκε. Πάντα έρχεται κάποια στιγμή, σου είπε, πάντα έρχεται κάποια στιγμή, που το τρομακτικό πρόσωπό της δε μας τρομάζει πια, ακόμη κι όταν το αντικρίζουμε κάθε μέρα στον καθρέφτη.

Το απόγευμα όταν γύρισες αυτή δεν ήταν εκεί. Το σπίτι ήταν κρύο, ένα κομμάτι χαρτί με δυο λέξεις. Τόσα χρόνια μαζί δεν ήξερες πώς ήταν τα γράμματά της. Όμως ήσουν σίγουρος ότι ήταν δικά της. «Φεύγω. Προσδοκώ το τέλος του κόσμου.».

Κι έτσι ήξερες ότι τα πράγματα είχαν φτάσει στο μη περαιτέρω. Η απουσία κάθε κινήτρου, κάθε συναισθήματος. Σου έλειπε βέβαια το ζεστό της σώμα δίπλα σου στο κρεβάτι. Αλλά δεν ήξερες να το περιγράψεις, δεν ήξερες να πεις γιατί ο κόσμος είχε φτάσει εδώ και γιατί έπρεπε να τελειώσει.

Ήξερες όμως ότι θα γίνει απαλά, χωρίς φασαρία, να, μια έναστρη νύχτα σαν αυτήν εδώ, ενώ θα ακούγεται η Κάλλας στην «Τόσκα».

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/740002343035950/…

—————————————————————————————————————————————-

46898066_739448289758022_7710558987539709952_n

ΑΔΕΣΠΟΤΕΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

27/11/2018

Και είναι κάποιες μέρες που ξυπνάς και τίποτε δεν έχει πια σημασία. Αποκομμένος από κάθε συναίσθημα νομίζεις ότι δεν νιώθεις τίποτε. Ο πόνος, η θλίψη, η αναμονή, η απώλεια, τα έχεις ζήσει και τα έχεις σκεφτεί τόσες φορές πριν τα ζήσεις που όταν έρθει εκείνη η ώρα δεν υπάρχουν πια δάκρυα, δεν υπάρχει πια πόνος.

Υπάρχει μόνο κούραση κι η κούραση στομώνει την ψυχή.

Είναι τότε οι μέρες ανάμεσα, ανάμεσα στο χειμώνα και στην άνοιξη, ανάμεσα στο κρύο και στο μη – κρύο, ανάμεσα σε μια εποχή που πέρασε και μια καινούρια που ξημερώνει αλλά δεν την έχεις δοκιμάσει ακόμη (θα έχει την καλοκαιρινή αρμύρα στο δέρμα ή θα έχει το κρύο του φθινοπωρινού λυκόφωτος;).

Είναι τότε οι μέρες αδέσποτες στην άκρη της πόλης, εκεί θέλεις να τις περνάς. Σέρνεσαι σε συνοικιακά καφενεία που σερβίρουν φτηνό, κακό καφέ. Τα ρούχα βρωμίζονται από ένα τηγάνι που κάποιος κάτι απροσδιόριστο τηγανίζει. Η λαδίλα σε ποτίζει αλλά δε σε νοιάζει. Καπνίζεις έτσι ξαφνικά και πολύ- αυτό σε κάνει ένα με όλους τους μικρούς περιθωριακούς που ζούνε εδώ, το τσιγάρο μόνιμα αναμμένο ανάμεσα σε κιτρινισμένα ακροδάκτυλα. Επιθυμείς να τους μοιάσεις, γι’ αυτό καπνίζεις.

Ξεχνάς τα λόγια που τόσα χρόνια έλεγες και συνεννοείσαι με τα βασικά. Υγρασία πάλι σήμερα. Πόσα θέλεις για να παίξεις ένα δελτίο. Του Γιάγκου του έστειλε χαρτί με κλητήρα η γυναίκα του, από τότε που τους άφησε δεν έχει δώσει φράγκο για τα παιδιά. Η Μαρίτσα είναι όμορφη αλλά σαν μεγαλώσει θα παχύνει σαν τη ντουλάπα τη μάνα της. Κέρασε ένα τσίπουρο τα παιδιά.

Το απόγευμα βλέπεις τις νοσοκόμες που σχολάνε και ο Παναγιώτης, αφού ζητιάνεψε μερικά ευρώ, φτιάχνει το κρεβάτι του στον καναπέ του κυλικείου. Ούτε και σήμερα κατάφερες ν’ ανέβεις να την δεις.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/739448286424689/…

—————————————————————————————————————————————–

46786428_738580166511501_5748687299038674944_n

ΟΜΝΙΑ

26/11/2018

Κι όταν ξεκινούσε ο καιρός των βροχών μαζευόμαστε γύρω από τη φωτιά. Η ζωή περιοριζόταν στα βασικά. Δεν γνωρίζαμε σχεδόν καθόλου τον κύκλο του φωτός και του σκοταδιού. Γύρω από τη φωτιά οι ασχολίες ήταν πάντα περιορισμένες. Αλλά όταν τελείωναν αυτές οι ελάχιστες εργασίες που μπορούσαν να γίνουν καθηλωνόμαστε όλοι από τα λόγια της Μεγάλης.

Η Μεγάλη είχε ζήσει τόσα πολλά φεγγάρια που δεν μπορούσε πια να τα μετρήσει. Το πρόσωπο της ήταν χαραγμένο σαν τη σκασμένη γη το μεσοκαλόκαιρο. Τα χέρια της ήταν σαν ξερά κλωνάρια. Και στη θέση από τα μάτια της ήταν δυο μικρές, γλαυκές λίμνες. Η φωνή της όμως, αχ η φωνή της, είχε κάτι καθησυχαστικό, κάτι που ήταν σα να έρχεται μέσα από τα βάθη της πηγής από την οποία παίρναμε νερό. Διαυγής και ξάστερη, άρθρωνε τους ήχους και ξεκινώντας από το να δίνει οδηγίες για το καθάρισμα του σιταριού ανακάτευε τη θύμηση για το πώς έγινε ο κόσμος μας και παρεμβάλλοντας συμβουλές για τις εγκύους και για την ώρα του τοκετού (αδιάφορο εάν μιλούσε για τις γυναίκες ή για τα ζωντανά) κατέληγε σε ιστορίες για τα αστέρια πάνω από το κεφάλι μας.

Εκείνες τις μέρες της βροχής λοιπόν εμείς τις περιμέναμε. Κρεμόμαστε από τις λέξεις της Μεγάλης την οποία περιβάλλαμε με σεβασμό και αγάπη. Ακόμη και οι πιο γενναίοι άντρες κάθονταν οκλαδόν κοντά μας και δεν έχαναν λέξη από κείνο το τραγουδιστό ψιθύρισμα. Πολλά μωρά γεννήθηκαν και νανουρίστηκαν από τα λόγια της. Σε πολλούς χαράχτηκαν οι αναμνήσεις του κόσμου μας. Για μας ήταν το κέντρο του, ο φύλακας της γνώσης και των ιστοριών.

Κάποια εποχή των βροχών γεννήθηκε ένα Κορίτσι που δεν έκλαψε μόλις βγήκε στο φως. Η Μεγάλη το πήρε υπό την προστασία της. Τις έβλεπες συχνά μαζί, τη γριά γυναίκα και το παιδί, να κάθονται, να ξεψειρίζουν τη φακή, να αλέθουν με υπομονή το στάρι, να γνέθουν το μαλλί. Όταν στο Κορίτσι ήρθαν τα έμμηνα, η Μεγάλη αποχαιρέτησε έναν – έναν ξεχωριστά και ήρεμα τράβηξε για το δάσος με την ορμήνεια να μην την αναζητήσουμε. Από τις επόμενες βροχές η τραγουδιστή φωνή του Κοριτσιού μας συντρόφευε τα βράδια των βροχάδων δίπλα στη φωτιά.

(Η φωτογραφία από τους Λάκωνες είναι του Γεράσιμου Άνθη)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/738580159844835/…

—————————————————————————————————————————————

46638465_737764859926365_192936321847656448_n

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ – 
Ο ΜΕΓΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΕΙ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΜΕ ΛΑΤΕΣ ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ ΤΟΥ ’55 ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ

24/11/2018

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος (2 Σεπτεμβρίου 1901 – 3 Αυγούστου 1975) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, φωτογράφος και ψυχαναλυτής.

Γεννημένος στη Μπράιλα της Ρουμανίας, εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα το 1902 και αργότερα παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας και αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο King’s College του Λονδίνου.

Την περίοδο 1926-1931 έζησε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε με τον κύκλο των υπερρεαλιστών και ασχολήθηκε ενεργά με την ψυχανάλυση, κοντά στον ιδρυτή της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας του Παρισιού, Ρενέ Λαφόργκ. Το 1931 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα, πραγματοποιώντας την πρώτη εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα το 1935.

Η εμφάνιση του Εμπειρίκου στα ελληνικά γράμματα έγινε το 1935, με την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής του, Υψικάμινος, η οποία κυκλοφόρησε σε διακόσια πενήντα αντίτυπα που εξαντλήθηκαν.

Κατά τον ίδιο, το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού προκλήθηκε διότι το έργο θεωρήθηκε «σκανδαλώδες, γραμμένα από έναν παράφρονα».

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος υπήρξε ο πρώτος Έλληνας ψυχαναλυτής, που εξάσκησε την ψυχανάλυση κατά την περίοδο 1935-50, σε μία εποχή απαξίας της εκ μέρους της ελληνικής διανόησης.

Ασχολήθηκε ακόμη συστηματικά με τη φωτογραφία, φέρνοντας, κατά τον Ελύτη, εις πέρας το έργο του «με τη δεξιοτεχνία και την επιμονή μανιακού».

Το φωτογραφικό του έργο είναι εξαιρετικά πλούσιο, πολύμορφο και ποιοτικά άνισο. Χρονολογείται από το 1919, όταν σε ηλικία δεκαοκτώ ετών εμφάνισε τις πρώτες φωτογραφίες του, ως επί το πλείστον οικογενειακές, αν και για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμενε άγνωστο.
Χωρίζεται συνήθως σε τρεις κατηγορίες που περιλαμβάνουν τις φωτογραφίες της προπολεμικής περιόδου, της μεταπολεμικής καθώς και μία σειρά φωτογραφιών του γιου του, από το 1957 έως το 1974. Τα θέματα που απεικόνισε είναι μεικτά και περιλαμβάνουν αναμνηστικές φωτογραφίες, τοπία στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, σκηνές δρόμου (κυρίως από το Παρίσι και το Λονδίνο), προσωπογραφίες οικείων προσώπων, γυμνά, νεκρές φύσεις καθώς και άλλες φωτογραφίες υπερρεαλιστικού χαρακτήρα.

Ιδιαίτερη θέση κατέχουν επίσης οι φωτογραφίες μικρών κοριτσιών, αποκαλούμενα συχνά στο έργο του ως παιδίσκες.

Οι περισσότερες από αυτές είναι τραβηγμένες ευκαιριακά, στο δρόμο, ενώ ορισμένες είναι αποτέλεσμα πιο εντατικής φωτογράφισης και μπορούν να συγκριθούν με τις αντίστοιχες δημιουργίες του Λιούις Κάρολ.

Η φωτογραφία με τα κορίτσια με τις λάτες έχει την ένδειξη Κέρκυρα, Ιούνιος 1955.

Πιθανολογούμε από τη χωριάτικη κυρίως φορεσιά ότι πρέπει να είναι τραβηγμένη στο βόρειο και όχι στο νότιο συγκρότημα.

Εντύπωση μας κάνει το παράστημα και το χαμόγελο των κοριτσιών, η χάρη και η αρχοντιά με την οποία φέρουν το βάρος στο κεφάλι τους. Το φως που διαγράφει αμυδρά τα κορμιά τους μέσα από τα φτηνά καλοκαιρινά βαμβακερά ρούχα μας παραπέμπει στις πτυχώσεις από τους χιτώνες των Καρυάτιδων.

Αυτό άραγε να είδε ο ποιητής ή ο Μεγάλος Ανατολικός να θέλησε δια του φωτοφράκτη να κρυφοκοιτάξει κάτω από τα κότολα; Μυστήριο…

Εγώ πάντως θα θυμάμαι τον αείμνηστο Κώστα Καραμούτσο όταν μας έκανε λατινικά στο σχολείο να επιμένει ότι οι λάτες δεν προέρχονται από τη λαμαρίνα (λάτα) αλλά από το γερούνδιο του ανώμαλου λατινικού ρήματος fero (φέρω στα ελληνικά) latum. Σε κάθε περίπτωση πολλά τα βάρη που κουβαλάμε, ας τα φέρουμε με χάρη όπως οι κοπέλες τις φωτογραφίας τις λάτες τους.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/737764856593032/…

—————————————————————————————————————————————–

46491723_736787410024110_1237093522054578176_n

ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΜΠΛΕ

23/11/2018

Μαζί του μάθαμε να μιλάμε. Γιατί, αλήθεια, πόσα μπλε υπάρχουν; Κι όταν νομίζεις ότι τα έχεις εξαντλήσει όλα, ξυπνάς ένα πρωί σε τούτο τον απίστευτο τόπο, σηκώνεις το βλέμμα σου είτε στον ουρανό είτε στη θάλασσα και ανακαλύπτεις ότι το σημερινό είναι ένα καινούριο μπλε και πρέπει να του βρεις ένα καινούριο όνομα

Κι έτσι, άλλο είναι το χρώμα μια ήσυχη μέρα του Απριλίου. Κι άλλο μέσα στη μουντάδα και την υγρασία. Αλλιώς φαίνεται το μπλε όταν βλέπεις την άμμο του βυθού. Κι αλλιώς στα άπατα ή πάνω από τα μαύρα φύκια. Το χρώμα εκρήγνυται βασιλικό τις μέρες που τη θάλασσα χτυπάει αλύπητα ο βοριάς. Και πάλι, είναι κάτι ήσυχα καλοκαιρινά μεσημέρια που βλέπεις το νερό να λαμπυρίζει ανάμεσα στα σκινάρια, δεν νομίζω ότι υπάρχει πιο γλυκιά απόχρωση.

Κι έτσι υπάρχει το μπλε της Πρωσίας, και το μπλε του κοβαλτίου. Και το ουλτραμαρίν. Και το μπλε της πορσελάνης. Και τόσα, τόσα ακόμη. Εμένα όμως μου αρέσει πιο πολύ όταν φιλιόμαστε με χείλη μπλαβά από το κολύμπι στα κρύα νερά. Το πιο όμορφο μπλε του κόσμου.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/736787406690777/…

—————————————————————————————————————————————-

46503926_736040813432103_5942543559931461632_n

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΑΣ ΣΠΙΤΙ

22/11/2018

Σήμερα πέρασα έξω από το παλιό μας σπίτι. Αφηρημένη περπατούσα βιαστικά σ’ εκείνο το κομμάτι της πόλης όταν σήκωσα ξαφνικά τα μάτια. Πέρα από ένα περιστέρι που ανυψωνόταν στον ουρανό ήταν το κάποτε παράθυρό μας. Μια άγνωστή μου νεαρή γυναίκα το άνοιξε κι άρχισε να απλώνει τη μπουγάδα. Θυμήθηκα τις παλιές μας τις χαρές και πόσο μου άρεσε να κάθομαι σε κείνο το παράθυρο και να περιμένω να σε δω να ανηφορίζεις για το σπίτι. Κι αυτό, ενώ μου φάνηκε τόσο μακρινό, με ζέστανε μέσα στο κρύο πρωινό σαν ένα πολύ απαλό σάλι που ρίχνεις πάνω σου για να διώξει το κρύο ενώ απορροφημένη διαβάζεις ένα βιβλίο αγαπημένο. Σαν όλη εκείνη η ζωή που ζήσαμε μαζί να μην ήταν παρά εκείνη η χαρούμενη προσμονή στο παράθυρό μας.

Τώρα όμως έχουν αλλάξει τα πράγματα. Είχα καιρό να σκεφτώ εκείνη τη ζωή που ζούσαμε μαζί. Αλλά να, σήμερα πέρασα τυχαία έξω από το παλιό μας σπίτι. Και ήθελα να μιλήσω στην άγνωστη γυναίκα και να της φωνάξω πόσο αγαπούσα εκείνο το παράθυρο. Και την εικόνα σου να ανηφορίζει το δρόμο για το σπίτι.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/736040806765437/…

—————————————————————————————————————————————–

46521672_735553126814205_1335368180582842368_n

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΚΟ ΚΑΙΡΟ

21/11/2018

Όταν ο καιρός γυρίζει στην όστρια τα ποστάλια δένουν αρόδο μπροστά από το σπίτι, σαν τα πουλιά που μαζεύονται και περιμένουν να περάσει ο χειμώνας.

Είναι περίεργος τούτος ο καιρός κι όταν αποσύρεται η κουρτίνα της βροχής η θάλασσα γεμίζει από σκαριά εμπορικά, λαμαρίνες μακρινών οριζόντων, μυστήριες κιβωτούς που λικνίζονται στα ταραγμένα νερά αποφεύγοντας θάλασσες ακόμη πιο άγριες.

Παράξενο τοπίο. Παράξενο τοπίο ενώ κάθομαι μπροστά στο τζάμι τρώγοντας. Και αναπολώντας. Και αναλογιζόμενη τη ζωή μου. Κι όλους αυτούς εκεί μέσα που περιμένουν να περάσει η καταιγίδα. Μάλλον κι εγώ αυτό κάνω. Και αυτήν την ώρα ίσως πίνουμε ένα ποτήρι κρασί παρέα.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/735553123480872/…

—————————————————————————————————————————————-

46631793_735380373498147_3175549542779060224_n

Η ΑΕΙΘΑΛΗΣ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΞΥΛΙΝΟΥ ΠΟΝΤΕ

20/11/2018

Στον τόπο μας, περίκλειστο από θάλασσα, ο ξύλινος πόντες βάζει τα βήματά μας λίγο πιο πέρα πάνω στο νερό είτε για να δέσουν τα μικρά πλεούμενα είτε για να ρίξουν βότσαλα τα μιτσά στο κύμα είτε για να ψαρεύουν με πετονιά και σκουλούκι οι γερόντοι είτε για να φιληθούν οι εραστές κάτω από τον έναστρο ουρανό.

Παραπέμπουν στους λιμναίους οικισμούς και έχουν κατασκευαστεί με τον ίδιο αρχέγονο τρόπο. Με τον τρόπο που είναι χτισμένη κι όλη η Βενετία με τα palazzi της.

Δε σε φοβάμαι θάλασσα, λέει ο μοναχικός πόντες. Σε κερδίζω.

Σπαρμένοι σε όλη την Κέρκυρα κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να φυλάσσονται και να συντηρούνται (κάτι έλεγαν ότι στερούνται αδείας και θα πρέπει να ξηλωθούν).

Είναι απείρως κομψότεροι από τις πλωτές εξέδρες και λοιπά κινητά στοιχεία. Σε πολλές μεριές είναι απαραίτητο συστατικό του τοπίου. Λατρεύω τον ήχο που κάνουν τα βήματά μας πάνω στα ξύλινα πολυκαιρισμένα σανίδια – κι από κάτω το νερό να γλουγλουκίζει.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/735380370164814/…

—————————————————————————————————————————————–

46498063_734715523564632_6670529457062674432_n

ΕΝΑ…

19/11/2018

Ο καιρός θα είναι πάντα η αφορμή.
Άλλοι μιλάνε γι’ αυτόν εμμονικά,
κι άλλοι, φτάνοντας στο σημείο που αναγνωρίζουν
την αξία της κάθε στιγμής, αποφασίζουν να μην ασχοληθούν πια ούτε με τον καιρό, ούτε με την υγρασία, ούτε με την ασφυξία που σου δημιουργούν οι άλλοι και στρέφονται,
με όλους τους καιρούς, στη φύση.
Δεν θα μπορούσα να μείνω άλλο μακριά σου,
ω θαλερό τοπίο των παιδικών μου χρόνων, ανάσα μου καθημερινή, κολυμπήθρα καθαρτήρια.
Δεν είσαι συ για μένα ούτε σκηνικό απλό ρομαντικών περιπετειών ούτε αισθητικό πλαίσιο μιας ζωής
που αναλώνεται – σκέτα.
Εσύ είσαι Όλα.
Και μόνο κοντά σου βρίσκω την ηρεμία και τη δύναμη.
Και τη χαρά.
Ακόμη κι όταν επιστρέφω στα μέρη που πηγαίναμε μαζί,
γεμάτα αναμνήσεις που πονάνε,
το πνεύμα του τόπου με περιβάλλει.
Η θάλασσα, οι κλώνοι, τα περνάρια.
Οι βάτοι και τα μηλασφάκια.
Ο ουρανός μέσα από τα φυλλώματα.
Δεν υπάρχεις εσύ, δεν υπάρχω εγώ,
ή μάλλον δεν υπάρχουμε ως δυο οντότητες
που προσπάθησαν να γίνουν ένα.
Υπάρχουμε ως μια πέτρα στο μονοπάτι, μια καλαμιά δίπλα στη βρύση, ένα κυπαρισσόμηλο που πέφτει στο χώμα.
Ελάχιστοι και απολύτως απαραίτητοι.
Σε θαυμαστή ισορροπία.
Κι έτσι, αγάπη μου, δεν μου λείπεις.
Υπάρχεις παντού, πώς μπορώ λοιπόν να σε ξεχάσω;
Αλλά είσαι ένα μικρό βότσαλο
που χαράζει την επιφάνεια του νερού.
Και σε λίγο, έρχεται ξανά η ηρεμία.

Το απόλυτο του ενός.

(Φωτογραφία : Θεόδωρος Σκαλίτης)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/734715520231299/…

—————————————————————————————————————————————

46414970_733009663735218_2408500522953736192_n

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ

16/11/2018

Ξεκίνησαν όλα σαν αστείο ˑ κανείς δεν είχε προβλέψει την εξέλιξη. Το νησί αποκλείστηκε από τον υπόλοιπο κόσμο. Κανένα καράβι δεν πραγματοποιούσε πια το θαλάσσιο πέρασμα.

Στην αρχή, είπαμε, κανείς σχεδόν δεν καταλάβαινε τη διαφορά. Υπήρχε βενζίνη ακόμη στις δεξαμενές, τρόφιμα στα σούπερ – μάρκετ, καφές στα καφενεία. Όταν τα ράφια άρχισαν να αδειάζουν ο κόσμος άρχισε να επικεντρώνει στα βασικά. Οι μέρες όμως περνούσαν και τα βασικά τελείωναν. Σύντομα τελείωσε και η βενζίνη.

Περίεργες μέρες ξημέρωναν. Στα σούπερ – μάρκετ γινόταν χαμός για το τελευταίο βαζάκι με κερασάκια μαρασκίνο, ελλείψει άλλων ειδών διατροφής πιο ουσιαστικών. Στη λαϊκή γίνονταν πια πλειστηριασμοί για ένα κουνουπίδι και λίγες πατάτες. Τα αυτοκίνητα έμεναν ακινητοποιημένα στις άκρες των δρόμων.

-Δεν υπάρχει περίπτωση, έλεγαν οι πιο παλιοί. Κάτι τέτοιο δεν έχει ξαναγίνει. Τουλάχιστον έχει να συμβεί από το Μεγάλο Κακό. Δεν θα μας εγκαταλείψει το κεντρικό κράτος.
Και αυτοί διαψεύστηκαν. Τρόφιμα δεν έρχονταν πια, ούτε βενζίνη. Κανείς δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να σπάσει τον αποκλεισμό.

-Δεν υπάρχει περίπτωση, έλεγαν οι πιο παλιοί. Αφού δεν υπάρχει κράτος θα ανθίσει ξανά το κοντραμπάντο.
Στο παλιό λιμάνι άρχισαν να μαζεύονται παρέες γύρω από έναν – δυο γέρους καβοδέτες οι οποίοι αφηγούνταν τα έπη διάσημων κοντραμπατζήδων. Κι όμως, αυτή τη φορά δεν βρέθηκε ούτε ένας να θελήσει να σπάσει τον αποκλεισμό. Σκάφη μικρά και μεγαλύτερα, βάρκες και ιστιοπλοϊκά ακόμη και κάτι αρχαία τσιγαράδικα έμεναν παροπλισμένα.

Οι ελλείψεις άρχιζαν να δείχνουν στα πρόσωπα του κόσμου. Έγιναν ένα – δυο απόπειρες κλοπών. Μπροστά στα άδεια ντουλάπια και ψυγεία αποθαρρύνθηκαν κι όλοι οι υπόλοιποι επίδοξοι διαρρήκτες. Ακόμη περισσότερο, όταν είδαν τον κόντε Καλοπέραση να τσακώνεται στη λαϊκή για ένα μπρόκολο. Υπήρχαν κι άλλοι πλούσιοι στον τόπο, αλλά ο κόντε Καλοπέραση ήταν ονομαστός για τα λουκούλλεια δείπνα και τις πλούσιες δεξιώσεις που παρέθετε.
Αφού λοιπόν σώθηκαν κι οι δικές του προμήθειες (στο σπίτι του τις τελευταίες μέρες έτρωγαν πρωί – μεσημέρι – βράδυ τα τελευταία κουτιά με χαβιάρι) η κάθοδός του στην αγορά των λαχανικών της πόλης μαζί με το μπάσο πόπολο έδειχνε ότι τα πράγματα είχαν φτάσει για όλους στο μη περαιτέρω.

-Τα λέγαμε εμείς, έλεγαν οι πιο παλιοί. Δεν έπρεπε να εγκαταλειφθεί η γη. Δεν έπρεπε να τα παίρνουμε όλα έτοιμα. Θυμάμαι η μάνα μου τι έφτιαχνε εκείνη την εποχή, χωρίς μέσα, χωρίς τίποτε.
Ήταν αργά όμως γι’ αυτές τις διαπιστώσεις. Ο κόσμος ήταν πια στα όρια της εξάντλησης, κυρίως από όλη την προσπάθεια να βρίσκει κάθε μέρα τα βασικά.
Δημιουργήθηκαν και κάνα – δύο περιστατικά με υστερίες στη μέση του δρόμου αλλά ευτυχώς βρέθηκαν οι ψυχραιμότεροι και επανέφεραν την ηρεμία με ένα – δυο χαστούκια.

Οι άνθρωποι αυτήν την εποχή του αποκλεισμού ήταν διαφορετικοί, σαν να είχαν αποσυρθεί από μια θορυβώδη καθημερινότητα, σαν να είχαν στραφεί προς τα μέσα. Σαν να αναλογίζονταν όλα τα προηγούμενα.

-Θα δείτε, έλεγαν οι πιο παλιοί. Όταν τελειώσει Αυτό (δεν ήθελαν ούτε να το ονοματίσουν), ο κόσμος θα είναι καλύτερος. Θυμάστε τον κόσμο μετά το Μεγάλο Κακό; Έτσι θα συμβεί και τώρα.
Κι έτσι άρχισαν να ζουν όλοι με την ελπίδα ότι ένας καλύτερος κόσμος θα ξημέρωνε, λες κι Αυτό τους εξιλέωνε για όλα τα προηγούμενα και προοιώνιζε κάτι καινούριο.

Και πάλι οι παλιοί διαψεύστηκαν. Ξαφνικά, μια μέρα, Αυτό σταμάτησε το ίδιο ξαφνικά όπως είχε ξεκινήσει. Η κανονικότητα επέστρεψε, τα ράφια στα σούπερ- μάρκετ γέμισαν, τα αυτοκίνητα άρχισαν να κινούνται στους δρόμους, ο κόντε Καλοπέραση παρέλαβε τα καινούρια κουτιά χαβιάρι.

Και τα πρόσωπα των ανθρώπων ήταν τα ίδια με πριν, εννοώ πριν από Αυτό, σαν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτε, σαν να διαγράφτηκε όλη αυτή η εμπειρία, όπως πετάς ένα κόκκο σκόνη από το σακάκι σου.
Και η ζωή συνεχίστηκε πεζά, ρηχά, ανερμάτιστα, ίδια με πριν.

(Χαρακτικό : Νίκος Βεντούρας)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/733009660401885/…

—————————————————————————————————————————————–

46283536_732077247161793_6527723598356938752_n

ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΨΕΜΑΤΑ

15/11/2018

Μια μυρωδιά, μια γεύση κι ένα άκουσμα ανακάλεσαν τη μνήμη. Έτσι ξεκίνησα να αποτυπώνω την ανάμνηση στο χαρτί. Αλλά από την ώρα που η ανάμνηση γινόταν λέξεις, αυτονομήθηκε και υπαγόρευσε αυτή, όπως της άρεσε τη συνέχεια της ιστορίας. Κάπου εκεί έχασα το μπούσουλα, οπότε άφησα τις λέξεις να χαράζουν την πορεία τους και να γίνονται οι ιστορίες που αυτές ήθελαν.

Τα καλοκαίρια στα χωριά, σε τραπέζια με κρασιά στο χρώμα του κεχριμπαριού και τα έντομα να πετάνε σε τροχιά γύρω από τις λάμπες, άκουγα καινούριες ιστορίες που η μνήμη του αφηγητή τις είχε φυλάξει μέσα από τις δικές του αναμνήσεις και τη συλλογική μνήμη της κοινότητας. Ταράχτηκα τόσο από τη σκληρότητα και συνάμα την αφηγηματική λιτότητα αυτών των ιστοριών που είχαν πράγματι συμβεί. Η αλήθεια τους με έκανε να θέλω να τις καταγράψω, αλλάζοντας συχνά με επιμέλεια τα ονόματα των πρωταγωνιστών. Κι εκεί το κουβάρι πολλές φορές έφευγε από τα χέρια μου και ξετυλιγόταν εκεί που το ίδιο ήθελε να πάει. Έπρεπε να το είχα μάθει πια.

Κι όταν έφτασε η ώρα να μοιραστώ τις ιστορίες μου, τότε, ω του θαύματος (που έλεγαν και τα αγορίστικα μυθιστορήματα των παιδικών μου χρόνων που μου άρεσαν πολύ) οι αναγνώστες τις αληθινές ιστορίες τις θεωρούσαν παιδιά της αχαλίνωτης φαντασίας μου • κι εκεί που οι λέξεις είχαν κάνει τα δικά τους έβλεπαν την Αλήθεια (τη δική τους, βαθιά κρυμμένη, του γείτονα, του κυρίου Τάκη που εκείνα τα χρόνια τον κουβέντιαζε όλη η Πόρτα Ρεμούντα, δεν θυμάσαι;).

Και τελικά αλήθειες και ψέματα μπλέχτηκαν τόσο αξεδιάλυτα καθώς κανένας μας δεν θέλει να παραδεχτεί τις σκληρές αλήθειες ανάμεσα στις οποίες ζούμε. Και πίσω από τα ψέματα νομίζουμε ότι βλέπουμε τους αντικατοπτρισμούς της πραγματικότητας. Και γιατί, τελικά, μέσα από αλήθειες και ψέματα αναγνωρίζουμε τα θραύσματα του εαυτού μας. Αυτά που έχουμε βαθιά μέσα μας και ντρεπόμαστε να τα παραδεχτούμε. Αλλά γνωρίζουμε ότι υπάρχουν.

Στο τέλος, δηλαδή, πάντα κερδίζουν οι λέξεις.

(Η φωτογραφία είναι του Andrew Scourfield)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/732077243828460/…

—————————————————————————————————————————————-

46331515_731830543853130_9113954107151876096_n

ΤΑΟ / ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

14/11/2018

“Ο Δρόμος μοιάζει με το χορό. Μπορείς να μιλήσεις για το χορό αλλά τα λεγόμενά σου δεν είναι ο ίδιος ο χορός.”

Δεν ξέρω πολλούς ανθρώπους που να έχουν βρει το Ταό τους, μας είπες. Ίσως στη ζωή μου έχω συναντήσει έναν ή δύο. Ή τουλάχιστον εγώ νομίζω ότι αυτοί οι δύο έχουν βρει το Ταό τους. Όλοι οι υπόλοιποι ξυλάρμενοι στον ωκεανό. Η κουβέντα προχώρησε παρακάτω, ήπιαμε κι άλλο κρασί ενώ η ήσυχη βροχή έσπαγε την ησυχία της νοεμβριάτικης νύχτας κι εγώ σκεφτόμουνα τη Bασίλισσα.

Η Bασίλισσα είχε γεννηθεί βασίλισσα σε μια φτωχιά οικογένεια στο χωριό. Ούτε μορφώθηκε πέρα από κάποιες τάξεις στο δημοτικό, ούτε εκπάγλου καλλονής ήτανε, ούτε ξεχώρισε σε τίποτε ιδιαίτερα. Ήταν όμως ένα γλυκό, υπομονετικό κορίτσι. Όταν ήρθε η ώρα της παντρειάς πήρε έναν εξίσου φτωχό αλλά βάναυσο και άξεστο άντρα. Αυτή ήταν η μοίρα της;

Η ζωή της ήτανε σκληρή. Ζούσαν σε μια χαμοκέλα. Ξύπνημα από το χάραμα, δουλειά όλη μέρα για ένα πιάτο φαΐ κι από πάνω η σκληράδα του αντρός της. Η ένωσή τους ξερή, δεν έφερε παιδιά. Αυτή δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ. Υπέφερε τα πάντα. Το χωριό δεν άκουσε ποτέ παράπονο από το στόμα της. Κουβαλούσε τη ζωή που της έλαχε, τον άντρα που της έτυχε σαν το δέρμα της, σαν δεδομένα, τα θεμέλια του κόσμου της. Επιθυμία, όνειρο, θέλω δεν βγήκε από το στόμα της. Αν ήθελε να γίνει κάτι άλλο στη ζωή της; Να πάρει άλλη πορεία; Να της τύχαινε άλλος άντρας;

Σιωπηλή, με ρούχα φτωχικά περιφερόταν στο μικρόκοσμο του χωριού με μια περηφάνια, μια αρχοντιά σχεδόν απόκοσμη, το παράστημά της, το προφίλ της αν το αποσυνέδεες από τη θλιβερή πραγματικότητα ένιωθες ότι δεν ταίριαζε εκεί, της έπρεπε θαρρείς κάτι άλλο. Και η ζωή συνεχιζόταν κανονικά.
Ο βάναυσος άντρας της αφού την παίδεψε αρκετά πέθανε ένα χειμωνιάτικο βράδυ στην τρίτη ηλικία πια. Τα μαλλιά της Bασίλισσας είχαν ασπρίσει και τα πόδια της τα βασάνιζαν οι ρευματισμοί. Εκεί, μέσα στη χηρεία της, στον κήπο της χαμοκέλας, απεριποίητη, βασανισμένη και γριά, είδε και αναγνώρισε τη βασίλισσα ένας ευκατάστατος χήρος Ελβετός που για κάποιο μυστήριο λόγο είχε διαλέξει το χωριό για παραθερισμό. Ο Ελβετός έπεσε κεραυνόπληκτος στη θέα της : εκτός του ότι δεν υπάρχει λογική εξήγηση για τον έρωτα (ο οποίος δεν αποτελεί προνόμιο μόνο των νεαρών), ο Ελβετός αναγνώρισε τη βασίλισσα πίσω από τα κουρέλια και αποφάσισε ότι αυτή τη γυναίκα ήθελε να έχει βασίλισσα του υπόλοιπου βίου του.

Η αποκαλυφθείσα πια βασίλισσα έλαμψε ευτυχισμένη στο πλάι του Ελβετού, αν όχι από τον ώριμο έρωτα, από την αφοσίωση και την αγάπη. Στην Ελβετία τους μισούς μήνες του χρόνου, σε ένα διαμέρισμα στο καλύτερο προάστιο της πόλης τους άλλους μισούς, η Bασίλισσα έλαμπε με τα καλοχτενισμένα της μαλλιά, τα κομψά παπούτσια, τα φροντισμένα ρούχα, όσα χρόνια έζησαν μαζί. Τη φρόντισε και μετά το θάνατό του. Η μικρή μας πόλη τη θυμάται να πίνει το αναψυκτικό της στην πλατεία με την κυρία που την φρόντιζε τα τελευταία χρόνια της ζωής της, με τα κομψά της ταγέρ και τις πέρλες της στο λαιμό, τα διαπιστευτήρια του Ελβετού στη βασίλισσά του.

Πιστεύω ότι ο Δρόμος της θα την είχε οδηγήσει σε κάποιον χορό αφοσίωσης έτσι κι αλλιώς.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/731830540519797/…

ΥΓ

Στην φωτογραφία το ζευγάρι επί σκηνής Ρ. Ρέντφορντ και Μια Φάροου, σε σκηνή από την ταινία «Ο υπέροχος Γκάτσμπι»(1974), με την ζωή του μεγάλου Αμερικανού λογοτέχνη Σκοτ Φιτζέραλντ.

—————————————————————————————————————————————

46049024_730834177286100_6429060855173742592_n

ΜΝΗΜΗ

13/11/2018

Η μνήμη παίζει περίεργα παιγνίδια.

Η μνήμη μου δεν φυλακίζεται μέσα στις φωτογραφίες, έχω άλλωστε πολύ λίγες.

Μεγάλωσα την εποχή που οι φωτογραφίες ήταν λιγοστές. Κι ακόμη και τότε, τότε δηλαδή που δεν κλικάραμε με τα κινητά σε κάθε πλάνο της ζωής μας, ουσιαστικό ή ασήμαντο, και πάλι δεν έλεγαν πολλά πράγματα.
Οι περισσότερες φωτογραφίες ήταν στημένες. Όσο σοβαροί κι αγέλαστοι ήταν τα πρόσωπα των πρώτων εικόνων, τόσο απαραίτητα γελαστοί έπρεπε να βγαίνουμε στις επόμενες.

Μην κάνεις μορφασμούς, θα κάνεις ρυτίδες, μου ψιθύριζε στο αυτί η κοκέτα νόνα μου ενώ μου έδινε μια τσιμπιά. Κι έτσι, η φωτογραφία εκείνη δεν έδειξε ποτέ πόσο υπέφεραν τα πόδια μου μέσα στα κυριακάτικα λουστρίνια (τότε στα παιδιά τις Κυριακές μας έβαζαν «τα καλά μας», ακόμη και για μια βόλτα στην εξοχή).

Στην άλλη φωτογραφία, εκείνο το Πάσχα, η Μαριέτα με το Μπάμπη κοιτούσαν τρυφερά το φακό και ο ένας τον άλλον σαν ερωτευμένα πιτσουνάκια. Προηγουμένως είχε γίνει σύρραξη στο τραπέζι με εκπληκτικές εκατέρωθεν βρισιές προς τέρψιν όλων εμάς των παιδιών που ακούσαμε λέξεις που δεν είχαμε ακούσει ποτέ πριν (είπαμε, ήταν άλλες εποχές). Μετά λοιπόν από εκείνη τη φωτογραφία όπου η Μαριέτα και ο Μπάμπης έπαιζαν τους ερωτευμένους (ενώ πριν είπαμε, η νόνα έπιασε στον αέρα την τελευταία στιγμή την κρυστάλλινη καράφα από την προίκα της μάνας μου και την έσωσε από τη σύρραξη), η Μαριέτα μάζεψε τα πράγματά της και αναχώρησε προς άγνωστο κατεύθυνση με τον κύριο Μίλτο, έναν σοβαρό κύριο που την περνούσε τουλάχιστον είκοσι χρόνια, κι από τότε, εκτός από περσόνα νον γκράτα στις συζητήσεις των μεγάλων η Μαριέτα γλίτωσε κι όλα τα επόμενα βαρετά οικογενειακά τραπέζια (τα παιδιά είμαστε βέβαια ότι η Μαριέτα περνούσε κάπου αλλού καταπληκτικά και γι’ αυτό οι μεγάλοι την μέμφονταν που τους είχε αφήσει πίσω διαχειριστές της βαρεμάρας).

Έτσι λοιπόν, για να γυρίσουμε στο θέμα μου, οι φωτογραφίες δεν έλεγαν ποτέ σπουδαία πράγματα, ή μάλλον, έκρυβαν επιμελώς την αλήθεια. Σήμερα, νομίζω ότι εξακολουθούν να μη λένε απολύτως τίποτε, με τόσους άχρηστους προσωπικούς αντικατοπτρισμούς και εικόνες ευτυχίας.

Δεν μπορώ να περιγράψω τις μνήμες μου ούτε με μια εικόνα ούτε σκέτα με λέξεις. Τις ανασαίνω, όσο τις θυμάμαι, για όσο θα τις θυμάμαι. Κάποιες με λυπούν, κάποιες με θυμώνουν. Και κάποιες με χαϊδεύουν απαλά και με γαληνεύουν. Κι όταν ζορίζομαι, σκέφτομαι εκείνο το Πάσχα και την ψεύτικη φωτογραφία της Μαριέτας. Και πως αυτή κατάφερε να ξεφύγει από τη βαρεμάρα.

Αυτή η σκέψη με παρηγορεί, κι ας μην ξέρω τι της συνέβη στη συνέχεια. Ελπίζω ότι μια μέρα θα τη συναντήσω ξανά και θα μου πει.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/730834150619436/…

————————————————————————————————————————————-

46185144_730660970636754_997073908987330560_n

ΑΚΟΜΗ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Η ΒΔΟΜΑΔΑ

12/11/2018

Ακόμη να τελειώσει αυτή η βδομάδα και δεν είμαστε ούτε στα μισά. Στη στάση του λεωφορείου συναντάω την κυρία Λουκία. Η Λουκία δουλεύει από δεκατεσσάρων χρονών κορίτσι. Σήμερα είναι εξήντα. Η Λουκία είναι πάντα ήρεμα γελαστή, με κείνη την ήρεμη απαντοχή των ανθρώπων που πιστεύουν ότι δεν έχουν άλλη μοίρα σ’ αυτή τη ζωή. Πρώτα υπηρέτρια, μετά στα ξενοδοχεία, τα τελευταία χρόνια λαντζέρα σε εστιατόριο και στα ενδιάμεσα όλα τα υπόλοιπα : γάμος, παιδιά, εγκατάλειψη από έναν άντρα χαμένο κι η Λουκία να δουλεύει, να μεγαλώνει παιδιά, να μαγειρεύει και να ταΐζει, να πλένει και να σιδερώνει, να ψωνίζει, να φροντίζει τους γέρους γονείς (κανείς από τ’ αδέλφια της δεν τους κοίταξε, μόνο αυτή) και τώρα να φροντίζει εγγόνια. Είναι ιδέα μου ή σήμερα είναι η πρώτη φορά που τη βλέπω κουρασμένη;

Στο ταμείο του σούπερ – μάρκετ σήμερα είναι η Ελένη. Η Ελένη, κάποτε, ήταν καλλονή. Η Ελένη κατάφερε να φτάσει μέχρι το ταμείο του σούπερ- μάρκετ και είναι ευχαριστημένη γι’ αυτό. Η Ελένη ποτέ δεν υπολόγισε στην ομορφιά της. Όταν η Ελένη μεγάλωνε, τα κορίτσια της τάξης της με όμορφη εμφάνιση δεν ήξεραν ότι μπορούσαν να γίνουν μανεκέν ή παρουσιάστριες . Ήξεραν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν όλες καλούς γάμους. Ήξεραν ότι δεν είχαν καμία προοπτική στη ζωή. Ήξεραν ότι για κάποιες το καλύτερο θα ήταν το ταμείο στο σούπερ- μάρκετ. Η Ελένη πέρασε τη ζωή της χτυπώντας τιμές και φροντίζοντας άχρηστους εραστές. Κανείς από αυτούς δεν μπορούσε να πιει μόνος του ούτε νερό• στο χέρι τους το έφερνε η Ελένη. Την χαιρετώ ενώ της δίνω τα χρήματα. Ακόμη να τελειώσει η βδομάδα, μου λέει. Εδώ καλά – καλά δεν έχει αρχίσει της απαντώ και αντικρίζω για πρώτη φορά ένα πρόσωπο γερασμένο.

Στο δρόμο όλα τα γυναικεία πρόσωπα που συναντώ μου φαίνονται χλωμά και κουρασμένα. Η Σοφία πλένει τις σκάλες στην πολυκατοικία μας. Είναι πάντα ντυμένη όμορφα και είναι πολύ επιμελής στη δουλειά της. Η Σοφία σήμερα είναι χλωμή. Κουράστηκε να πλένει σκάλες και να μην της φτάνουν τα λεφτά να βγάλει το μήνα. Κουράστηκε να κουράζεται χωρίς ελπίδα.

Η Στέλλα είναι γιατρός. Σήμερα είναι κι αυτή πιο άσπρη από τη μπλούζα της. Δεν αντέχει όλη μέρα στο γιατρείο. Στο σπίτι έχει δυο μικρά παιδιά που την περιμένουν κι έχει τύψεις. Γυρνάει σπίτι κουρασμένη και δεν έχει όρεξη για τίποτε. Έχει τύψεις. Ο άντρας της βαρέθηκε να την περιμένει και γυρνάει αλλού. Και γι’ αυτό έχει τύψεις.

Κοιτάζω τις φωτογραφίες της μάνας μου. Πότε είναι αυτή η στιγμή που μια γυναίκα αποφασίζει ότι κουράστηκε και δεν αντέχει άλλο; Ξυπνάει άραγε ένα πρωί παραδομένη; Γυρνάει έναν διακόπτη και πλημμυρίζει από τις χαμένες προσδοκίες, στερεύει από ελπίδα, αφήνεται στην κούραση και τα γηρατειά;

Πότε είναι η στιγμή που μια γυναίκα τα παρατάει; Κοιτάζω τον εαυτό μου στο καθρέφτη. Είμαι κι εγώ σήμερα χλωμή και κουρασμένη• κι ακόμη να τελειώσει η βδομάδα.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/730660963970088/…

—————————————————————————————————————————————

45671271_728975800805271_2221164825575161856_n

Η ΣΟΥΠΑ ΤΗΣ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑΣ

9/11/2018

Όταν γυρίζεις σπίτι είναι πια σκοτάδι. Η μέρα ήταν κρύα και υγρή, από εκείνες που το κρύο εισχωρεί μέσα σου κι η θέρμανση δεν φτάνει να σε ζεστάνει στα απρόσωπα γραφεία ούτε το παλτό σου στους άδειους δρόμους. Τα βήματά σου ακούγονται στις πλάκες, κρότοι ξεροί, θέλεις να φτάσεις όσο πιο γρήγορα μπορείς στο σπίτι.
Μπορεί και να αρρωσταίνεις, μπορεί η κατήφεια που σε τριγυρίζει να είναι η αντίδραση του σώματος στην αδυναμία του.

Στο σπίτι δεν σε περιμένει κανείς. Ετοιμάζεις στα γρήγορα τη ντοματόσουπα της παρηγοριάς, ψιλοκόβεις τα λαχανικά κι ανοίγεις ένα κουτί χυμό ντομάτα. Ευχαριστείς αυτόν που σκέφτηκε να φυλάει τις ντομάτες σε χυμό για τις κρύες και μοναχικές νύχτες του χειμώνα, φαγητό μαζί και παρηγοριά, χόρταση και γιατρικό.

Το ήξερα πώς θα βρισκόμαστε μαζί, είχες κι εσύ το βλέμμα του ανθρώπου που του αρέσουν οι σούπες , βλέμμα μοναχικού ποιητή. Όταν ξεμέναμε από λεφτά φτιάχναμε μια σούπα ντομάτας με ένα κουτί χυμό στο γκαζάκι, ούτε λαχανικά μας βρίσκονταν ούτε κάτι άλλο για να τη συνοδεύσουμε. Μα αυτή η συνενοχή στην ετοιμασία της, το πόσο λίγο ήθελε για να φτιαχτεί, το πόσο γρήγορα κι ηδονικά την καταναλώναμε μας έδινε τόση ευχαρίστηση – η ζωή ήταν μπροστά μας, κοίτα με πόσα λίγα μπορούσαμε να ζήσουμε, μια ντοματόσουπα, μια αγκαλιά, ήταν σίγουρο ότι θα καταφέρναμε πολλά πράγματα.

Ακόμη μια σούπα της παρηγοριάς απόψε, ζεσταίνει τα σωθικά μου τόσο αποτελεσματικά που νομίζω ότι απόψε δεν μου λείπει ούτε η αγκαλιά σου.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/728975797471938/…

—————————————————————————————————————————————-

45572568_728413664194818_4620946685177102336_n

ΒΡΟΧΗ

8/11/2018

Θυμάμαι να βρέχει ασταμάτητα. Έριχνε κατά διαστήματα νερό με μεγάλη ένταση αλλά τούτη η βροχή έπεφτε μέρα – νύχτα ρυθμικά, σαν ταμπούρλο, αμείωτα, ήταν μια διαρκής κατάσταση έτσι που νόμιζες ότι βρισκόσουν σε ενυδρείο. Τα ρούχα ήταν μονίμως υγρά και τα παπούτσια, άσε καλύτερα.Στο τέλος δεν μιλούσε κανείς για τον καιρό, ούτε παραπονιόταν. Τα σπίτια μέσα είχαν μια μόνιμη μυρωδιά μούχλας.

Στην αρχή έγιναν προσπάθειες αντίστασης. Τα τζάκια και οι σόμπες, τα φαγητά του τόπου, γεμάτα καυτερά πιπέρια και το κοκκινέλι, που το κατέβαζαν για να ζεσταθούν τα κόκκαλα από το πρωί. Σύντομα τα ξύλα στα τζάκια ήταν κι αυτά μουσκεμένα και τα σπίτια εκτός από μούχλα μύριζαν και καπνίλα, οι σόμπες έκαιγαν υλικά περίεργης προέλευσης με πιο τοξικές μυρωδιές. Τα πιπέρια και τα σπετσερικά παρά τις προφυλάξεις είχαν χάσει τη σπιρτάδα τους από το μόσκεμα και τα κοκκινέλια είχαν αποκτήσει μια υφάλμυρη γεύση.

Στη συνέχεια κάποια ζευγάρια προσπάθησαν να ζεσταθούν επανακάμπτοντας σε χλιαρές συζυγικές αγκαλιές που τις είχαν ξεχάσει χρόνια. Το μυστήριο κράτησε λίγο, το πάγωμα από τα κόκκαλα ήτανε λες και περνούσε στην καρδιά. Σε μια απελπισμένη προσπάθεια, κι όταν πια τα βλέμματα όλων είχαν αρχίσει να θυμίζουν μάτια από μπαγιάτικο ψάρι στο μπάγκο της Λαϊκής, ο Σπυρέτος βρήκε το θάρρος και καβάλησε το μαντρότοιχο που χώριζε το σπίτι του από το σπίτι της Φιόρης. Η γυναίκα του δεν είπε κουβέντα, χρόνια δεν έλεγε, ήξερε. Ο Σπυρέτος έμεινε με τη Φιόρη στο κρεβάτι κανένα τριήμερο αλλά ούτε αυτό άλλαξε τη διάθεση των ουρανών ούτε και τη δική τους.

Το πρώτο μωρό που γεννήθηκε μέσα στη βροχή είχε λέπια από ψάρι κι αυτό έκανε αρκετούς να σταματήσουν ακόμη και το πήδημα, φοβήθηκαν τις συνέπειες από τις εγκυμοσύνες. Ασχολήθηκαν με άλλες μικρότητες· παραλίγο να σκοτωθούν στο λιμάνι για το ποιος κέρδισε στη λοταρία τις μπότες ενός πεθαμένου Νορβηγού ναύτη. Ήταν λέει περασμένες με λίπος φώκιας και δεν άφηνε στάλα νερό μέσα.

Στο τέλος μαζεύονταν στα καφενεία στην Πίνια κι οι γηραιότεροι άρχισαν να αφηγούνται ιστορίες για καιρούς χωρίς βροχή. Οι νεότεροι ισχυρίζονταν πως δεν το θυμόνταν αυτό.

Ένα βράδυ, μάζεψαν μια κοπέλα από την Κόντρα Φόσα. Όλοι έλεγαν ότι πνίγηκε γιατί αγαπούσε κάποιον χωρίς ανταπόκριση. Κουταμάρες. Εκείνον τον καιρό της βροχής, κανείς δεν αγαπούσε κανέναν. Η κοπέλα, με μακριά κοκκινωπά μαλλιά και πρόσωπο όμορφο σαν της Οφηλίας, μας κοιτούσε γαλήνια πριν την ανασύρουμε. Εγώ ξέρω ότι απλώς την κάλεσε το νερό. Ήθελε να γυρίσει εκεί από όπου ξεκίνησαν όλα.

Όταν σταμάτησαν επιτέλους οι βροχές γυρίσαμε όλοι πίσω σε ότι κάναμε πριν. Πριν από τη βροχή. Σαν η ατελείωτη βροχή να μην υπήρξε ποτέ. Σαν να μην μας είχε διδάξει τίποτε για τη φύση μας και την ανημπόρια μας.

(Η φωτογραφία είναι του Δονάτου Παϊπέτη)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/728413660861485/…

——————————————————————————————————————————————

45494868_727563887613129_4181107502529642496_n

ΣΥΛΛΕΓΟΝΤΑΣ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ

7/11/2018

Κάποιοι γεννιούνται και άπειρες δυνατότητες ξεδιπλώνονται μπροστά τους.

Και κάποιοι γεννιούνται για να μαζεύουν τα σκουπίδια των υπολοίπων.

Τίποτε δεν έχει αλλάξει. Τίποτε δεν θα αλλάξει.

Άκουσε για εκείνη τη χρονιά που ο χρόνος χωρίστηκε στα δύο : στο πριν από Αυτό και στο μετά από Αυτό. Άκουγε από παιδί τις διηγήσεις των παλιότερων, σε σπίτια χαμηλά με μουχλιασμένους τοίχους, γύρω από μια λιγάθινη φωτιά που έκαιγε πάνω σε μια λαμαρίνα.
Τα πρόσωπα ήταν καμμένα από τους ήλιους και πρόωρα γερασμένα. Τα μάτια, τα μάτια μόνο έδειχναν ότι σε αυτήν την κάστα η ηλικία ήταν κάτι σχετικό, παρουσιαστικό εκατόχρονου συνήθως κουβαλούσαν άνθρωποι λίγο μετά την πρώτη νιότη.

Η Αλλαγή ετοιμαζόταν από καιρό. Πρώτα ήρθε η ύφεση. Μετά χάθηκαν οι δουλειές. Μετά χάθηκαν τα βασικά : σπίτια, περίθαλψη. Στο δρόμο πια κυκλοφορούσαν νέοι άνθρωποι χωρίς δόντια, ανθρώπινες φιγούρες χωρίς μέλη. Στους ίδιους δρόμους που στην αρχή κυκλοφορούσαν κι όλοι Αυτοί-που-δεν-είχαν χάσει τίποτε.

Μετά ολόκληρες περιοχές διαχωρίστηκαν : Αυτοί. Και οι Άλλοι. Τα τρόφιμα λιγόστευαν για τους Άλλους, ακόμη και στα συσσίτια. Ταυτόχρονα, τα σκουπίδια ορθώνονταν σε λόφους παντού. Οι θάλασσες βρώμιζαν όλο και πιο πολύ. Στις πόλεις κυκλοφορούσες με γάζες στο στόμα. Χάθηκαν τελείως οι εποχές. Τη μία μέρα είχε κρύο πολικό (αν και οι πόλοι, όπως τους έλεγαν τα παλιά βιβλία της γεωγραφίας, δεν υπήρχαν εδώ και καιρό· οι πάγοι είχαν λιώσει προ πολλού). Και την επομένη είχε ζέστη τροπική.

Στις μνήμες κάποιων διαβασμένων υπήρχαν ιστορίες για πόλεις μαγικές χτισμένες πάνω στη θάλασσα – που δεν υπήρχαν πια. Και για κυανά νησιά, επίγειους παράδεισους που κι αυτά τα είχε κατασπαράξει το νερό. Αυτοί, κυκλοφορούσαν σχεδόν μέσα σε κάψουλες, με αρρωστοφοβίες ένα σωρό. Κι οι Άλλοι, αποφάσισαν ότι έπρεπε να ζήσουν. Και άρχισαν να συλλέγουν τα σκουπίδια.

Κι έτσι καινούριες μαγικές πόλεις δημιουργήθηκαν στις χωματερές. Φτιαγμένες από τα παράταιρα, τα ευτελή, τα πεταμένα. Κι εκεί έρωτες γεννήθηκαν. Και κάθε λογής μπερδεμένες ιστορίες, όπως όλα τα ανθρώπινα. Παιδιά είδαν το φως, παιδιά μιας νέας εποχής, προσαρμοσμένα στο νέο περιβάλλον. Τραγούδια υψώθηκαν στους γκρίζους ουρανούς και διηγήσεις πλέχθηκαν και κυκλοφόρησαν από στόμα σε στόμα.

Στο τέλος, η ελπίδα, αυτό το παράξενο πουλί, δεν έσβησε. Ξέρεις τι είναι να δημιουργείς ξανά τον κόσμο από τα σκουπίδια; Αδάμαστη φύση η φύση η ανθρώπινη.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/727563884279796/…

—————————————————————————————————————————————–

45484596_727006371002214_6634892090478166016_n

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ

6/11/2018

Περπατώ μόνη μου στα δάση της πόλης.
Τα δάση της πόλης δεν τα ξέρεις. Είναι υγρά, είναι σκοτεινά και γεμάτα απρόοπτες συναντήσεις. Τα δάση της πόλης δεν κάνουν καλό στους μοναχικούς ανθρώπους. Ξαφνικά νομίζουν ότι βλέπουν φως ανάμεσα στα πυκνά φύλλα. Ακούνε συζητήσεις πίσω από αρχαίους κορμούς δέντρων. Ακούνε φίδια να συρίζουν καθώς σέρνονται πάνω στα ξερά χορτάρια.

Δεν φοβάμαι στα δάση της πόλης. Αλλά είναι μοναχικά. Ώρες – ώρες λέω ότι θα βγω σε ξέφωτο. Αλλά σύντομα καταλαβαίνω ότι είναι μια αυταπάτη. Ένας αντικατοπτρισμός πάνω στην επιφάνεια μιας μικρής λίμνης. Ένα τίποτε τελικά.

Ακούω σκόρπιες διηγήσεις από πράγματα που δεν με ενδιαφέρουν. Ακούω ήχους χαράς, αλλά φαντάζει τόσο κούφια μέσα στο υγρό δάσος, ψεύτικη, σαν μια άλλη πραγματικότητα που εκτυλίσσεται έτη φωτός μακριά. Δηλαδή δεν υπάρχει.

Τα βράδια κρατάω στα χέρια μου ένα τυφλό μωρό. Δεν το ήθελα αυτό το φορτίο. Αλλά έρχεται μόνο του, κάθε βράδυ. Αυθόρμητα το αγκαλιάζω. Είναι απαλό και μυρίζει όμορφα, είναι ένα μικρό χαρούμενο τυφλό αγγελούδι. Κι αντί να το νανουρίζω, για δες, μου λέει αυτό ιστορίες με μια φωνή ήρεμη και γλυκειά. Ιστορίες όμορφες από την αρχή του κόσμου. Είναι ένας σοφός ποιητής. Την αυγή που ξυπνάω δεν υπάρχει δίπλα μου. Θα έρθει και το επόμενο βράδυ.

Την επομένη φορτώνω στην πλάτη μου το μικρό μου σακκίδιο. Ξεκινάω την περιπλάνηση στα δάση της πόλης πιο ελαφριά. Ούτε σήμερα θα βγω στο ξέφωτο.
https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/727006367668881/…

—————————————————————————————————————————————–

45348664_726539847715533_7971758205329997824_n

ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ ΜΟΥ

5/11/2018

Μετά από τόσα χρόνια αλληλοφάγωμα, παράπονα, κέρατα, πίκρες, καυγάδες το πήραν απόφαση. Μόνο χώρια μπόρεσαν να κατευνάσουν αυτό το σαράκι που τους κατασπάραζε. Κι έτσι τράβηξαν δρόμους χωριστούς. Ηρέμησαν. Δεν ξέρω αν βοήθησε ο χωρισμός. Ο χρόνος που είχε περάσει. Η ηλικία. Όλα αυτά μαζί. Τον ρωτούσαν στο δρόμο τι κάνει. Κι αυτός απαντούσε σαν να είχαν μόλις ξυπνήσει μαζί το πρωί, να του είχε ζητήσει να της φέρει ψώνια, να του είχε ζητήσει να μην αργήσει το μεσημέρι. Κι αυτός λοιπόν απαντούσε. Καλά είναι, έλεγε, καλά. Και μόλις το ξεστόμιζε ένιωθε ένα μικρό σφίξιμο, γιατί ήθελε ξαφνικά να την πάρει τηλέφωνο, να ακούσει τη φωνή της (αγουροξυπνημένη, της άρεσε να κοιμάται μέχρι αργά), να φανταστεί τα μαλλιά της ανακατεμένα ακόμη από το κρεβάτι, να πίνει από τον καφέ της και να του λέει «πάλι έφυγες χωρίς να με φιλήσεις». Την τελευταία στιγμή δεν έπαιρνε το νούμερο, κι αυτό ήταν κάτι που κρατούσε χρόνια, η απουσία της τον βασάνιζε και τον καθόριζε, με καμιά άλλη δεν μπορούσε να σταθεί, αλλά ήξερε ότι ούτε πίσω μπορούσε να γυρίσει.

Καλά είναι, σκεφτόταν. Καλά είναι. Δεν τον άφησε να την φροντίσει, δεν ήθελε λεφτά, δεν ήθελε να τον βλέπει. Ακόμα κι όταν άρχισε να μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία και ρωτούσε του μήνυσε να μην τον δει μπροστά της, ήξερε ότι τη βοηθούσε μια ξαδέρφη της, φίλοι, είναι να απορείς πώς ένα πλάσμα που φαινόταν να μην έχει άλλη ζωή έξω από αυτόν έδινε και έπαιρνε τόση αγάπη από τόσο κόσμο, μέχρι κι εκεί λίγος στάθηκα, σκέφτηκε.

Κι έτσι, όταν αποφάσισε ν’ ασχοληθεί με το πατρικό του θυμήθηκε τις επισκέψεις που έκαναν εκεί μαζί. Την θυμόταν να πηγαίνει στις πορτοκαλιές, φορτωμένες τα χρυσά μήλα, και να τρώει τα γλυκά πορτοκάλια από το δέντρο, το ένα μετά το άλλο, αχόρταγα, τα ζουμιά να τρέχουν ηδονικά στο πηγούνι της. Κι έτσι άρχισε να ασχολείται με τις φουντωτές μέρλιν πορτοκαλιές και το χειμώνα πήγαινε κρυφά στην πόρτα της κι άφηνε μια – δυο φορές το μήνα σακούλες με γλυκά πορτοκάλια. Αυτή δεν του μίλησε ποτέ. Ήταν σίγουρος ότι ήξερε ότι της τα άφηνε, κι ούτε ένα τηλέφωνο για ένα τυπικό ευχαριστώ δεν τον πήρε, ένα μήνυμα δεν του έστειλε. Όμως του αρκούσε αυτό : του ήταν αρκετό να της αφήνει στην πόρτα της τα πορτοκάλια, σαν πράξη εξιλέωσης, πράξη φροντίδας, ένα έμπρακτο συγνώμη.

Όταν οι πορτοκαλιές άρχισαν να μαυρίζουν από την αρρώστια των εσπεριδοειδών που χτυπούσε όλα τα δέντρα στο νησί έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του : πιο πολύ στενοχώρια είχε γιατί δεν θα της άφηνε πια τα πορτοκάλια, παρά για τα δέντρα που χάνονταν, δέντρα που είχε φυτέψει με τα χέρια του ο παππούς του και φρόντιζε όλη του τη ζωή ο πατέρας του.

Έμενε ξάγρυπνος από την αγωνία, συζητούσε τα πρωινά με γεωπόνους αλλά άκρη δεν έβγαζε, όσα φάρμακα κι αν δοκίμαζε. Μια μέρα στη λαϊκή, κι ενώ τα ντόπια πορτοκάλια ήταν σε εμφανή έλλειψη, ένας γέρος είχε ένα καλάθι μέρλιν, όμορφα και ζουμερά. Το αγόρασε ολόκληρο αφού έπεισε τον πωλητή να του πει το μυστικό της θεραπείας της πορτοκαλιάς. Από την επομένη κάθε μέρα ήταν αφιερωμένη σε ένα δέντρο : ετοίμαζε ένα διάλυμα με χλιαρό νερό και πράσινο σαπούνι και με ένα μεγάλο σφουγγάρι έπλενε προσεκτικά και απαλά, λες κι έκανε μπάνιο ένα νεογέννητο, το δέντρο. Κάθε φυλλαράκι ξεχωριστά, κάθε κλαδί μικρό και μεγάλο, με προσήλωση και φροντίδα. Και αγάπη άπειρη. Ανάμεσα στα φύλλα ήταν σα να άκουγε το γέλιο της, σα να έβλεπε τα μάτια της.

Κι έτσι σώθηκαν τα δέντρα. Και συνέχισε να της αφήνει στο κατώφλι της τα γλυκά πορτοκάλια.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/726539844382200/…

—————————————————————————————————————————————

45292115_725384477831070_2770401841773543424_n

ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΥΡΙΑΚΟΥ

3/11/2018

Ετούτες εδώ οι καμπάνες τ’ Αγιού την παραμονή του Πρωτοκύριακου, ενώ τις ακούς περιμένοντας στην ουρά για να παρκάρεις, σηματοδοτούν κάτι χαρούμενο. Το νησί γιορτάζει και ευγνωμονεί τον Άγιο που σταμάτησε το θανατικό που αφάνιζε τον τόπο το μακρινό 1673. Το νησί θυμάται. Αν όχι το θαύμα θυμάται το θάνατο, θυμάται την επιδημία, θυμάται αυτό που δεν πρέπει να διαγραφεί από τη μνήμη. Είναι κι αυτός ένας τρόπος, πιο δυνατός ίσως από τα βιβλία που δεν θα διαβαστούν, από τους γιατρούς που ξενύχτησαν παλεύοντας με την αρρώστια και την κατανόησή της και ξεχάστηκαν, από τα αυστηρά υγειονομικά μέτρα που επέβαλλαν οι Άγγλοι στο άλλο θανατικό που αφάνισε το Μαραθιά το 1815.

Οι καμπάνες λοιπόν του Πρωτοκύριακου, στην ησυχία του Νοέμβρη, όταν το νησί αναρρώνει από τους θορύβους της υπέρχρησης των επισκεπτών του, ξεδιπλώνουν το κορφιάτικο τραγούδι τους στους ζωγραφιστούς θαρρείς ουρανούς. Πουθενά αλλού οι καμπάνες δεν ακούγονται όπως στην Κέρκυραˑ το μέταλλο κουβαλάει μέσα του ολόκληρη την επτανησιακή παράδοση, όργανο καλοκουρδισμένο σε χέρι κωδονοκρούστη σολίστ.

Οι όψεις της πόλης κόντρα στους ουρανούς του Νοεμβρίου θυμίζουν τη Βενετία σε καθρεφτισμό, σε αναζήτηση ενός νέου Καναλέτο.

Το Πρωτοκύριακο, άκου λίγο τις μπάντες, δες τον Άγιο να περνάει, θυμήσου όλους αυτούς που τέλειωσαν τις μέρες τους σε τούτο το μαγικό τόπο και μετά μπες σε ένα μπατέλο και τράβα μέχρι το Βίδοˑ κολύμπησεˑ κόψε τα τελευταία κυκλάμιναˑ ρούφηξε τις τελευταίες ακτίνες του ήλιουˑ να έχεις μαζί σου ένα καλό πουλόβερ για την υγρασία. Το βράδυ, κλείσε τηλεοράσεις και κομπιούτερ και προσπάθησε να διαβάσεις Σολωμό.
Καληνύχτα.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/725384474497737/…

—————————————————————————————————————————————

45247883_724765484559636_397749465219334144_n

ΑΘΗΝΑ

2/11/2018

Το ξύλινο πάτωμα παλιό και γδαρμένο.

Έμεινα ξαπλωμένη πάνω του σκεπασμένη με το πάπλωμά μου.

Βιβλία σκόρπια, ανοιχτά σε τυχαίες σελίδες.

Εσύ μόλις έφευγες.

Το δωμάτιο αντηχούσε ακόμη τη φωνή σου, ήρεμη και σταθερή, μου διάβαζες ποιήματα.

Έξω η βουή του δρόμου, αυτοκίνητα, άλλοι άνθρωποι, άλλες ιστορίες.

Την ώρα που έμπαινες στο ταξί θυμήθηκες ότι πριν από λίγο με φιλούσες.

Ήθελες και δεν ήθελες να ξαναγυρίσεις.

Ο ταξιτζής συνέχιζε πορεία ανηφορική κι από κάποια ουράνια μηχανική το ράδιο εκείνη την ώρα έπαιζε το ποίημα που μόλις μου είχες διαβάσει.
Στο επόμενο φανάρι σε κοίταξε γλυκά μια κοπέλα από το διπλανό αυτοκίνητο.
Εγώ, στο πάτωμα, με το πάπλωμα ακόμη να ακούω τη φωνή σου.

Τίποτε δεν είχε σημασία.
Ποιάν φίλησες μετά, αν εγώ σηκώθηκα στη νύχτα κι έφτιαξα ένα ζεστό με μέλι ενώ τα ξυπόλητα πόδια μου πάγωναν πάνω στο παλιό μωσαϊκό.

Από το απέναντι παράθυρο ακούγονταν φωνές έρωτα κι από το υπόγειο τηγάνιζαν ψάρια, η μυρωδιά με κύκλωσε μέσα στην αθηναϊκή νύχτα, καυσαέριο από την Ιπποκράτους και τηγανίλα, τι θυμάστε από εκείνην την εποχή, με ρώτησαν χρόνια μετά, καυσαέριο και τηγανίλα πήγα να απαντήσω αλλά μετά θυμήθηκα το κόκκινο χρώμα που είχε ο νυχτερινός ουρανός πάνω από το φώτα της πόλης όταν πήγαινε να βρέξει και είπα, μα το χρώμα του ουρανού τη νύχτα πάνω από την πόλη, τι άλλο.

Κι ύστερα κοιμήθηκα χορτάτη, από σένα, από τη ζωή που ζούσα κι από τις ζωές που ζούσαν γύρω μου, ξύπνησα το πρωί και τακτοποίησα τα βιβλία στα ράφια και κατέβηκα γιατί ήξερα ότι θα σε έβρισκα, με εκείνο τον μυστήριο τρόπο της σιγουριάς, χωρίς τηλέφωνα, χωρίς πολλά, αλήθεια, πώς τα καταφέρναμε και βρισκόμαστε τότε, ήσουν ακόμη πιο ωραίος στο μεσημεριανό φως κι από τα μάτια σου κατάλαβα ότι κι εσένα η νύχτα σου ήταν γεμάτη από τη φωνή μου να σου διαβάζω ποιήματα, από τον έρωτα που κάναμε κι έτσι φιληθήκαμε σαν δυο παλιοί γνωστοί ξεπερνώντας εκείνη τη νεανική συστολή μας και παραγγείλαμε καφέ με την ακλόνητη πεποίθηση (έτσι, χωρίς λόγια, χωρίς υποσχέσεις, χωρίς όρους) ότι θα μέναμε μαζί εις τους αιώνας των αιώνων αμήν γιατί εκείνη τη στιγμή εκείνη ήταν η μόνη δυνατή αλήθεια και για τους δυο μας.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/724765481226303/…

——————————————————————————————————————————————

45066154_724273017942216_1760713364729757696_n.jpg

Αηδονολάλημα στα μαύρα κυπαρίσσια

1/11/2018

Η συγκλονιστική φωτογραφία του Φρεντ Μπουασονά είναι τραβηγμένη το 1912 στην Παλαιοκαστρίτσα λέει (εγώ νομίζω ότι στο βάθος διακρίνω το Αγγελόκαστρο, αλλά πάλι η περιοχή είναι η αυτή).

Δεν ξέρω τι με συγκλονίζει πιο πολύ σε αυτή τη φωτογραφία. Η στατικά αποτυπωμένη ομορφιά; Το δίδυμο της μάνας και του παιδιού μέσα στο αρκαδικό τοπίο; Η βάσκα στην οποία καθρεφτίζονται τα κλαριά της συκιάς; Η εκπληκτική αποτύπωση λεπτομερειών και φωτοσκιάσεων σε μια φωτογραφία σχεδόν αρχαία; Το πνεύμα του τόπου το οποίο βγαίνει θαρρείς από κάθε πόρο της εικόνας και καταλύει τα πάντα; Με λίγα λόγια η ίδια η Κέρκυρα, γύρω μας, μέσα μας, παντού.

Δεν έχω άλλα λόγια.

Μόνο το ποίημα του Ορέστη Αλεξάκη μου ήρθε στο νου…

Χαιρετισμός στην Κέρκυρα

Πώς να ξοφλήσω την οφειλή; Τι ν’ αντιπροσφέρω;
Δεν έχω τίποτα δικό σου Χτυπώ την πόρτα σου
Σαν τον τυφλό οδοιπόρο που έχασε το σπίτι του
Σαν το ξυπόλητο παιδί που ψάχνει για τ’ αστέρι του

Με δίδαξες την αλφαβήτα της ομορφιάς
Το συναξάρι της αγάπης
Τη μελωδία των ουρανών, την πέρα βοή των άστρων
Το μέσα φως των λουλουδιών
Τα έγχρωμα βάθη του όνειρου

Με δίδαξες να περπατώ με δυο κλωνιά παρηγοριά
Να σκύβω ν’ αφουγκράζομαι στα σφραγισμένα σπίτια
Ν’ αποστηθίζω των μανάδων τη σιωπή
Ν’ αναζητώ τ’ αχνάρια των απόντων
Να μελετώ περικοπές λησμονημένων προφητών

Με δίδαξες να συντηρώ το ανθρώπινο ζυμάρι μου
Να φέγγω πάντα μέσα μου με το αρχικό λυχνάρι
Να μην αφήνω τα κλαδιά να μου σκεπάζουν το άστρο
Ν’ αποκρυπτογραφώ σωστά τις δειλινές καμπάνες
Ν’ ακούω το βήμα τού Χριστού στον έρημο ελαιώνα

Με δίδαξες ν’ αναζητώ τον σπόρο και τη ρίζα
Ν’ ακούω το ρήμα των καιρών και ν’ αποκρίνομαι
Να βάζω επιστροφής σημάδια μολονότι ξέρω
Πως χάνομαι σε μια φυγή χωρίς ελπίδα νόστου

Μα πιο πολύ με δίδαξες να ‘μαι έτοιμος
Δίχως κηλίδα ή ρίγος – σαν τα βράδια σου
Όλος μι’ ανάερη μουσική, όλος σα φεγγαρόφωτο
Όλος αηδονολάλημα στα μαύρα κυπαρίσσια

Ήρθα λοιπόν Σαν άσωτος υιός Χτυπώ την πόρτα σου
Άφησε να περάσω το κατώφλι σου
Εκεί που δωδεκαετής είδα τα μάτια τού Θεού
Άσε να μπω στον κήπο των θαυμάτων σου
Να κατοικήσω μια στιγμή την πρώτη νιότη μου
Θέλω να πω
να θάψω εδώ
τα παιδικά μου σύνεργα

Θέλω να δω το πρόσωπό σου πριν θαμπώσει ο δρόμος
Θέλω ν’ ακούσω τη φωνή σου πριν πετρώσει ο χρόνος
Θέλω να πιω από το νερό σου πριν το πάρει η στέρνα

Είμαι για πάντα το παιδί σου∙ ψάξε με
Κοίταξε μέσα στο αίμα μου∙ θα δεις το φως σου
Σκύψε βαθιά στο στήθος μου∙ θ’ ακούσεις την ανάσα σου
Δώσ’ μου ξανά τη ρίζα μου∙ διψώ Μητέρα

Είμ’ έτοιμος Είμ’ έτοιμος
Θα μείνω πάντα χώμα σου

{Από τη συλλογή Η Περσεφόνη των γυρισμών (1974)}

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/724273014608883/…

————————————————————————————————————————————-

45026546_723593914676793_501033163716296704_n

ΝΟΕΜΒΡΗΣ

31/10/2018

Θα είναι βράδυ και θα βρέχει ψιλή βροχή. Οι πλάκες θα γυαλίζουν. Η ατμόσφαιρα θα είναι ακόμη χλιαρή, πριν πέσει το κρύο, εκεί, στη γιορτή του Αγίου Αντριός. Θα είσαι σπίτι και θα ετοιμάζεις ένα ζεστό. Θα βλέπω την πλάτη σου από το δρόμο, εγώ μια σκιά κάτω από το φανάρι του δρόμου. Κάλτσες στεγνώνουν μέσα στο σπίτι, δε θέλω να γυρίσω ακόμη.

Εκείνη την ώρα κάτω από τη λάμπα του δρόμου σκέφτομαι όλες τις ζωές που έζησα μακριά σου· σκέφτομαι κι εκείνες τις ζωές που θα μπορούσα να ζήσω μακριά σου. Δεν δακρύζω πια, πάνω στο πρόσωπό μου είναι οι στάλες της βροχής, μην ξεγελιέσαι.

Προετοιμαζόμουν όλη μου τη ζωή για την ευτυχία, όλοι μας δεν προετοιμαζόμαστε; Κι όταν ήρθε ήταν σαν ένα φλιτζάνι τσάι, σαν το παλιό πάπλωμα που σκεπάζεσαι στον καναπέ ενώ η τηλεόραση παίζει – μόνη της.

Θα έρθεις στο κρεβάτι; Μου φωνάζεις. Εγώ κάνω ότι δεν σε ακούω. Περιμένω να έρθεις να με σηκώσεις, να βγάλεις το πάπλωμα από πάνω μου, να τακτοποιήσεις τα γυαλιά μου στο τραπεζάκι. Βάζω στοίχημα πότε θα βαρεθείς, πότε θα με αφήσεις μόνη μου στον καναπέ να ξυπνήσω ξυλιασμένη από το κρύο το χάραμα και δεν θα έρθεις πια να με τραβήξεις στην αγκαλιά σου, στο κρεβάτι. Κι απόψε ήρθες, σκέφτομαι. Ακόμη μια βραδιά που δεν με εγκατέλειψες. Ακόμη μια βραδιά που μ’ αγαπάς.

Κοιτάζω την πλάτη σου στο παράθυρο. Η βροχή δυναμώνει. Στο βάθος ακούω μια βροντή.

Ανεβαίνω τα σκαλιά δύο – δύο. Είναι ξύλινα, παλιά και τρίζουν. Ανοίγω την πόρτα. Σε κοιτάζω στα μάτια.

Ακόμη μια βραδιά που δεν με εγκατέλειψες. Ακόμη μια βραδιά που μ’ αγαπάς.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/723593911343460/…

—————————————————————————————————————————————–

44974691_722593691443482_3952231637378400256_n

ΝΟΤΙΑΣ

29/10/2018

Εκείνα τα βράδια δεν περνούσαν με τίποτε. Ο αέρας σήκωνε τα κεραμίδια από τις στέγες, γουργούριζε στις λάτινες καπνοδόχες και χτυπούσε αλύπητα τους αρχαίους σοβάδες• οι περισσότεροι κατέληγαν να σκάνε μπροστά στα πόδια των φοβισμένων περαστικών. Το ανεμόβροχο καθιστούσε άχρηστη την ομπρέλα. Λέγανε ότι ένα βράδυ ο άνεμος σήκωσε μια κοπέλα μαζί με την ομπρέλα της σαν άλλη Μαίρη Πόπινς. Ο μύθος λέει ότι κατέληξε στην απέναντι στεριά και παντρεύτηκε τον τσοπάνη που τη βρήκε στην ερημιά. Κι έτσι έκτοτε οι ομπρέλες απαγορεύτηκαν καθώς τα κορίτσια του τόπου δεν ονειρεύονταν να πήζουν τυριά σε στρούγγες. Ήταν μεγαλωμένες με παραμύθια για πριγκήπισσες και βασιλοπούλες και κοντεσίνες

Κι έτσι ακόμη και τα σκυλιά λούφαζαν μέσα στις σοφίτες μπιτάντε περιμένοντας να ηρεμήσει ο Νοτιάς.

Κι αφού εκείνο το βράδυ δεν με έπιανε ύπνος, πήρα το σκυλί που λούφαζε και βολτάραμε στα καντούνια με κίνδυνο να βρεθώ με ανοιγμένο κεφάλι από τα ιπτάμενα κεραμίδια. Το κάλεσμα όμως του μυστικού λαβύρινθου της πόλης ήταν πιο ισχυρό από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Τα λιγοστά φανάρια δημιουργούν αντικατοπτρισμούς πάνω στις βρεγμένες πλάκες. Οι σκιές των πεθαμένων κατοίκων μου κρατάνε το χέρι. Έζησαν ήσυχα σε αυτά τα ψηλά σπίτια με τις ξύλινες σκάλες που τρίζουν και ήσυχα έφυγαν. Ήσυχα πέρασαν και τους νοτιάδες. Με επίγνωση ότι δεν μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα. Απλά περιμένεις να περάσουν.

Ακόμη ένα βράδυ που δεν φάνηκες. Όταν φτάνω στο μέτωπο της θάλασσας ο αέρας με χτυπάει αλύπητα. Θυμήθηκα την βασίλισσα – βοσκοπούλα. Εκείνη την ώρα χτυπάει το τηλέφωνο. Αποκλείστηκα απέναντι, μου είπες. Θα περάσω αύριο το πρωί, πέφτει ο νοτιάς. Λαχταράω να σε σφίξω στην αγκαλιά μου. Φώναξα το σκύλο και γυρίσαμε σπίτι.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/722593688110149/…

—————————————————————————————————————————————-

44610410_721474924888692_245871544662753280_n

ΜΠΟΥΓΑΔΕΣ

27/10/2018

Ένα λευκό πανί διανθισμένο με κόκκινα πουά στολίζει το σκοινί της μπουγάδας πάνω από τα κεφάλια μας. Αντιστέκεται τούτη η μπουγάδα στο λυκόφως της πόλης, της πόλης που οι μισοί εγκατέλειψαν για μοντέρνα σπίτια με ανέσεις στα προάστια ενώ οι άλλοι μισοί αγόρασαν στεγνωτήρια. Κι είναι μια σημαία χαράς τούτη η μπουγάδα στο γκρίζο ημίφως ενώ χαϊδεύουν τα σκουτιά οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου. Τα ρούχα τα απλωμένα στο σκοινί είναι ρούχα χαρούμενα. Τούτο δω το σεντόνι, λες, θα ήταν στρωμένο σε κρεβάτι παιδιού αγαπημένου (όχι· δεν αγαπιούνται όλα τα παιδιά όπως πρέπει ν’ αγαπιούνται) ή σε κρεβάτι ερωτευμένων εραστών (όχι· δεν αγαπιούνται το ίδιο ανεπιφύλακτα όλοι οι εραστές, όπως αξίζει στην ίδια την πράξη της αγάπης). Γι’ αυτό ετούτη η μπουγάδα είναι χαρούμενη, δεν μπορεί να είναι αλλιώς.

Συνεχίζουμε να περπατάμε στην πόλη αμίλητοι. Δεν κρατιόμαστε πια απ’ το χέρι, δεν μου μιλάς πια με την τρυφερότητα του πρώτου καιρού. Έτσι η σιωπή ανάμεσά μας έχει γίνει συνενοχή κι αναμονή, απλώς υπάρχει, όπως υπάρχουμε κι εμείς – ενώ θα έπρεπε να ζούμε. Κι έτσι ενώ εσύ ποιός ξέρει τι σκέφτεσαι, εγώ περπατώ με το κεφάλι στραμμένο στον ουρανό αλλά δεν κοιτάω τις νεφέλες ούτε τα πρώτα αστέρια. Κοιτάω τις μπουγάδες.

Θυμάμαι τη φίλη της γιαγιάς την κυρία Έλσα που βλέποντας τα σκοινιά με φτωχικά και χιλιομπαλωμένα ρούχα αναστέναζε «Quelle décadence!», με έναν τόνο επίπληξης λες κι οι ίδιοι οι άνθρωποι ήταν υπεύθυνοι για την κακομοιριά τους.

Θυμάμαι ακόμη μπουγάδες με απλωμένα ροκέτα και καμιζόλες, πάλλευκα σώβρακα που σε έκαναν να αναρωτιέσαι πως κατάφερναν να κάνουν μυρωδάτες μπουγάδες με αλισίβα στους αφιλόξενους, περιορισμένους βενετσιάνικους περιστερώνες μέσα στην πόλη.

Μεγαλώνοντας λίγο άκουγα φωνές από τον ουρανό : «Κοριτσάκι, πιάσε μου σε παρακαλώ το σουτιέν που μου έπεσε από το σκοινί!». Έκπληκτη, επέστρεφα ένα φινετσάτο δαντελένιο αριστούργημα αισθησιασμού στην ιδιοκτήτριά του που έφερε εμφάνιση κατηχητικού….

Και μετά περνούσα από αλλού και καταλάβαινα ότι εκεί άπλωναν τις μπουγάδες της αρρώστιας και της ανημπόριας, αλλού άπλωναν μπουγάδες χωρίς καμία έννοια, είτε για τα ρούχα, είτε για τους ανθρώπους που θα τα φορούσαν, αλλού άπλωναν ατελείωτες μπουγάδες με μωρουδιακά και κάποια φορά μέτρησα στο σκοινί στη σειρά τα δεκατέσσερα ίδια ριγέ πουκάμισα με μανσέτα του κυρίου Θαλή, γεροντοπαλίκαρου διευθυντή Τραπέζης, ένα για κάθε ημέρα της εβδομάδας, υπηρεσία για τη μπουγάδα μια φορά κάθε δύο εβδομάδες.

Χαμογέλασα στην σκέψη του κυρίου Θαλή. Ήμουν σίγουρη ότι αυτή η ρουτίνα στην εκτέλεση των οικιακών έργων (καθαριότητα σπιτιού κάθε εβδομάδα, μπουγάδα και σίδερο κάθε δύο, ψώνια στη Λαϊκή καθ’ εκάστην, μαγείρεμα στο σπίτι κάθε μέρα από την Παγώνα) καθησύχαζε τη μοναξιά του συνταξιούχου πια κ. Θαλή πιο πολύ κι απ’ το αν είχε μεριμνήσει για τον πολλαπλασιασμό του.

Ούτε αυτό το χαμόγελό μου πρόσεξες. Νομίζω μάλιστα ότι τελευταία αποφεύγεις και να με κοιτάς στα μάτια. Δεν πειράζει. Πλένεις, σιδερώνεις φροντίζεις ένα ρούχο γιατί σε δίδαξαν ότι ένα καλό ρούχο μπορεί να κρατήσει μια ζωή. Τι καταπιεστική σκέψη. Κάποια στιγμή δεν παίρνει άλλο από πλύσιμο και φροντίδα. Το πετάς λοιπόν και συνεχίζεις.

(Φωτογραφία : Leonidas Corfu)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/721474921555359/…

—————————————————————————————————————————————-

44772636_720773768292141_3860262806884450304_n

ΣΟΝΕΤΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΜΟΝΕΣ – ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΧΑΣΑΜΕ ΑΝΕΠΙΣΤΡΕΠΤΙ

25/10/2018

Το σονέτο είναι ένα ποιητικό είδος που ακολουθεί μία σταθερή στιχουργική μορφή. Αποτελείται από 14 στίχους, γι’ αυτό συχνά αποκαλείται και δεκατετράστιχο. Εμφανίστηκε στην Ιταλία τον 13ο αιώνα και στη συνέχεια εξαπλώθηκε στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Το ιταλικό σονέτο, που είναι και το πιο καθιερωμένο, αποτελείται από δύο τετράστιχες και δύο τρίστιχες στροφές. Τυπικά, ο ένατος στίχος δημιουργεί μια αλλαγή ή volta που σηματοδοτεί το πέρασμα από την πρόταση στη λύση. Ακόμη και σε σονέτα που δεν ακολουθούν αυστηρά αυτή τη μορφή προβλήματος/λύσης, στον ένατο στίχο σημειώνεται μια αλλαγή στον τόνο, τη διάθεση ή το ύφος του ποιήματος.

Ο εξαίσιος Κερκυραίος, πατριώτης και αριστοτέχνης του επτανησιακού σονέτου, Λορέντζος Μαβίλης, αποτύπωσε στους Έρμονές του με σαιξπηρική ευαισθησία αυτό που είχαμε και χάσαμε ανεπιστρεπτί, αυτό που θάφτηκε κάτω από τα ντουβάρια της «ανάπτυξης», το απίστευτο Κάλλος που αντίκρυσα στη μοναδική φωτογραφία του Antoine Bon, τραβηγμένη το 1930, λες κι η φύση είχε μείνει ατόφια από την εποχή της Ναυσικάς και του Οδυσσέα.

Κι όταν μια έναστρη νύχτα βρεθείς στους Έρμονες κλάψε, κλάψε πικρά κοιτώντας τα βράχια να λαμποκοπάνε πάνω από τα μαύρα νεράˑ θυμήσου τον Έρωτα που σου ζέσταινε τον κόρφο. Θυμήσου, ενώ σιγοψιθυρίζεις το σονέτο του βάρδου, όλα όσα χάσαμε ανεπιστρεπτί και κατοικούν πια μόνο μέσα στην καρδιά μας.

ΕΡΜΟΝΕΣ
Ονειρεμένα, λυγερή μυρίκη,
την ωραία αντιφεγγίδα σου στοιχειώνει
η ακύμαντη άρμη, ως με κάτασπρα χιόνι
λουλούδια κλεις μαύρης σπηλιάς τη φρίκη.

Σμίγεις πνοές με το αφροδίσιο φύκι
και ο ξεχυτός βράχος που εσέ κουπώνει
χρυσώνεται όλος όταν σουρουπώνει
χωρίς αχτίδα ηλιού σ’ εσέ ν’ αφήκει.

Έχ’ η γη γλύκες που άλλη δεν αιστάνθη
ψυχή παρά η φιλέρημη, η ανυφάντρα
των υπέργειων ονείρων, και μες τ’ άνθη

του ίσκιου, στο έμπα από τ’ απόκρυφ’ άντρα
το μυστήριο απαλά την αγκαλιάζει∙
γένετ’ ένα μ’ αυτό και αναγαλλιάζει.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/720773761625475/…

————————————————————————————————————————————–

44768070_720222268347291_4638518478716796928_n

ΕΡΗΜΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ

24/10/2018

Ξυπνάμε ένα οποιοδήποτε πρωινό του φθινοπώρου. Ξαφνικά έχει φύγει η κούραση του καλοκαιριού, η κόπωση της ζήσης. Δεν θέλουμε πια να μένουμε με τα μάτια κλειστά, όχι άλλο χουζούρεμα στο κρεβάτι, όχι φωνές γιατί με ξύπνησες νωρίς, ποιος θα φτιάξει καφέ, ποιος θα μπει πρώτος στο μπάνιο. Το σπίτι είναι τακτοποιημένο σαν από θαύμα, μόνο μια μικρή στοίβα από καλοκαιρινά ασιδέρωτα μας κοιτάει με παράπονο δίπλα στη σιδερώστρα. Σε τέλειο συγχρονισμό ετοιμάζουμε ένα μικρό σάκο με λίγα πράγματα. Εγώ ξεχνάω πάντα την οδοντόκρεμα κι εσύ ξεχνάς πάντα το φορτιστή.

Περνάμε απέναντι όσο πιο νωρίς μπορούμε. Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και σταματάμε για βενζίνη. Πού πάτε; Μας ρωτά με χαμόγελο ένας παράδοξα αισιόδοξος υπάλληλος στο βενζινάδικο. Πουθενά, απαντάω μηχανικά, γιατί αυτό είναι αλήθεια. Αλλά ύστερα από αιώνες καθήλωσης στην υπνωτική μήτρα του νησιού διορθώνω με ένα κινητικό παντού, μπροστά στις άπειρες δυνατότητες που ανοίγονται στο χωρίς χάρτη ταξίδι.

Κι έτσι προχωράμε, χωρίς πολλές κουβέντες, κάνοντας βάρδιες στο τιμόνι και σταματώντας όπου κυριολεκτικά μας καπνίσει. Στο πίσω κάθισμα στοιβάζονται σιγά – σιγά πουλόβερ, πλαστικά κύπελλα καφέ, άγρια κάστανα, ένα βιβλίο με τις σελίδες άκοπες. Ρουφάμε τα χιλιόμετρα διασχίζοντας βουκολικά τοπία, νέους αυτοκινητόδρομους και παλιές επαρχιακές οδούς. Σταματάμε για να περάσουν κοπάδια γίδια· ο μηχανικός που χάραξε το νέο δρόμο δεν έδωσε σημασία στις αρχέγονες διαδρομές των τετράποδων. Σταματάμε για φαγητό σε καλύβες από τις γριές των παραμυθιών. Αντ’ αυτών εμφανίζονται μουσάτοι νεαροί με σκουλαρίκια και σερβίρουν μαζί με τα αναπόδραστα σουβλάκια αληθινές μανιταρόσουπες.

Επισκεπτόμαστε πόλεις χαμένες στην ομίχλη. Κόσμος λίγος, καφενεία πολλά. Έρημοι σταθμοί του ΚΤΕΛ. Ένας καστανάς έχει ξεμείνει από τον περασμένο αιώνα. Αγοράζω ένα ζεστό κασκόλ, το κρύο δυναμώνει. Το δωμάτιο στο ξενοδοχείο έχει υγρασία, τα σεντόνια είναι γαριασμένα και η βρύση στάζει σαδιστικά όλο το βράδυ. Όμως έχουμε ο ένας τον άλλο κι εκεί κοντά στο χάραμα αγκαλιαζόμαστε για να ζεσταθούμε.

Και συνεχίζουμε. Οι αρχαιολογικοί τόποι είναι κλειστοί. Κοιτάμε τις τσακισμένες κολώνες μέσα από τα συρματοπλέγματα. Ανεβαίνουμε ακόμη πιο ψηλά. Το βουνό μας καλύπτει με μια εξώκοσμη σιγαλιά. Εκείνη την ώρα μου πιάνεις το χέρι και δεν χρειάζεται να μιλήσουμε. Σιγά – σιγά κατεβαίνουμε τις κορδέλες της ασφάλτου. Απόψε το κρεβάτι μας έχει καθαρά σεντόνια, η θέρμανση δουλεύει, αγκαλιαζόμαστε μόλις σβήσουμε το φως.

Προχωράμε.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/720222265013958/…

—————————————————————————————————————————————–

44511055_719341918435326_5950389936900276224_n

ΑΝΕΠΙΔΟΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

22/10/2018

Είναι μέρες που δεν γράφω.
Λέω : πρέπει να προφτάσω τον καλό καιρό,
τα τελευταία θαλασσινά μπάνια.
Τα τελευταία κυκλάμινα, τα πρώτα κούμαρα.
Κάθε μέρα είναι σημαντική και δεν έχω χρόνο.
Ξέρεις πόσο γρήγορα ανθίζουν τα λουλούδια;
Και πόσο γρήγορα μαραίνονται;
Νομίζεις πως το φθινόπωρο είναι μόνο φύλλα, πόσο λάθος κάνεις.
Είναι απίστευτη η ανθοφορία του φθινοπώρου.
Είναι απίστευτο που πέρασα τόσα χρόνια πάνω στη γη
και μαθαίνω ακόμη τόσα καινούρια πράγματα.
Κάθε εποχή, κάθε χρόνο, παρατηρώ ένα καινούριο, δέντρο,
ένα καινούριο αγριολούλουδο, μαθαίνω το όνομά του,
Για δες , λέω. Και πέρσι εδώ ήταν.
Αλλά εγώ πέρσι είχα μάτια μόνο για κάτι άλλο,
το περσινό πρωτόφαντο δημιούργημα.
Κι έτσι είναι μέρες που δεν γράφω.
Λέω, σήμερα θέλω να προλάβω ακόμη μια βουτιά, ακόμη ένα λουλούδι. Λέω δεν γράφω γιατί δεν προφταίνω, πρέπει να προλάβω να ζήσω
, δεν έχω χρόνο, δεν μου φαίνεται αρκετός, τόσα καινούρια πράγματα
να δεις, να γευτείς, να μυρίσεις, να μάθεις
, τόσα καινούρια χείλη να φιλήσεις,
δεν προφταίνω.
Κι έτσι είναι μέρες που δεν γράφω.
Δεν προφταίνω. Ψέματα λέω.
Είναι γιατί κάθε βράδυ σου γράφω ένα γράμμα.
Τι έκανα, τι έζησα, τι είδα.
Σου γράφω για τις νέες μου ανακαλύψεις.
Για το θαύμα που είναι η ζωή την κάθε μέρα.
Για την χτεσινή βουτιά στη θάλασσα.
Για τα ψηλά ανθισμένα χορτάρια που πρώτη φορά είδα και δεν έμαθα ακόμη το όνομά τους. Για τα πρώτα κόκκινα μπαλάκι στην αρκουδόβατα. Για τις βαθιές ανάσες μου το ηλιοβασίλεμα.
Έχω γεμίσει ένα ολόκληρο συρτάρι.
Και συνεχίζω.
Γι’ αυτό είναι μέρες που δεν γράφω.

(Τα ρείκια τα φωτογράφισε ένας φίλος στον Υμηττό)

—————————————————————————————————————————————-

44526656_718278768541641_7962090375680622592_n

ΚΑΛΛΙΩΡΑ ΝΑ ‘ΧΟΥΝ ΟΙ ΕΛΙΕΣ

(Καλλιώρα να’χουν οι ελιές – που κάνουνε το λάδι,
και φέγγει της αγάπης μου – για να κεντάει το βράδυ.)

21/10/2018

Γριά, σκυφτή και ζαρωμένη έβλεπε τον δεμένο καρπό να πέφτει στο χώμα και έσκυβε παρά τα χρόνια και τα αρθριτικά να τονε μάσει. Η αγγόνα της δεν είχε πάει ούτε μια μέρα για ελιές. Η μάνα της, η πρώτη κόρη, το χε καμάρι. Όσο χρόνια και να περνούσαν δεν μπορούσε να ξεχάσει τη σκληρότητα της δικής της μάνας (της σκυφτής γριάς) με τις ελιές. Ούτε θυμάται πόσο χρονών ήταν όταν αυτή η μάνα την έσυρε για πρώτη φορά για τζουρνάδα. Έκλαιγε ολόκληρο εκείνο το βράδυ από τα νεύρα της κι από την πρωτοφανή κούραση. Τα συνομήλικά της αγόρια, που μέχρι τότε έπαιζε ξένοιαστα μαζί τους στο φόρο, συνέχιζαν την παιδική, αγορίστικη ζωή τους. Εκείνη μέσα σε μια μέρα μεταμορφώθηκε σε λιομαζώχτρα και μετανάστευσε στον δύσκολο και κουραστικό πλανήτη των εργαζόμενων σκληρά ενηλίκων, κι αυτό προτού καν της έρθουν τα έμμηνά της. Τόσο μικρή.

Στο χωριό της εκεί στο νότο τα κορίτσια μάθαιναν λίγα γράμματα και γρήγορα τις οδηγούσαν στο απλήρωτο μεροκάματο. Μέλισσες εργάτριες ακούραστες της οικογένειάς τους, κοιτούσαν ζωντανά κι ανθρώπους όλη τους τη ζωή. Ελιές και φορτίκι τα ξύλα για τη στιά. Μπουγάδες στο μαστέλο. Κύκλος υποχρεώσεων που δεν ετέλεβε ποτέ. Και στο μάζωμα τσ’ ελιάς, αντί να θαυμάζουν τις μαγικές ηλιαχτίδες να σπαθίζουν με φως τον τρούλο των κλαδιών, αντί να μετέχουν του μυστικισμού της Φύσης, να έχουν την έννοια και τα μάτια ανοιχτά να μαζώνουν και κανένα ζέγκουνα για το βραδινό τσουκάλι λάχανα. Μωρομάνες να κουβαλάνε τα βρέφη στη τζουρνάδα να τα ταΐσουν από το βυζί τους όποτε πρόφταιναν. Να βιάζονται για να προλάβουν τη βροχή. Να μένουν ώρες με βρεμένα σκουτιά και να συνεχίζουν να μαζώνουν μέσα στις λάσπες.
Και τις άσοδες- κακομοιριά.
Κι όταν έπεφτε δάκος – κατάρες κι οδυρμοί.
Και στο λιοτρίβι παζάρι σκληρό.
Και τα λεφτά να μη σώνουν.
Και ξανά από την αρχή.

Όταν εγίνηκε δεκαοχτώ πήγε μοναχή της να πιάσει δουλειά στο ξενοδοχείο. Τι γυρεύεις, φώναζε η μάνα της. Να κάτσεις να μάσεις το βιος σου, τι κάνεις τη δούλα στσου ξένους; Δε γλέπεις που μέχρι κι ο κόντες εστεφάνωσε μια γεροδεμένη χωριάτισσα να του μαζεύει τσ’ ελιές;
Ποιό βιος της, σκεφτόταν αμίλητη, ήξερε ότι όλο θα πήγαινε στα σερνικά.
Η μάνα της δεν ξαναμίλησε όταν μια χρονιά με δάκο τους έζησε όλους από τα λεφτά του ξενοδοχείου.

Όταν παντρεύτηκα έκαμα όρκο καμιά θυγατέρα δικιά μου να μη μάσει ελιές. Όταν η κόρη μου ακολουθούσε τη νόνα στα χτήματα και έκανε να μάσει ελιές τηνε γύριζα πίσω. Τη σπούδασα, αυτό που δεν κατάφερα εγώ. Είναι καλό θηλυκό, μας έχει έννοια όλους.
Αλλά μη μου δείχνετε με νοσταλγία αυτές τις παλιές φωτογραφίες με τα κορίτσια που μαζώνουν ελιές. Εγώ βλέπω μόνο την κούραση και την αδικία, καμία ομορφιά.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/718278765208308/…

—————————————————————————————————————————————-

44488032_717699391932912_8680404105245491200_n

ΘΑ ΣΕ ΑΓΑΠΑΩ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

19/10/2018

Θα σε αγαπάω μέχρι το τέλος του κόσμου, μου είπες.
Στη μπάρα απέναντί μας καθόταν ένας μοναχικός λύκος και έπινε αργά και σταθερά. Πότης κατ’ επάγγελμα. Η ίδια θέση στη μπάρα κάθε βράδυ, η ίδια παραγγελία. Η κοπέλα της βάρδιας, ξέρει τι πίνει, ξέρει το ρυθμό του. Μόλις τον βλέπει να έχει πιει την τελευταία σταγόνα, του σερβίρει το επόμενο, απαλά, αυτόματα. Ο πότης δεν ενοχλεί κανέναν ποτέ. Δε μεθάει. Δεν κοιτάει καν τις γυναίκες στο μαγαζί. Δίπλα του έχει καθίσει τυχαία η Αφροδίτη προσωποποιημένη. Γι’ αυτόν δεν υπάρχει. Δεν μιλάει για πολιτική, δεν βρίζει. Μπορεί να σχολιάσει μόνο (σποραδικά) το τελευταίο ματς της ομάδας του με ήρεμη φωνή διανοούμενου, σαν να σχολιάζει το Tractatus του Βιτγκενστάιν.

Θα σε αγαπάω μέχρι το τέλος του κόσμου, μου είπες.
Απέναντί μας κάθεται ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, ο σκύλος τους στα πόδια τους. Βουρκώνω στη θέα τους. Αυτή η τριάδα μου διηγείται σιωπηλά τη μεγαλύτερη ιστορία αγάπης, αυτή τη σπάνια που αντέχει στο χρόνο, αντέχει στα προβλήματα, αντέχει στα σκαμπανεβάσματα, στα παιδιά που φεύγουν και αφήνουν το σπίτι άδειο, στην ανημπόρια των γηρατειών. Η αγάπη που τον κάνει να την κοιτάει ακόμη τρυφερά στο ρυτιδιασμένο πρόσωπο, χέρια με στίγματα που κρατιούνται ακόμη και ο σκύλος γαλήνιος να ισορροπεί τα κενά.

Θα σε αγαπάω μέχρι του τέλος του κόσμου, μου είπες.
Στο διπλανό τραπέζι ένα νεαρό ζευγάρι αποχωρίζεται. Ήρθε η ώρα εκείνος να γυρίσει στο μακρινό του τόπο. Τέλειωσε το καλοκαίρι. Ήρθε η ώρα εκείνη να μείνει πίσω και να βρει ένα άλλο αγόρι, με τα ίδια μεγάλα μάτια, να συγχρονίζουν το γέλιο τους και τις ορμές του κορμιού. Δεν είχε έρθει η ώρα αυτοί οι δύο να μείνουν μαζί. Συνοδοιπόροι για λίγο στο ταξίδι της ζωής, πάντα θα κουβαλάει λίγο ο ένας από τον άλλον, χωρίς πόνο, χωρίς πικρία.

Θα σε αγαπάω μέχρι το τέλος του κόσμου, μου είπες.
Αυτό τραγουδάει απόψε κι ο Νικ Κέηβ από τα μεγάφωνα. Αλλά εγώ απόψε πίνω μόνη. Πλησιάζω τον διανοούμενο σχολιαστή στη μπάρα. Δεν έχω μάθει ακόμη να πίνω μόνη. Αυτό απαιτεί μιαν άλλη ωριμότητα. Χρειάζομαι λοιπόν μαθήματα.

—————————————————————————————————————————————–

44157351_716637932039058_8918810511416492032_n

ΑΚΟΜΗ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΤΑ ΒΑΣΙΚΑ

18/10/2018

Χρόνια μετά κι ακόμη είμαστε στα βασικά.
Νόμιζες ότι η φωτογραφία στην πλατεία του χωριού, κιτρινισμένη νοσταλγία, εσύ κοιτάς πια το φακό με τόση άνεση.
Τα πρόσωπα, πεθαμένοι όλοι, βασανίστηκαν ή έζησαν κάπως καλά μα τα παιδιά τους λες, σίγουρα έζησαν καλύτερα.

Κι εγώ σου απάντησα ότι ακόμη είμαστε στα βασικά. Κι ότι η Μαρίκα έζησε πολύ πιο λεύτερη από πολλές γυναίκες που προσπερνάς και τις θαυμάζεις, κι ας μην το δείχνει αυτό το σεμνό της ντεκολτέ.

Κι ότι η γειτονιά φρόντισε τα παιδιά του Θύμιου που χάθηκε στα καράβια αλλά δεν ανακατεύτηκε όταν ο Μήτσος χτυπούσε τη Λένη.

Κι όταν τελείωσε ο πόλεμος κι ο δάσκαλος είπε ανακουφισμένος «ποτέ πια φασισμός», ποιός το περίμενε, είδες τι έγινε στις τελευταίες εκλογές στο χωριό.

Γι’ αυτό σου ξαναλέω, ακόμη είμαστε στα βασικά. Ο κόσμος φαίνεται αρχαίος αλλά κάνει διαρκώς λάθη νεαρού. Κι όλο πιστεύει ότι θα διορθωθεί. Εις μάτην. Εκείνο το απόγευμα με ξεμονάχιασες μετά την πλατεία.

Έχω μάτια μόνο για σένα, μου είπες. Τα μάτια σου ήταν αρχαία και κουβαλούσαν λάθη χιλιάδων ετών. Ήθελα να πιστέψω σε ένα νέο και άφθαρτο κόσμο. Ακόμη είμαστε στα βασικά.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/716637928705725/…

—————————————————————————————————————————————–

44115861_716137665422418_7724395632705667072_n

ΤΣΩΠΑ!

17/10/2018

-Τσώπα, μη μιλείς, περνάει ο Άγιος!

Γεμάτη η χώρα από την παραμονή· πρώτα έκαναν την εμφάνισή τους οι Ηπειρώτες από απέναντι. Κοπάδι πολύχρωμο, έστρωναν κουβέρτες στα χορτάρια στου Μαβίλη, οικογένειες ολόκληρες, να περάσουν εκεί τη νύχτα και το πρωί να παρασταθούν στη λιτανεία και να προσκυνήσουν τη Χάρη του. Μούτρα γρέτζα, μαυριδερά από τα υψίπεδα, σκαλισμένα θαρρείς στην πέτρα του τόπου τους. Ταμένοι να αξιωθούν να προσκυνήσουν τον Άγιο.

Έντεκα Αυγούστου από τα χαράματα κατέβαιναν τα χωριά· οικογένειες ολόκληρες, παππούδες, νόνες, μανάδες και πατεράδες και τέκνα διαφόρων ηλικιών. Κορίτσια της παντρειάς και μιτσά, πολλά στα χέρια. Ντυμένοι όλοι με τα καλά τους, υπέροχες χωριάτικες φορεσιές και τα κοκκινωπά κερκυραϊκά χρυσαφικά οι γυναίκες. Πουκάμισα λευκά οι άντρες και ει δυνατόν και τα μιτσά (ει δυνατόν γιατί σύντομα το λευκό έχανε τη λάμψη του από τις ζαβολιές).

Αργότερα κατέβαιναν κι οι κάτοικοι τση χώρας : αυτοί είχαν την άνεση να ξυπνήσουν λίγο πιο αργά, να νιφτούν, να βάλουν τις τελευταίες μόδες και να παρασταθούν σε τούτο το καλοκαιρινό Πάσχα.

-Τσώπα, μη μιλείς, περνάει ο Άγιος έλεγε η νόνα στα ανήσυχα μιτσά και τους έκλεινε το στόμα με την ανάστροφη της παλάμης. Εγώ, έκθαμβη κοιτούσα, μην αντέχοντας ούτε τη ζέστη ούτε το στριμωξίδι με τις ανθρώπινες μυρωδιές, τους ταμένους, αρρώστους, παραπληγικούς, σεληνιασμένους να στρώνονται κατάχαμα πριν από την πόρτα τ’ Αγιού, πάνω στις πλάκες τις στρωμένες με δαφνόφυλλα να περάσει από πάνω τους το σεπτό λείψανο και να τους γιατρέψει με τη χάρη του. Κοιτούσα με τεράστια απορία τα βασανισμένα τούτα σώματα, τα κλειστά μάτια, τα παραδομένα πνεύματα στην Πίστη , στην πίστη την απόλυτη ότι θα βρουν αυτό που ζητούν, αυτό που η φύση, η τύχη, η ζωή η ίδια τους είχε στερήσει. Κοιτούσα με αγωνία τα κορμιά τούτα παραδομένα και στα μάτια του πλήθους, ευάλωτα στα βλέμματα των ξένων, ανυπεράσπιστα , κι έλεγα θέλω να τελειώσει, θέλω να περάσει, θέλω να τους σηκώσουν, να πάνε στη δροσιά, να τους βρέξουν το μέτωπο, να τους καθίσουν στο καφενείο κάτω από τα δέντρα, να πιουν κι αυτοί μαζί μας μια παγωμένη πορτοκαλάδα, ένα κρύο καφέ, να φοράνε ρούχα πιο όμορφα, πιο χαρούμενα, πιο μοντέρνα, τα ρούχα της χαράς και της υγείας.

-Τσώπα, μη μιλείς, κάμε το σταυρό σου, περνάει ο Άγιος μας.

Στη συνέχεια, άλλοι έμπαιναν στην εκκλησιά, άλλοι πήγαιναν στα κοσμικά καφενεία της πλατείας, άλλο στα πιο λαϊκά στη Σπηλιά, κι άλλοι, ντυμένοι στα περήφανα χωριάτικα, επήγαιναν στα κοσμηματοπωλεία της πόλης να ψωνίσουν χρυσαφικά για την προίκα τση θυγατέρας που της είχανε μόλις τελειώσει γάμο. Ο ήλιος είχε φτάσει πιο ψηλά, η ζέστη ανέβαινε κι ετούτοι μπούκαραν ανά ομάδες στο κατάστημα της αρεσκείας τους, χαρούμενοι, τα καλά τους ρούχα ήταν μάλλινα και τα σώματα μύριζαν ξινίλα από τον ιδρώτα, οι εμπόροι τους υποδέχονταν με χαρά κι ετούτοι διάλεγαν με καμάρι σπίλες και μποκολέτες και βέργες και δαχτυλίδια και καδένες σε χρυσό δεκατεσσάρων καρατίων, σεμνά έβγαναν από την τσέπη τσαλακωμένα τα λεφτά, τους κόπους από πολλές σοδειές, πολλά σκυψίματα στη γη για να μάσουν τον καρπό, πολλά ζαλώματα από τσουβάλια για να πάνε στο λιοτρίβι, πολλές βροχές, πολλές ελπίδες. Η κόρη καμάρωνε που τση προβάρανε τα χρυσάφια, έλαμπε, έκανε ζέστη, ο μικρός βοηθός του χρυσοχόου μεθυσμένος από τις μυρωδιές , τη ζέστη, τη λάμψη του χρυσού ονειρευόταν παγωτά και παραλίες και την παρέα του που γυρνούσε στη Σπιανάδα…

Τσώπα, μη μιλείς, περνάει ο Άγιος μας.

( Η φωτογραφία – Αύγουστος 1968;- και η μνήμη είναι του κ. Giorgio Athanassopoulos και τον ευχαριστώ)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/716137662089085/…

—————————————————————————————————————————————–

44088282_551611731976615_8136664861934354432_n

ΚΑΛΑ ΚΡΥΜΜΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

16/10/2018

Αυτές οι ιστορίες ούτε αρχίζουν ούτε τελειώνουν καλά.
Είχε μεγαλώσει και δεν την είχε ζητήσει ποτέ κανένας σε γάμο. Όμορφη δεν την έλεγες, αλλά ούτε κι άσκημη ήτανε, είχανε παντρευτεί άλλες κι άλλες. Ο αδερφός της είχε απελπιστεί, λες και δεν μπορούσε να ζήσει τον εαυτό της, μια χαρά μπορούσε, της είχε μάθει μια γριά στη γειτονιά την τέχνη κι είχε γίνει κεντήστρα ονομαστή. Μπορούσε να δουλεύει ώρες σκυμμένη, της ερχόντανε οι παραγγελίες για προικιά η μία μετά την άλλη. Δεν ήταν αυτό, του έπεφτε βαρύ να του μείνει ανύπαντρη στο σπίτι του. Κι έτσι, εκείνη τη χρονιά που εκάμανε λάδι πολύ, εμάζεψαν ό,τι μπορούσανε και στείλανε τη γριά Μήλω να μιλήσει στο Θοδωρή του Αράπη, που ξέρανε ότι έψαχνε νύφη κι ότι δεν θα έλεγε πολλά για τη διαφορά ηλικίας μπροστά στα λεφτά της προίκας και στα λεφτά που θα έφερνε η Λένη με την τέχνη της.
Κι έτσι τελειώσανε γάμο. Και γίνηκε ο γάμος. Κι έφυγε η Λένη από το πατρικό, που το κράτησε ο ανακουφισμένος αδερφός, έτοιμος κι αυτός για οικογένεια. Και πέρασε ένας χρόνος. Και δεύτερος. Και η Λένη, παρόλο που σχεδόν κάθε βράδυ κοιμότανε με το Θοδωρή, πρώτα από περιέργεια, μετά με ενθουσιασμό, μετά από καθήκον, μετά με φόβο (γιατί ο Θοδωρής έπινε πια και γινόταν βίαιος), έγκυος δεν πιανότανε και παιδί δεν ερχότανε. Κι ο Θοδωρής αγρίευε όλο και πιο πολύ. Η γειτονιά ασκωνότανε στο ποδάρι. Στο τέλος φώναζε και πετούσε τα πράματά της από τα παράθυρα. Φεύγα! Σκουτιά, κότολα, καμιζόλες και, σαν επιστέγασμα, το στείρο νυφικό της στρώμα.
Η Λένη, αμίλητη και κατακόκκινη στην άκρη της κάμαρης, συνέχιζε με σταθερά δάχτυλα τις επιδέξιες βελονιές. Η γειτονιά, συμπονετική, μάζευε τα ριπισμένα σκουτιά, το ξετιμωμένο στρώμα, άνοιγε την πόρτα, τα συμμάζευε μέσα στο σπίτι, σκουντούσαν το Θοδωρή και τον επανέφεραν στην τάξη. Την άλλη μέρα πάλι από την αρχή.
Ώσπου μια μέρα η πόρτα άνοιξε κι ο Θοδωρής δεν ήταν μόνος του. Πίσω του έστεκε η Μαρία του Χασκή. Την άρπαξε από το χέρι και την ανέβασε στην κάμαρα κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. Η Λένη, ατάραχη, συνέχισε να κεντάει την παραγγελία της, μια νυφιάτικη ντεμέλα, δυο πιτσούνια στεφανώνανε έναν παχουλό Έρωτα. Όταν βγήκαν από την κάμαρα ο Θοδωρής με τη Μαρία, η Λένη είχε στρώσει το τραπέζι για το δείπνο. Να βάλω τρίτο πιάτο; ρώτησε απλά.
Στο χρόνο απάνω γεννήθηκε το πρώτο παιδί. Στο σύνολο γεννηθήκανε έξι. Η Λένη καθότανε σπίτι, κουναρούσε τα παιδιά και συνέχιζε το κέντημα. Η Μαρία ήταν από τις καλύτερες εργάτριες γης, τηνε θέλανε όλοι οι αρχόντοι για τα περιβόλια τους, τα δέντρα, τα λαχανικά ανθίζανε στα χέρια της. Το χωριό ήξερε τα πάντα. Αλλά τι να πει; Εδώ δεν χωρούσε να πάει ο συμπονετικός γείτονας να γυρίσει πίσω το πεταμένο στρώμα της Λένης.
Ο Θοδωρής, λίγα χρόνια μετά τη γέννηση του τελευταίου παιδιού, έπεσε από μια ελιά ενώ την κλάδευε και σκοτώθηκε, σαν να είχε ολοκληρώσει τον προορισμό του σ’ αυτή τη γη με την τεκνοποιία, σαν να μη χρειαζόταν άλλο πια η παρουσία του στο φθαρτό κόσμο.
Όταν ξεπετάχτηκαν τα παιδιά, η Λένη με τη Μαρία έζησαν χωριστά. Πέθαναν και οι δύο μόνες τους.
Αυτές οι ιστορίες ούτε αρχίζουν ούτε τελειώνουν καλά.

* Δημοσιεύτηκε στο 6ο τεύχος του τοπικού περιοδικου » Πορτόνι»

Φωτό:
Ελλάδα 1928-1935 ΚΕΡΚΥΡΑ Φωτογράφος Walter Hege Αρχείο Bildarchiv Foto Marburg Liza’s Photographic Archive of Greece – Φωτογραφικά άλμπουμ της Ελλάδας.

—————————————————————————————————————————————-

44041585_715333585502826_3845360112180920320_n

ΝΥΦΗ ΥΠΟ ΔΟΚΙΜΗ

15/10/2018

Είχανε περάσει τέσσερις μήνες από τότε που η Μήλω είχε μπει στο σπίτι του Στάθη. Νύφη υπό δοκιμήν. Την είχανε ζητήσει από τη μάνα της, είχε εμφανιστεί η Λένη η προξενήτρα. Κι αφού τους είπε διάφορα για την καλή τύχη που έφερνε, το όνομα του γαμπρού, την οικογένειά του που είχε τον τρόπο της και τίποτε δεν θα της έλειπε, αφού τόνισε πόσο ζόρικα περνούσανε η Μήλω με τη μάνα της (χήρα και ορφανή, μεροδούλι – μεροφάι), αφού τους έδειξε μια φωτογραφία του Στάθη (ωραίος ήτανε) και τόνισε πόσο δύσκολες ήταν οι τύχες για τα κορίτσια της σειρά της κι αφού μάνα και κόρη είχανε το «ναι» στα χείλια τους είπε και τούτο : Αλλά βέβαια Μάντε μου, η μάνα του γαμπρού έθεσε έναν όρο : θα πάει να μείνει σπίτι τους η Μήλω και μόλις πιαστεί με παιδί θα τηνε στεφανώσει δόξα και τιμή. Και μπροστά στο κοκκίνισμά τους προσέθεσε με νόημα : η Λισάβε θυμάται τα δικά της. Εκόντεψε τριάντα για να πιαστεί στο Στάθη με το συγχωρεμένο τον πατέρα του. Θέλει να εξασφαλίσει άγγονα για να του γράψει το βιος. Αλλά εσύ δεν πρέπει να φοβάσαι : η Μήλω είναι γερή και κόκκινη σαν το ρόδο. Είμαι σίγουρη πως αμέσως θα πιαστεί με παιδί.

Μάνα και κόρη ξεροκατάπιανε και συμφωνήσανε σε τούτο το σχέδιο. Μέσα στο φτωχικό τους κατώι την ώρα εκείνη, φουσκωμένες από τα λόγια τση Λένης, τους φάνηκε το σχέδιο καλό. Λες και δεν θα ΄χε άλλη επιλογή στη ζωή του το θηλυκό της η Μάντε εσυναίνεσε. Κι ας ήτανε η Μήλω σαν το ρόδο τ’ Απρίλη. Κι ας ηξερε ότι σε άλλα σπίτια η Λισάβε δε θα τολμούσε να στείλει τέτοιο τελεσίγραφο.

Κι αφού γνωριστήκανε η Μήλω με το Στάθη, τση στείλανε το γάιδαρο και φορτώσανε το μπόγο με τα λιγοστά της ρούχα. Κι εγκαταστάθηκε στο σπίτι στη πεθεράς της, σε μια κάμαρη δικιά της με κοκέτα με πιόμπους γιαλισμένους σαν τα καντήλια τ’ Αγιού και λευκά σεντόνια. Η Λισάβε της εφέροταν καλά. Για δουλειές είχανε την ψυχοκόρη και τούτη δεν την άφηναν να κουράζεται. Ο Στάθης γυρνούσε να επιβλέπει στα χτήματα ή για δουλειές στη χώρα. Της είχε φέρει δώρο ένα μεταξωτό μαντήλι. Ετρώγανε όλοι μαζί με κάποια επισημότητα και μετά η Λισάβε αποσυρότανε αφήνοντας το ζευγάρι μοναχό του.

Κι έτσι επέρασαν τέσσερεις μήνες. Κάθε μήνα η μάνα της κι η πεθερά της τηνε ρωτούσανε με την ίδια αγωνία. Κι ελάβαιναν αρνητική απάντηση. Η Λισάβε δυσφορούσε. Η μάνα της αναρωτιότανε τι τρέλα ήταν αυτή που δέχτηκε, τι θα έκανε αν της γυρνούσανε πίσω την κόρη της χαλασμένη. Ποια μοίρα την περίμενε, την άμοιρη. Και κάθε βράδυ προσευχόταν στη Χάρη του για βοήθεια.

Η Μήλω στην αρχή δεν ανησύχησε. Ο Στάθης ήταν όμορφος και μαζί της τρυφερός. Παρά τις περιπτύξεις τους όμως παιδί δεν έπιανε. Και τότε άρχισε να αντιλαμβάνεται κι αυτή το ζοφερό μέλλον που διαγραφόταν. Εκείνα τα χρόνια έφταιγε πάντα η γυναίκα. Γιατροί κι επιστήμη μάλλον δεν ήξεραν. Πλησίαζε το Πάσχα κι αυτή σκεφτόταν έντονα πια το μέλλον της. Αποφάσισε να πάει να ξομολοηθεί και να κοινωνήσει να τση συχωρεθούνε οι αμαρτίες της.

Στην εκκλησιά ο παπά-Σέβος τηνε κοίταξε με μάτια μαύρα σαν κάρβουνα. Είχε φωνή στεντόρεια, γρυπή μύτη και καμιά δεκαριά παιδιά. Η παπαδιά κάθε χρόνο σχεδόν κουβαλούσε κι από ένα. Τηνε πήρανε τα κλάματα όταν του έλεγε τα καθέκαστα.

– Αχ τέκνο μου, της είπε. Σε πιάσανε στο δίχτυ. Ο Στάθης σου παιδιά δε μπορεί να κάμει. Την κοίταξε βαθιά στα μάτια και της έπιακε το χέρι. Η Μήλω κατάλαβε, κουβέντες πολλές δε χρειαστήκανε. Όταν εβγήκε από την εκκλησιά τα ρόδα του Απρίλη στα μάγουλά της είχανε πάρει φωτιά.

Τον επόμενο μήνα ανακοίνωσε σε μάνα και πεθερά την εγκυμοσύνη της. Οι γάμοι εγινήκανε με πάσα δόξα και τιμή. Λίγους μήνες μετά ένα όμορφο, ροδαλό αγόρι αντίκρυσε το φως. Αυτό το αγόρι ήτανε κι ο μοναδικός καρπός του γάμου της με το Στάθη κι αυτό το αγόρι έσωσε την τιμή της μάνας του και κληρονόμησε το βιος του πατέρα του. Μεγαλώνοντας κράτησε τα ροδαλά μάγουλα της μάνας του. Είχε βέβαια και μια μύτη γρυπή, που δεν κουβαλούσε κανένας από τα δυο σόγια, όσο θυμότανε τουλάχιστον οι νόνες. Ήταν όμως μια λεπτομέρεια του θεϊκού σχεδίου που δεν απασχόλησε κανέναν για πολύ.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/715333582169493/…

——————————————————————————————————————————————-

43788934_714337775602407_1358981507049324544_n

ΜΗΤΡΙΑΡΧΙΑ

13/10/2018

Τον διάλεξε και τον πήρε. Το χωριό ήταν φτωχό, πίσω από τα βουνά κι οι άνθρωποί του φημίζονταν σε όλο το νησί για την έλλειψη σπιρτάδας, αυτό που κάνει τα μάτια να σπιθίζουνε και το μυαλό να προχωράει και να αφήνει πίσω τα βάρη της παράδοσης και της υποταγής.

Κι όμως, ακόμη κι εκεί, η γη γυρνούσε κι ο κόσμος προχωρούσε. Αργά, αλλά προχωρούσε.
Εκείνη λοιπόν, τόσο λιγότερο όμορφη από τις συνομήλικές της κοπέλες της παντρειάς, εκείνη που θύμιζε κυκλαδική θεά, φρόντισε να τον διαλέξει αντί να περιμένει στωικά τη μοίρα της κι αυτόν που θα διάλεγαν οι γονέοι της, και τον στεφανώθηκε. Αυτός, όμορφος και λυγερός, κορμί σπαθί, μουστάκι μαύρο, μάτια κάρβουνα, ενώ στα πανηγύρια χόρευε με όλες τις γαϊτανόφρυδες, ελκόταν αργά και σταθερά κοντά της όπως τραβάει το φως της λαδοφωτιάς τις νυχτοπεταλούδες, μαγεμένος θαρρείς από τούτες τις στιβαρές αναλογίες οι οποίες υπόσχονταν γονιμότητα στο κρεβάτι και στο χωράφι, διαιώνιση και δουλειά σκληρή, με λίγα λόγια επιβίωση.
Κι έτσι όλοι είχαν να λένε για χρόνια πόσο όμορφη ήταν στο γάμο της, η κόκκινη τσουτσουμίδα έβαζε φωτιά στα μάγουλα και στα χείλη της, η περπατησιά της ήταν αρχοντική – τόσο τους είχε καθηλώσει όλους η γήινη δύναμη που ανάβλυζε – κι αυτός εκεί, πανέμορφος βασιλικός σύζυγος, λυγερός σαν το κυπαρίσσι (η γη άλλωστε δεν χρειάζεται τα κυπαρίσσια για να της κάνουν σκιά;), και το χωριό όλο είχε να λέει για χρόνια πώς δεν είχαν ξαναπιεί πιο πολύ και πιο καλό κρασί σε γάμο, πώς δεν είχαν χορέψει με περισσότερη χαρά και πως στο τέλος, με ζάλη ελαφριά, πολλά κρεβάτια στεγνά από χρόνια γλυκάθηκαν εκείνο το βράδυ του γάμου της λες κι όλοι συμμετείχαν σε μυστήριο, από εκείνα τα αρχαία που τα είχαν ξεχασμένα και άρρητα.
Το πρώτο της παιδί γεννήθηκε στους εννέα μήνες από το γάμο, ένα όμορφο σερνικό, αλλά η χαρά που τους έφερε δεν κράτησε πολύ. Το χτύπησαν οι θέρμες και σε κείνο το χωριό πίσω από τα βουνά, αφού εξάντλησαν τα γιατροσόφια και κατάλαβαν ότι τα πράγματα ήταν σοβαρά κι έπρεπε να πάνε στο γιατρό στη χώρα, ήταν ήδη αργά.
Μετά το θάνατό του μωρού η σκληράδα τόνισε ακόμη πιο έντονα τα αδρά, τοτεμικά χαρακτηριστικά της. Το πρόσωπό της ήταν θαρρείς σμιλεμένο στην πέτρα. Έκλαψε μέσα της για το μωρό και κλείστηκε στον εαυτό της. Ο βασιλικός σύζυγος μέσα στην πίκρα του κι αυτός άρχισε να απομακρύνεται από κοντά της, λες κι η φλόγα της λαδοφωτιάς που τον τραβούσε να είχε σβήσει και βρήκε παρηγοριά – λέγανε – στην πέρα γειτονιά.
Μήνες μετά η γήινη θεά ξύπνησε από το βαθύ ύπνο της και έδωσε πρώτη φορά σημασία στα κουτσομπολιά που πια έρχονταν όλο και πιο συχνά στ’ αυτιά της.
Το βράδυ εκείνο του σερβίρισε μοσχολάχανα, αυγά με μπόλικο κοκκινοπίπερο και μπρούσκο κρασί μπροστά στη στια. Αυτός τραβούσε ήδη την τρίτη κούπα όταν του είπε με μάτια που έλαμπαν – ούτε παράπονα, ούτε απειλές – κοίτα να δεις, του είπε, εγώ δεν σε πήρα για να έχω άδειο κρεβάτι, εγώ σε πήρα για να κάνω παιδιά. Η Μήλω που τραβιέσαι είναι στέρφα και παιδιά δε θα σου κάμει. Διάλεξε. Εκείνος δεν είπε λέξη, τελείωσε την κούπα του και την τράβηξε στο στρώμα. Η λαδοφωτιά άρχισε πάλι να καίει.
Στο χρόνο πάνω γεννήθηκε η πρώτη θυγατέρα της. Ακολουθήσανε άλλα τέσσερα, γιοι και θυγατέρες. Εκείνη σχεδόν αγέλαστη διαφέντευε χτήματα και παιδιά. Δούλευε με τη δίκοπη όσο λίγες γυναίκες, ένα παιδί στο βυζί και με το άλλο να σφάζει τον κόκκορα για τις γιορτάδες. Να κρατάει λογαριασμούς. Να κανονίζει προίκες. Να διαπραγματεύεται με τον έμπορα. Να μαθαίνει στα παιδιά να δουλεύουν. Αλύγιστη.
Κανόνισε τους γάμους των παιδιών της. Είχανε πάρει, λέει, από τον πατέρα τους και υποκύπτανε κι αυτά στη θέληση της φλόγας του λαδοφάναρου. Μόνο η πρώτη της η κόρη της έμοιασε, αληθινό παιδί δικό της. Επάτησε ποδάρι στα κανονίσματα της μάνας της και έφυγε, μικρό παιδί για τη χώρα, να βγάλει το γυμνάσιο.
Ήταν το πρώτο κορίτσι στο χωριό της που πήγε στο γυμνάσιο. Η μάνα, αφού γκρίνιαξε για τα μάτια της γειτονιάς, της έδωσε λεφτά να πιάσει μια κάμαρα στη χώρα και την ευχή της. Ήξερε ότι έπρεπε να τραβήξει το δρόμο της κι όταν ερχόταν η ώρα θα φρόντιζε αυτή την οικογένεια στη θέση της.

—————————————————————————————————————————————–

43951682_713518895684295_1833782646904193024_n

ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ

12/10/2018

Νύχτα φθινοπώρου. Τα βήματα στο πλακόστρωτο. Το ρολόι στο καμπαναριό. Η πόλη σχεδόν άδεια, ανακουφιστικά αναπνέει μετά την υπερφόρτωση του καλοκαιριού. Κατεβαίνω από το γραφείο. Στο λούμπεν καφέ της γωνίας ο ιδιοκτήτης κοιτάει τηλεόραση μαζί με τον Αρσένη. Ο Αρσένης φοράει μια στολή Κερκυραίου, από αυτές που φορούσαν παλιά στου «Τρύπα» όταν χόρευαν για τους τουρίστες. Ο Αρσένης υποδυόμενος αυτόν τον φανταστικό Κερκυραίο τραγουδούσε μέχρι τώρα στον πεζόδρομο για τους τουρίστες. Τώρα τρώει ένα παγωτό χωνάκι και χαζεύει την οθόνη.

Απόψε νιώθω τρυφερότητα ακόμη και για τον Αρσένη. Παρακάτω με φωνάζουν από το μεζεδοπωλείο. Κάθομαι και κατεβάζω στα γρήγορα ένα ποτήρι κόκκινο κρασί λες και πίνω νερό. Το ποτήρι είναι λεπτό, το κρασί μου αρέσει, το πίνω με παγάκια ακόμη και το κόκκινο.

Απόψε το κεφάλι μου έχει ελαφρύνει, το περπάτημά μου είναι πιο γρήγορο. Τρέχω να προλάβω το περίπτερο. Αγοράζω μια σοκολάτα. Απόψε τα θέλω όλα γιατί νιώθω καλά.

Στο δρόμο για το αυτοκίνητο ανοίγω το τηλέφωνο. Μέχρι να φτάσω έχω καλέσει όσους αγαπώ. Δε θέλω κάτι. Θέλω να τους πω ότι τους αγαπώ και να ευχηθώ καληνύχτα.
Απόψε αυτή τη γλυκιά φθινοπωρινή νύχτα απολαμβάνω ότι είμαι ζωντανή. Ότι αναπνέω. Ότι με ευχαριστεί ένα ποτήρι κρασί. Κι ότι μπορώ να πω σε αγαπώ σε αυτούς που πράγματι αγαπάω.

Απόψε παίρνω κι εσένα τηλέφωνο. Θέλω μόνο να σου πω καληνύχτα κι ότι σε συγχωρώ γιατί σε αγάπησα. Τι κρίμα που ακόμη μια φορά δεν σήκωσες το τηλέφωνο.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/713518892350962/…

——————————————————————————————————————————————

43610027_712957312407120_4678819041618427904_n

ΤΑ ΒΟΤΣΑΛΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑΤΙΟΥ

11/10/2018

Τα μεγάλα, στρογγυλά βότσαλα του Μπαρμπατιού έχουν τσιμεντωθεί σε κογολάδες νεόχτιστων «αρχοντικών». Τα βράδια ξυπνάνε και θυμούνται την ακροθαλασσιά που ξεβράστηκαν. Η μνήμη τους δεν τα εγκαταλείπει.

Θυμούνται ακόμη τον άρχοντα Μπαρμπάτη να επιθεωρεί τις ελιές του. Στο τέλος το βλέμμα του σταματούσε στη θάλασσα: βαθιά, διάφανη, σε καλούσε να βουτήξεις μέσα της και να ταξιδέψεις. Όμως εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι δεν έκαναν θαλάσσια λουτρά κι ο δρόμος της θάλασσας ήταν μόνο για τους απελπισμένους και τους πειρατές. Ο άρχοντας είχε πολλά γήινα αποχτήματα κι έτσι έκλεινε τα αυτιά και απέστρεφε το βλέμμα από την πλανεύτρα. Μόνο την τελευταία στιγμή καβαλικεύοντας για να γυρίσει στην εστία έριχνε με μανία ένα τεράστιο βότσαλο πριν της γυρίσει την πλάτη.

Τα βότσαλα θυμούνται χαρούμενους ανθρώπους στις ελιές δίπλα στη θάλασσα: αγκαλιασμένα σώματα να χαίρονται• παιδιά να ξεφωνίζουν από ενθουσιασμό μπροστά στο θαύμα που ανοίγονταν μπροστά τους• ράθυμα μεσημέρια και δροσερά απογεύματα. Ένα πλοίο να περνάει και το ξαφνικό κύμα να ξεπλένει τα μεγάλα βότσαλα. Τα βράδια τα αστέρια πέφτουν από τον ουρανό και σμίγουν με τα βότσαλα. Η θάλασσα είναι μαύρη, ακούγεται το σιγανό τραγούδι της.

Τα βότσαλα έχουν μνήμη. Θέλουν να ξεχάσουν αλλά δεν μπορούν. Θέλουν να ξεχάσουν την απόλυτη ομορφιά, τη ζωή στο ακρογιάλι. Θέλουν να ξεχάσουν την καταστροφή. Θέλουν να μην ακούν τη θάλασσα που αγάπησαν να κλαίει. Θέλουν να μη θυμούνται που βρίσκονται στρωμένα στις κογολάδες. Θέλουν να ξεχάσουν. Αλλά δεν μπορούν.

Το Μπαρμπάτι που γνώρισα υπάρχει ακόμη. Είναι σε μια χώρα που λέγεται παιδική ηλικία. Είναι μακριά, αλλά τη θυμάμαι, γιατί ζούσα εκεί. Είναι μακριά αλλά κάποτε θα την ξαναβρώ. Και θα ξαπλώσω πάλι στα μεγάλα, στρογγυλά της βότσαλα. Τα βότσαλα του Μπαρμπατιού.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/712957305740454/…

——————————————————————————————————————————————

.jpg

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ ΜΟΥΡΕΛΑΤΟΣ

9/10/2018

(Κατά τους «Αληθείς Ριζοσπάστες», η Ένωση αποτελούσε «απαράγραπτο και φυσικό δικαίωμα». Οι «Αληθείς Ριζοσπάστες» καταδίκαζαν κάθε έκκληση ή «ικετήρια αναφορά», όπως έλεγαν, προς τους Ευρωπαίους ηγεμόνες, που χαρακτηρίζονταν συλλήβδην «τύραννοι και καταπιεστές των λαών». Πίστευαν ότι μια συνέλευση των Ιονίων Νήσων, εκλεγμένη με καθολική ψηφοφορία, θα μπορούσε de facto να καταργήσει το σύνταγμα του 1817 και να ανακηρύξει την Ένωση με την Ελλάδα. Οι Ενωτικοί Ριζοσπάστες, από την άλλη πλευρά, επεδίωκαν την συνηγορία των μετριοπαθών και συντηρητικών δυνάμεων της Ευρώπης.)

Ψάχνοντας παλιά αρχεία και τίτλους έπεσα πάνω στη χήρα του. Η Λένη, καταγραφόταν με το πατρικό της επώνυμο αλλά δίπλα έφερε επάξιο προσδιοριστικό : χήρα Ριζοσπάστη Μουρελάτου. Το όνομα με τάραξε. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έπεφτα ψάχνοντας πάνω σε βαφτιστικά ονόματα που κουβαλούσαν όλες τις προσδοκίες των γεννητόρων: Γενναίος. Τρισεύγενη. Ή που κατέγραφαν την ιστορική στιγμή : Νικηφόρος. Ευαγγελία. Ή που αποτύπωναν τα οράματα και τα πιστεύω : Βλαδίμηρος. Ή τα τάματα στους αγίους για τις δυσκολίες της εγκυμοσύνης : Χρυσοβαλάντης.

Ετούτο εδώ όμως το όνομα του άγνωστου σε μένα και πεθαμένου εδώ και χρόνια Κεφαλλήνα, ο οποίος παντρεύτηκε τη Λένη και στέριωσε σε τούτο δω το μέρος, δυο – τρία νησιά πάνω από το δικό του κουβαλούσε όλη την ιστορία των Επτανήσων. Ένα πιστεύω που το ασπάζονταν όλοι, όχι μόνο οι γραμματιζούμενοι αλλά και το πόπολο.

Ο Ριζοσπάστης είχε πρωτοδεί την Κέρκυρα με το καράβι, ναυτόπαις για όλες τις δουλειές. Ο τόπος ανέδιδε γλυκύτητα, πιο μειλίχιος από την άγρια πατρογονική γη. Σε κάθε ναύλο τον τραβούσε θαρρείς και πιο πολύ. Όταν εγνώρισε τη Λένη σύντομα πήρε την απόφασή του κι απαρνήθηκε το νησί του. Η Λένη, στιβαρή με μια μεγαλόπρεπη ομορφιά, εγνώριζε μονάχα από τη γη και τις ελιές. Χειριζότανε τη δίκοπη όπως οι υπόλοιπες κοπέλες το βελόνι. Έλαβε και την προίκα της κι ο Ριζοσπάστης από ναύτης εγίνηκε αγρότης στο πλευρό της.

(Από μικρός στους μητρικούς μου λόφους
ελάτρεψα την θείαν Αφροδίτη.
Ζάκυνθος, χαίρε. Στις ακτές του Αδρία,
στη στερνή κατοικία των Εφεστίων
θεών και των προγόνων μου, θ’ αφήσω
τα τραγούδια μου και τα κόκαλά μου,
και σ’ εσέ μοναχά τους στοχασμούς μου,
γιατί όποιος την πατρίδα του ξεχάσει
μήτε στα θεία δεν ομιλεί με σέβας.)

Η λατρεία του τόπου που έκανε το Σολωμό να παλεύει με τους στίχους στα ελληνικά. Που έκανε το Φώσκολο να γράφει για την πατρίδα στα ιταλικά. Κι ένας κεφαλλωνίτης αγρότης με βαρύ όνομα – τζίε, πες μας κι άλλες ιστορίες για το όνομά σου, τονε προέτρεπαν τα ανήψια του – σήκωνε καμιά φορά το κεφάλι από το χωράφι και θυμότανε τα παιδικά του χρόνια στην Σκάλα, παιγνίδια, ζαβολιές, τη μάνα του, το νησί εκείνο που τώρα φάνταζε τόσο μακρινό.

(Η επόμενη δεκαετία, η δεκαετία του 1850, ήταν η δεκαετία που σφραγίσθηκε από την αγγλογαλλική κατοχή της χώρας, υπό τον φόβο των Αγγλογάλλων μήπως η Ελλάδα ταχθεί υπέρ της Ρωσίας και κατά της Τουρκίας, κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου. Ο Όθων έχανε κάθε ίχνος αξιοπιστίας. Οι Ριζοσπάστες, παρά τις μετά το 1858 διαφορές τους, θα έφερναν στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, μετά την Ένωση, ένα νέο πολιτικό πνεύμα. Η εξαντλητική αντιπαράθεση επιχειρημάτων μεταξύ Ριζοσπαστών και Μεταρρυθμιστών και, αργότερα, μεταξύ «Αληθών» και «Ενωτικών Ριζοσπαστών» στο πλαίσιο των συνεδριάσεων της Ιονίου Βουλής, αλλά και στο πλαίσιο της πλούσιας αρθρογραφίας στον ανθούντα τότε επτανησιακό Τύπο, διαμόρφωσε μια παρακαταθήκη ιδεών που θα μετακενωνόταν στο ελληνικό Κοινοβούλιο.)

Δεν εκάμανε παιδιά με τη Λένη. Δεν αξιώθηκε να πάει ξανά πίσω στη μικρή πατρίδα του, ούτε μία φορά. Οι δικοί του είχανε πεθάνει όλοι, περιουσία δεν υπήρχε. Η Σκάλα, τρία νησιά παρακάτω, φάνταζε πιο μακρινή από ταξίδι σε άλλη ήπειρο. Στα γεράματά του καθότανε στο καφενείο. Εκεί ο Γυμνασιάρχης του εξηγούσε ενώ ρουφούσαν τον ελληνικό τους τη σημασία του ονόματός του. Πέθανε πολύ πριν ο δρόμος της πόλης μας μετονομαστεί σε «Ριζοσπαστών Βουλευτών Ιονίου Βουλής».

(Τα κείμενα σε παρένθεση είναι από το άρθρο του Κώστα Βέργου «το επτανησιακό εθνικό κίνημα και τα ευρωπαϊκά εθνικιστικά κινήματα» και από το ποίημα του Ούγκο Φόσκολο «Ύμνος στη Ζάκυνθο». Το όνομα του τίτλου είναι πραγματικό. Η ιστορία είναι φανταστική)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/712160649153453/…

—————————————————————————————————————————————–

43387960_711538109215707_1951053241408028672_n

ΔΕΝ ΠΕΤΑΞΑ ΤΙΠΟΤΕ

8/10/2018

Δεν πέταξα τίποτε.

Φυλάω ένα βότσαλο, λευκό με κόκκινες φλέβες.
Μου το είχες δώσει ένα απόγευμα που περπατούσαμε μαζί στη θάλασσα.

Κοίτα, μου είπες.
Αυτό είναι για σένα.

Κρατάω ένα κλαράκι άγριο θυμάρι, την εποχή της ανθοφορίας του, φορτωμένο με μωβ αστράκια.
Ανεβήκαμε μια πλαγιά, άνοιξη, ο αέρας μύριζε θυμάρι.

Κοίτα, μου είπες, κοίτα αυτό το μωβ πέλαγο, πατάμε πάνω στα ανθισμένα θυμάρια.

Αυτά ήταν τα δώρα σου, πολύτιμα και μοναδικά.

Με έμαθες να κοιτάω, να νιώθω, να γεύομαι, να αγγίζω.
Κρατάω τις πίκρες, κρατάω τις μικρές χαρές.
Πυροτέχνημα που έσκισε το σκοτάδι ήταν η δική μας η συνάντηση, βροχές πολλές είχε, αλλά είχε και ξαστεριές.
Εκείνες τις ξαστεριές που ο ουρανός νομίζεις ότι είναι ζωγραφισμένος, ο αέρας είναι ακίνητος και χλιαρός, τον ακουμπάς.

Κι έτσι, αφού δεν σπαταληθήκαμε σε ρουτίνες χαρούμενων νοικοκυριών, σε γεύματα Κυριακή μεσημέρι, σε κοινωνικές εκδηλώσεις και βερνισάζ, κρατήσαμε για εμάς ένα σπασμένο κοχύλι • έναν ιδρώτα γλυκόξινο πάνω από τα χείλια, πόθο μαζί και ταραχή• ένα σημείωμα γραμμένο βιαστικά αφημένο στο παρμπρίζ, δύο λέξεις μόνο.

Κι όταν αυτό τελείωσε,
αλήθεια όλα κάποια στιγμή τελειώνουν,
δεν το ήξερες,
εγώ δεν πέταξα τίποτε.

Ούτε το βότσαλο, ούτε το θυμάρι, ούτε το σπασμένο κοχύλι.

Ούτε κι εκείνο το γραμμένο βιαστικά σημείωμα.

Όπως δεν μπορούσα να πετάξω τα απογεύματα
πίσω από τα κλειστά πατζούρια,
τα θυμάρια πάνω στο βουνό,
τη χαρά και τη λύπη των συναντήσεών μας.

Τη γνώση που κέρδισα ότι η ζωή
έχει μέσα της το θάνατο.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/711538102549041/…

—————————————————————————————————————————————-

43358318_710780772624774_8861270211781722112_o

ΤΕΛΕΤΕΣ ΤΑΦΗΣ

7/10/2018

(Απόψε μία από τις πρώτες μου ιστορίες)

Είχε ζήσει μαζί της εξήντα χρόνια, παραπάνω από ζωή, πολύ παραπάνω από τους περισσότερους γάμους.

Αυτός δεν είχε παντρευτεί ποτέ κι όταν η μάνα του πέθανε έμεινε μόνος πρώτη φορά στη ζωή του σε ένα άδειο σπίτι.

Είχε τρεις μέρες να κουνηθεί μετά την κηδεία όταν ένα ανεπαίσθητο νιαούρισμα διέκοψε τη νάρκωσή του.

Στο κατώφλι του μια γάτα – αριστούργημα, γκρίζο βελούδο με άσπρες πίκες τον κοίταζε ίσια στα μάτια και δεν το κουνούσε ρούπι.

Καθώς του φαινόταν καλοζωισμένη σκέφτηκε ότι ήρθε από κάποιο γειτονικό σπίτι, όμως η γάτα δεν έφευγε από το χαλάκι της εξώπορτας, στην πρώτη ευκαιρία μπήκε στο σπίτι και βολεύτηκε στο σαραβαλιασμένο καναπέ, ακριβώς στη γωνιά που συνήθιζε να κάθεται η μακαρίτισσα.

Ο Σπύρος το εξέλαβε για σημάδι εξ ουρανού κι αυτός που ποτέ δεν είχε ζώα στο σπίτι αγάπησε τη γάτα σαν τη μάνα του και της έδωσε όλη τη φροντίδα του. Κτηνίατρος, εμβόλια, γατοτροφή με βιταμίνες, σαρδέλα από τη λαϊκή κι η γάτα του αντιγύριζε όλη αυτή τη φροντίδα και την αγάπη, σκαρφάλωνε στον ώμο του σαν παπαγάλος, του έγλειφε τα μαλλιά, το πρωί ανέβαινε πάνω στο στομάχι του στο κρεβάτι για να του υπενθυμίσει ότι ήρθε η ώρα να σηκωθεί και να την ταΐσει.

Οι ευτυχισμένες μέρες με τη γάτα όμως δεν έστερξε να είναι πολλές.

Η κτηνίατρος διέγνωσε αρρώστια ανίατη, αυτή που πειράζει το ίδιο ανθρώπους και γάτες και του είπε πως ο δρόμος δυστυχώς ήταν ένας.

Ο Σπύρος ξενύχτησε ένα τελευταίο βράδυ με τη γάτα, την παράστεκε όπως είχε παρασταθεί στο τελευταίο βράδυ της μάνας του και την άλλη μέρα την πήγε στην κτηνίατρο.

Αν θέλεις κυρ- Σπύρο του είπε, θα επιληφθώ εγώ μετά.

Όχι, της απάντησε αυτός, έχω κανονίσει, πήρε το άψυχο κορμάκι και το έθαψε με φροντίδα στο κηπάκι του κάτω από τα χρυσάνθεμα.

Μετά το θάνατο της γάτας παρατηρούσε όλο και πιο συχνά στο δρόμο τα σκοτωμένα γατιά από τα αυτοκίνητα.

Γαϊδούρια, μονολογούσε κι έσφιγγε τα δόντια του.

Λες και το κάνουν επίτηδες και πέφτουν πάνω σε οτιδήποτε ζωντανό τολμάει και δεν υπακούει στους κανόνες τους.

Πιο πολύ όμως τον ενοχλούσε που τα κορμάκια κείτονταν κατακρεουργημένα στην άσφαλτο για μέρες, κανείς δεν φαινόταν να νοιάζεται κι όταν τελικά αποσύρονταν ήξερε ότι κάποιο σκουπιδιάρικο είχε περάσει με προορισμό τη χωματερή.

Ο Σπύρος δεν άργησε πολύ να βρει νέο σκοπό στη ζωή του : είχε πάντα στο φορτηγάκι του τα σύνεργα της δουλειάς, γάντια, πλαστικά, φτυάρι, διάφορα κουτιά κι άρχισε με συνέπεια να περισυλλέγει τα ρημαγμένα κουφάρια.

Είχε κι ένα μικρό χτηματάκι στα όρια της πόλης από χρόνια παρατημένο το οποίο σύντομα γέμισε από μικρούς λάκκους που δέχονταν τα δύστυχα γατιά.

Τον είδα μια μέρα από μακριά την ώρα της τελετής : νομίζω ότι κάτι σιγοψιθύριζε, κάτι σαν κατευόδιο, σαν προσευχή.

Αισθάνθηκα γαλήνη.

Ελπίζω κάποιος να βρεθεί αυτούς τους άγριους καιρούς να συνεχίσει το έργο του.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/710780765958108/…

————————————————————————————————————————————–

43336544_2135777809774636_5008295994463354880_n

ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΠΑΛΑΙΑ ΕΠΙΠΛΑ

6/10/2018

Ο δικηγόρος Τριβόλης, με αρχοντικό παράστημα και ντύσιμο ανάλογο, ανέβαινε κάθε μέρα, χειμώνα – καλοκαίρι τα λιγοστά σκαλιά που έμπαζαν στο γραφείο του, στη μέση της πιάτσας, ή αλλιώς, στο βασίλειο της σκόνης. Ήταν απορίας άξιον πώς αυτός, ο οποίος συντηρούσε σε άψογη κατάσταση ένα από τα παλαιότερα και ωραιότερα μέγαρα της πόλης, που υπέκυπτε στις απαιτήσεις τόσο της αρχοντογεννημένης συμβίας του όσο και των λογής – λογής βοηθών της (παραδουλεύτρες, μάγειροι κ.ο.κ.), που την άφηνε κάθε μέρα να του βάζει ένα τσαντσαμίνι στη μπουτονιέρα του φρεσκοσιδερωμένου κουστουμιού του, φτιαγμένο από τα καλύτερα κασμίρια του Λονδίνου το χειμώνα και από τα καλύτερα ινδικά λινάρια το καλοκαίρι, εργαζόταν σε ένα χώρο στενό, μια κάμαρα τρισάθλια, ένα γραφείο στη μέση, κληρονομιά από τον παππού του στον πατέρα του και μετά σ’ αυτόν, αντίκα υπέροχη αλλά έντεχνα κρυμμένη κάτω από στρώματα σκόνης και φακέλλων σε σωρούς. Δυο – τρεις ξεπατωμένες βιενέζικες καρέκλες πάνω σε τριζάτες, άβαφες λάριζες. Λάμπα με φως ασθενικό. Τζάμια αδιαφανή από την σκόνη χρόνων. Μια ραφιέρα με ελάχιστα βιβλία. Η γυναίκα του είχε προσπαθήσει με μπρίο τα πρώτα χρόνια του γάμου τους να βάλει τάξη σε εκείνη την αθλιότητα. Ακόμη περισσότερο είχε προσπαθήσει να τον πείσει να μεταφέρει το γραφείο του σε μία από τις πολλές ιδιοκτησίες τους, ευάερη, κεντρική, ψηλοτάβανη. Επί ματαίω. Μην πασχίζεις Κλειώ, της ανακοίνωσε μια μέρα στεγνά. Εμένα μου αρέσει εδώ. Στη σκόνη των αιώνων. Σε ένα μέρος που ο χωριάτης δεν φοβάται να πατήσει μη τυχόν και λερώσει τα χαλιά και τα μόγανα. Από αυτούς ζούμε.
Και πράγματι ο Τριβόλης δεν ξαναοχλήθηκε καθώς ήταν δικηγόρος μοναδικός, με πελατεία τεράστια, από όλα τα κοινωνικά στρώματα και ιδιαίτερα αγαπητός στην τάξη των μέχρι χθες σχεδόν δούλων χωρικών αλλά ήδη δυναμικών μικροκαλλιεργητών και μικρεμπόρων.
Συνήθεια αγαπημένη κάθε μεσημέρι και κάθε βράδυ, πριν από την επιστροφή δηλαδή στην οικία για τα γεύματα, η συναναστροφή του με τον φαρμακοποιό Τεμπονέρα και με τον καθηγητή Σερεμέτη. Η συναναστροφή αυτή λάμβανε χώρα εντός του φαρμακείου Τεμπονέρα, πλησίον του πάλαι ποτέ θεάτρου Σαν Τζιάκομο, ώρες ιερές που ακόμη και οι πελάτες σέβονταν και σταματούσαν να ζητούν παυσίπονα και επουλωτικά και ενέσεις και σουλφαμίδες αλλά σιγούσαν λες και έμπαιναν στην εκκλησιά και περίμεναν να τελειώσει την κουβέντα του πότε ο σεβαστός δικηγόρος, πότε ο ευγενής σπετσιέρης και πότε ο σοφός δάσκαλος, ακόμη κι αν αυτά που έλεγαν δεν τα κατανοούσαν.
Στο τέλος ο δικηγόρος έπαιρνε την άγουσα για το μέγαρό του στα Μουράγια, ο σπετσιέρης ανέβαινε πάνω από το μαγαζί (εφτά κεφάλια παιδιά και η συμβία του τον περίμεναν για το φαγητό) κι ο φτωχός δάσκαλος για ένα λιτό, μοναχικό γεύμα σε ένα στενό της Οβριακής.
Πολλοί τα μετέπειτα χρόνια έλεγαν ότι εκείνες οι συναντήσεις έδιναν όχι μόνο τον τόνο, αλλά και τον προσανατολισμό στη μικρή μας πόλη, λέγαν ότι εκείνοι οι τρεις ήταν κάτι σαν η ύπατη τριανδρία του τόπου, δίναν γραμμή για τα πολιτικά, ανέβαζαν στον Παρνασσό νέους ποιητές, επικύρωναν εμπορικές συμφωνίες και προξενιά, εξημέρωναν αν θες τα ήθη. Κάποιοι, πιο ρομαντικοί, λέγαν ότι έκαναν και αγαθοεργίες στα κρυφά, φρόντιζαν να σπουδάσουν παιδιά με προσόντα από τις κατώτερες τάξεις, απάλυναν τις συνέπειες από τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, κι όλα αυτά ενώ απήγγειλαν σονέτα ή μιλούσαν μεταξύ τους στα λατινικά χάριν παιδειάς.
Όταν είδα την αγγελία ότι πωλούνται παλαιά έπιπλα, είδα το γραφείο και έψαξα την ιστορία του. Η πωλήτρια μου είπε ότι ήταν το γραφείο του Τριβόλη. Την πίστεψα. Κι όμως τα αντικείμενα δεν έχουν σημασία. Πιο σημαντικό είναι να γράψει κάποιος την ιστορία τους.

——————————————————————————————————————————————

43157921_709518306084354_5536047050216439808_n

ΠΕΡΙ ΓΑΤΙΩΝ ΜΙΚΡΗ ΔΙΗΓΗΣΗ

5/10/2018

Κοιτάμε χωρίς να βλέπουμε. Ακούμε χωρίς να καταλαβαίνουμε. Τρώμε χωρίς να γευόμαστε. Φιλάμε χωρίς να νιώθουμε. Ας το πιάσουμε λοιπόν από την αρχή.

Όταν πέθανε ο γάτος μας, ο μικρός μας άσπρος τίγρης (έσβησε για μια στιγμή μέσα στα χέρια μου – αυτό ήταν η ευθανασία, τώρα ζωή, τώρα όχι, ούτε μια ανάσα) η έννοιά μας ήταν για την αδερφή του. Ήταν αχώριστα από μωρά, μια γέννα, ζούσαν μαζί, κοιμόνταν αγκαλιά, κι όσο κι αν είχαν τα χούγια τους, το ένα είχε για παρηγοριά το άλλο, σαν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που είναι μαζί από πάντα.

Αλλά χωρίς κουβέντες, χωρίς υποσχέσεις, χωρίς τυμπανοκρουσίες (είναι τεράστια η σοφία των γατιών), αθόρυβα, τρυφερά, έμπρακτα, αμέσως πήρε θέση δίπλα της ο άλλος γάτος του σπιτιού μας. Τη φρόντιζε, την καθάριζε, της έκανε παρέα, κοιμόνταν μαζί στους καναπέδες και τα μαξιλάρια, έτσι που όταν έβλεπα τη λευκή κοιλιά του και τη φουντωτή ουρά του δίπλα της νόμιζα ότι έβλεπα το μακαρίτη, μου έπαιρνε λίγο να επανέλθω στον παρόντα χρόνο.

Κι έτσι απλά, με την παρουσία του και τη φροντίδα του, τη γιάτρεψε από τη μοναξιά και την απώλεια, της έδωσε πάλι σταθερότητα σε ένα κλυδωνιζόμενο σύμπαν, τη μέρωσε. Γιατί τα γατιά κοιτάνε και βλέπουν. Ακούν και καταλαβαίνουν. Τρώνε και γεύονται. Γλείφουν και νιώθουν.

Κι αν κάποιοι με περισσή επιστημοσύνη σας έχουν πει κακά πράγματα για τα γατιά και την εγωιστική φύση τους μάλλον κάτι άλλο είχαν κατά νου, μια προσωπική στρατηγική παραπλάνησης. Κι αν όταν σας τα έλεγαν δεν σας κοίταγαν και στα μάτια, πετάξτε τους από τη ζωή σας πριν να είναι αργά και ρίξτε μια ματιά σε όσους αθόρυβα αλλά αποτελεσματικά σας φροντίζουν.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/709518302751021/…

——————————————————————————————————————————————

43000372_708857389483779_7685835502221524992_n

ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ

4/10/2018

(Λόγω εποχής, επανάληψη. Κυκλάμινο, το δικό μας μη-με-λησμόνει.)

Ζούσε μια ζωή ήσυχη και είχε συνηθίσει πια μόνη της.

Σαράντα πέντε χρόνια μαζί του μόνο καλά είχε να του θυμηθεί.

Ήταν ένας καλοσυνάτος άνθρωπος και την είχε πάντα έννοια.
Μόνο που δεν έκαναν παιδιά, στην αρχή αναρωτήθηκαν, μετά, λίγο ντροπαλά, πήγαν σ’ ένα γιατρό στη χώρα αλλά δεν έβγαλαν άκρη, μετά τα χρόνια πέρασαν, κι ήταν χρόνια ήρεμα και γλυκά.

Κάθε πρωί σηκωνόταν πρώτος και μέχρι να σηκωθεί κι εκείνη να φτιάξει τον καφέ είχε κόψει από τη γλάστρα ένα λουλουδάκι, ότι υπήρχε ανάλογα με την εποχή, και το έβρισκε σε ένα ποτήρι με νερό στο τραπέζι.

Κάθε πρωί.

Ύστερα κινούσαν για τα χτήματα, για τις δουλειές τους, ήρεμα, συντροφικά ήταν η λέξη που δεν έλεγαν, αυτό ήταν όμως.
Κι εκείνος ποτέ δε σήκωσε τη φωνή, ποτέ δεν τη μάλωσε, ποτέ δεν απαίτησε.

Κάθε βράδυ της διάβαζε κι από κάτι όπως κάθονταν παρέα στην κουζίνα, πότε την εφημερίδα, πότε από ένα βιβλίο με διηγήματα, πότε ποιήματα ενώ εκείνη συνήθως έφτιαχνε φαγητό, μπάλωνε ή έπλεκε με το βελονάκι.

Ήξερε κι αυτή γράμματα, όπως τα περισσότερα κορίτσια στο Όρος, κι είχε μια νοικοκυροσύνη, επίσης χαρακτηριστικό της περιοχής, και μια καλαισθησία όλη δική της, την οποία επαινούσε όλο το χωριό.

Το σπίτι ήταν πάντα πεντακάθαρο, το παράθυρο στο κατώι της στόλιζαν πάντα κουρτινάκια με κοφτό μοναδικά από τα χέρια της, έστρωνε κάθε μέρα στο τραπέζι της λινό τραπεζομάντηλο κι ας έτρωγαν μόνοι οι δυο τους κι αργότερα ολότελα μόνη της, σερβίριζε τον καφέ τους σε μικρά φαρφουρένια φλιτζανάκια από την προίκα της – ποτέ στα χοντροπότηρα του κρασιού -, για την παστιτσάδα της της Κυριακής μιλούσε όλο το χωριό και κάποτε ένας ξένος που είχε γευτεί μπακαλιαρόπιτα από τα χέρια της την παίνεσε για τούτο το αεράτο σουφλέ που θα στεκόταν σε κορυφαίο γαλλικό εστιατόριο.

Εκείνος έφυγε ήρεμα στα χέρια της όπως έζησε κι αυτή μόνη, με ένα μπαστούνι πια για να στηρίζεται, τώρα που έφυγε εκείνος, συνέχισε τη ζωή τους, στο σπίτι, στα χτήματα.
Πηγαίνοντας καθημερινά στα χτήματα, λίγο έξω από το χωριό, περνούσε ανελλιπώς από το κοιμητήριο και τώρα πια αυτή ήταν που του άφηνε κάθε πρωί το λουλούδι από τη γλάστρα.
Ήθελε όμως βοήθεια, ήταν μεγάλη, κι εκείνη ακριβώς την εποχή, που τα παλιά «χέρια» του χωριού κατέβαιναν στη θάλασσα κι έβγαζαν μεροκάματα από τους τουρίστες, ο τόπος πλημμύρισε από ξένους εργάτες, ένα μεγάλο κύμα που ήρθε από τα απέναντι βουνά.

Τη βοηθούσε ένα ζευγάρι, άνθρωποι εργατικοί, δούλευαν μαζί αδιάκοπα ο άντρας με τη γυναίκα, μα ήταν, πώς να το πει, ήταν άνθρωποι κλειστοί, αμίλητοι, ήταν άνθρωποι γρέτζοι.

Είχαν ένα κοριτσάκι που το έφερναν μαζί τους στις ελιές, δεν είχαν που να το αφήσουν άλλωστε, καθόταν κι αυτό σιωπηλό και παρόλο που τα ρούχα του ήταν καινούρια και καθαρά ήταν πάντα παράταιρα ντυμένο, σαν να μην είχε η μάνα του έννοια για τα χρώματα, σαν να είχε αποκλείσει την αρμονία και την ομορφιά από τη σκληρή ζωή τους.
Δεν είναι όμως έτσι, σκεφτόταν εκείνη.
Δεν είναι αυτό προνόμιο των πλουσίων.
Η ομορφιά μας δίνεται απλόχερα, αρκεί κανείς να κοιτάξει τον ουρανό και τη θάλασσα, τα χρώματα στα δέντρα και στα πουλιά. Είναι αυτό που μας γαληνεύει.

Είναι το λουλούδι που μου άφηνε στο ποτήρι κάθε πρωί, ακόμη και τους πιο σκληρούς χειμώνες.
Πήρε το παιδί από το χέρι και αργά, άρχισαν να περιδιαβαίνουν στο χτήμα κι εκείνη να του δείχνει, πότε ένα κομμάτι ουρανού ανάμεσα από τις ελιές, πότε τη θάλασσα που φαινόταν μακριά, πότε μια σειρά από μυρμήγκια (δεν τα πατάμε ποτέ!), πότε το έντονο, ψυχρό μπλε στο στήθος μιας κίσσας και στο τέλος μάζεψαν κυκλάμινα, το παιδί πρώτα άγαρμπα, μετά πιο προσεκτικά, την παρατηρούσε πως έκοβε τα λουλουδάκια με τρυφερότητα και με αγάπη και πώς έφτιαχνε ένα μπουκέτο με χρώμα που αιχμαλώτιζε όλη τη μαγεία του φθινοπώρου.

Τώρα της είπε, αυτό το μπουκετάκι θα το δώσεις στη μαμά σου, είναι κι αυτό ένας τρόπος να της πεις ότι την αγαπάς, κι όταν θα πάτε σπίτι να το βάλετε σε ένα ποτήρι με νερό, να το αλλάζεις κάθε πρωί.

Το παιδί χαμογέλασε, ήταν η πρώτη φορά που το είδε να χαμογελάει, πλησίασε τη μάνα του, της έδωσε τα κυκλάμινα, κι ήταν κι η πρώτη φορά που είδε και τη μάνα να χαμογελάει.

Ποιος ξέρει, σκέφτηκε, ποιος ξέρει, μπορεί μετά από χρόνια να με θυμηθεί και να μου αφήσει στο κοιμητήριο λίγα κυκλάμινα.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/708857386150446/…

—————————————————————————————————————————————–

43125566_708267139542804_5028452512206684160_n

ΕΤΣΙ ΑΠΑΛΑ ΗΡΘΕ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

3/10/2018

Έτσι απαλά ήρθε το φθινόπωρο. Και μας βρήκε απροετοίμαστους. Γιατί περιμέναμε τα πρωτοβρόχια για να ξεπλύνουμε το θαλασσινό αλάτι από πάνω μας αλλά και πάλι οι πίκρες δεν ξεπλύθηκαν. Γιατί το σώμα μας ήθελε να παραμείνει ξαπλωμένο στην ακροθαλασσιά αρνούμενο να επιστρέψει. Γιατί είχε μια γλύκα το μυαλό να μην κουράζεται, να μην σκέφτεται. Να μην το νοιάζει πώς να σβήσει τους πόνους των χωρισμών, να μην αποζητάει τα ανεκπλήρωτα, να αδιαφορεί για τις απώλειες και τις απουσίες. Ήθελε να παραμείνει στα σεληνόφωτα, στην ευκολία των θερινών συνευρέσεων, στα κορμιά που ιδρωμένα πλησιάζονται, ένα ποτήρι με ποτό στο χέρι, τα μάτια ηδονικά αλλά άδεια.

Δεν θέλει να βλέπει τα μάτια σου να υποβάλουν σκληρά ερωτήματα· να αναλύουν τις λεπτομέρειες ενός καθημερινού ευτελισμούˑ να έχουν απορίες. Δεν θέλει να ακούει τη φωνή σου να λέει αδυσώπητα : απεχθάνομαι τόσο τα ζευγάρια που φωνάζουν ο ένας τον άλλον «αγάπη μου». Απεχθάνομαι τόσο το βάλτο της καθημερινότητας. Αγάπη μου κλείσε το φως. Αγάπη μου τι θα φάμε. Αγάπη μου δεν σε αγαπάω πια.

Επιθυμώ μόνο τις σκληρές αλήθειες. Τον έρωτα λεπίδι κοφτερό. Το μυαλό σε εγρήγορση. Και την αγάπη, αχ την αγάπη. Αυτή εδώ είναι πάντα, ανάμεσά μας, δεν το ξέρεις; Δένει με μαγική κλωστή αυτούς που προτιμούν τη μοναξιά για μην τη χάσουν, αυτούς που δεν προφέρουν το όνομά της επί ματαίω. Έτσι ήρθε απαλά το φθινόπωρο.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/708267136209471/…

——————————————————————————————————————————————

42787685_707991139570404_6151491391009587200_n

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΙ ΑΣΚΗΜΑ

2/10/2018

Πάει και τούτο το καλοκαίρι. Πέρασε κι ούτε που το κατάλαβα. Ευτυχώς, δεν έκαμε μεγάλες κάψες. Κι έτσι, όταν ανέβαινα στο σπίτι μετά τα πέτσα το σπίτι είχε δροσιά, τα παντζούρια τα αφήνω κλειστά όλη μέρα να κρατάνε όξω τη φωτιά, το βράδυ το σπίτι αερίζεται κανονικά και κρατάει η δροσιά την άλλη μέρα.

Εγώ τα μπάνια θα τα συνεχίσω. Κάθε χρόνο, από τότε που πέθανε ο Τάτσης, κολυμπάω χειμώνα – καλοκαίρι. Μόνο τις μέρες με την όστρια δεν μπαίνω στο νερό. Ακόμη και τα παιδιά στο μπακάλικο με πειράζουνε : μη ζυγώσεις τη θάλασσα σήμερα κυρά – Φωφώ γιατί θα σε βρούνε στη ‘Γουμενίτσα!

Σοφία με βαφτίσανε αλλά Φωφώ με φωνάζουνε. Την αγγονιά μου την εβγάλανε Σοφιλένα, ο γιος μου ο διπλωμάτης ήθελε να φχαριστήσει κι εμένα και τη συμπεθέρα. Κι έτσι γεμίσανε τα νηπιαγωγεία παιδάκια με σύνθετα ονόματα. Το Φωφώ το δικό μου δεν αρέσει πια. Αρέσει όμως στη μιτσήνε κι έτσι φωνάζει την κούκλα της.

Σήμερα λέω να βράσω λίγο μπρόκολο, μια πατάτα, λίγο τυρί και ψωμί , εύκολο είναι άμα ζεις μόνος σου. Θα πιω και μια κούπα. Του Τάτση μου του άρεσε πολύ η μαγειρική μου, μπουρδέτα, και παστιτσάδες και μπιάνκα και αγκιναροκούλουκα και κοίτα τι σου έφερα Φωφώ μου σήμερα από τη Λαϊκή, καούρικα όλα τα ήθελε και πικάντικα. Αφού στο τέλος αυτό τονε στεναχωρούσε πιο πολύ, που οι γιατροί είχανε διατάξει διαίτα και δεν μπορούσε να γοδέρει το φαΐ που τόσο του άρεσε.

Ας είναι, κάτσε να γύρω πίσω γιατί αλήθεια θα με κόψει κάνα φέρυ-μπωτ εδώ που έφτακα.

Τώρα θα βγω όξω, να λιαστώ τότσο και ν’ ανηφορίσω.
Έχει και μια καινούρια σειρά το απόγευμα και λέω να κάτσω να τη δω. Δεν είναι κι άσκημα.

(Η φωτογραφία είναι του Πάνου Ανδρέου)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/707991136237071/…

—————————————————————————————————————————————-

42861041_707450022957849_6463642720660357120_n

ΟΚΤΩΒΡΗΣ

1/10/2018

Ήταν μια υγρή μέρα του Οκτώβρη. Οι πλάκες στην πιάτσα γυάλιζαν από την υγρασία κι ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνάει. Μπαίναμε σε εκείνη την εποχή του χρόνου που τα ρούχα στο σκοινί δεν στεγνώνουν με τίποτε, σέρνονται μέρες έξω κι αποκτούν μια μυρωδιά μούχλας που δεν φεύγει.

Ήθελε να πιει καφέ αλλά μετρούσε τα ψιλά στο μικρό, πολυκαιρισμένο πορτοφόλι. Σκεφτόταν το ψωμί που έπρεπε να πάρει. Άκουγε τα τακούνια της να χτυπάνε στις πλάκες, ο μόνος θόρυβος τούτη την ώρα. Από τότε που εξορίστηκαν τα ψαράδικα και τα μαρκαντικά η πιάτσα ξυπνούσε αργά, χασμουριόταν ώρα πολλή και στο τέλος γέμιζε από συνταξιούχους και τουρίστες που έπιναν καφέ και χάζευαν τις βιτρίνες.

Όλο το καλοκαίρι δούλεψε στην κουζίνα του ξενοδοχείου και τα λεφτά πάλι δεν θα τη φτάνανε να βγάλει το χειμώνα. Σκεφτόταν με ακόμη μεγαλύτερη θλίψη τα ρούχα στο σκοινί, το στεγνωτήριο που ήθελε να πάρει, ούτε για φέτος το έβλεπε. Φοβόταν το τέλος της εποχής του φωτός γιατί ήξερε ότι τότε, πολλές φορές δεν θα ήθελε να σηκωθεί από το κρεβάτι (για την ακρίβεια : δεν θα είχε λόγο να σηκωθεί από το κρεβάτι). Μόλις αρχίζουν τα σαραντάμερα της βροχής υπήρχαν στην πόλη μόνο θολές φιγούρες πίσω από αχνισμένα τζάμια βενετσιάνικα (αυτά που πολλοί πετούσαν για να βάλουν νέο, ψυχρό γυαλί), αυτή με τη ρομπ-ντε- σαμπρ από την προίκα της μάνας της στο σπίτι να κοιτάει τη γάτα στο απέναντι παράθυρο. Η γάτα την κοιτούσε κι αυτή. Ούτε κι αυτή ήθελε να βγει στη βροχή.

(Κι όμως, έχεις δει ποτέ τον κόσμο μέσα από το φυσητό βενετσιάνικο τζάμι; Είναι σαν να τον κοιτάς μέσα από μαγικό καθρέφτη.)

Η Μαρίνα είχε κατεβεί από το χωριό για να πάει στο γιατρό και της είχε αφήσει στο καφενείο του Παντελή μια σακούλα κυδώνια. Επιστρέφοντας στο σπίτι θα τα έκανε γλυκό. Παρηγοριά φθινοπωρινή κι η συνταγή απευθείας από τη νόνα της, η μάνα της δεν κατείχε από γλυκά.

Θυμήθηκε εκείνα τα απογεύματα της θαλπωρής με τη νόνα και σα να ζεστάθηκε. Βγήκε κι ο ήλιος ξαφνικά. Η ομορφιά της πόλης γύρω της την τύλιξε, η ζεστασιά της ανάμνησης τη γλύκανε. Ήξερε ότι ήταν τυχερή για τις μνήμες της. Κάπως έτσι θα έβγαινε και φέτος ο χειμώνας. Με τις θύμησες από τα παλιά και με το γλυκό κυδώνι.

(Φωτογραφία : Άγγελος Παππάς)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/707450019624516/…

—————————————————————————————————————————————–

42686415_705154406520744_5337317659300069376_n

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΠΕΡΟΥ

27/9/2018

Οι κήποι στο νησί είναι μια γλυκιά ιδιαιτερότητα.
Ολόκληρο το νησί είναι ο κήπος του Πρόσπερου αλλά ο καθένας θέλει να ορίσει τον δικό του κήπο.

Τι είναι λοιπόν ο κερκυραϊκός κήπος και γιατί είναι ξεχωριστός;

Έχεις μια βάση καταπράσινη, ελιές και κυπαρίσσια.

Απαραίτητη είναι η μυγδαλιά.
Με αυτήν ξεκινάει άλλωστε ο κύκλος της ανθοφορίας.
Εδώ τα άνθη θα δώσουν τη θέση τους στα πρασινωπά φρέσκα αμύγδαλα.

Κοντά στο σπίτι, είτε είσαι άρχοντας είτε χωρικός, λεμονιές και πορτοκαλιές.
Την άνοιξη τα άνθη τους είναι το αγαπημένο μου άρωμα στον αέρα, ένα λεπτό χαλάκι με υπόλευκα αστράκια όταν πέφτουν, σχεδόν ολοχρονίς τα δέντρα φορτωμένα με τα μήλα των Εσπερίδων.

Σε μια γωνιά, σιμά στο κερκυραϊκό μουράγιο, ένα κουμ – κουάτ καμαρώνει.

Στο τέρμα του κήπου οι παυλοσυκιές.
Εκτός από τα φραγκόσυκα είναι φυσικός φράχτης και αντιπυρική προστασία.

Δίπλα μια τζιντζολιά.
Ο καιρός από τα τζίτζιφα είναι ο Σεπτέμβης.
Κοντά στο σπίτι μια νεσπολιά.
Δέντρο εμβληματικό.
Για μένα είναι συνώνυμο του κερκυραϊκού κήπου.
Το φύλλο του, σκούρο πράσινο και γυαλιστερό είναι ένα αριστούργημα.
Ξεριζώστε τους φοίνικες και φυτέψτε νεσπολιές.

Δίπλα στη νεσπολιά, μυρίζω το χώμα κι ακούω τα ζουζούνια όλης της Κέρκυρας να επικοινωνούνε μυστικά μεταξύ τους.

Μέχρι εδώ, ο αρχικός κηπουρός φύτεψε τα δέντρα, τα οποία ποτίζει η κερκυραϊκή βροχή, και μετά επέστρεψε στις λοιπές ασχολίες του. Όμως ο κήπος μας χρειάζεται περαιτέρω καλλωπισμό.

Φυτεύουμε ακουμπιστά στο μπότζο μια πασχαλιά και μπροστά στο πορτόνι μια άγρια κερκυραϊκή τριανταφυλλιά.
Η νωχελική φύση της Κερκυραίας κηπουρού τις αφήνει και αυτές στο έλεος του Θεού.
Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα θεριεύουν αμφότερες και κυκλώνουν το σπίτι με τα φύλλα και τα αρώματα τους (μεθυστικά).

Προσέχουμε όταν κόβουμε άγρια τριαντάφυλλα για το ποτήρι, έχουν πολλά και μικρά αγκαθάκια, μας ματώνουν τα δάχτυλα, εάν βρίσκεται εύκαιρος καβαλιέρος υπό την επήρεια του μεθυστικού αρώματος μας πιπιλάει το τσιμπημένο δάχτυλο.

Κάποια χρονιά που δεν βαριόμαστε πολύ έχουμε βάλει στο χώμα φρέζιες, φλοέτες και ζουμπούλια.
Κάθε χρόνο βγαίνουν περισσότερα.
Τα κοκόρια πολλαπλασιάζονται επίσης μόνα τους.

Στη συνέχεια του κήπου που βαρεθήκαμε να ξεχορταριάσουμε (και πολύ καλά κάναμε) η κερκυραϊκή φύση ανθίζει με σπάρτα, λουναρίςες, αγριοτσαντσαμίνια και λυγαριές.

Αφήστε τη ράθυμη φύση του Κερκυραίου να δείξει το δρόμο και την παντοδύναμη Φύση να κάνει αυτό που έκανε πάντα υπέροχα, να καλύψει, όσο αντέχει ακόμη, όλες τις ανθρώπινες ηλιθιότητες.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/705154403187411/…

—————————————————————————————————————————————

42642864_704621206574064_195263146150068224_n

ΜΙΚΡΗ ΒΑΝΑΥΣΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΛΕΩΝ

26/9/2018

Υγρασία, πλάκες σκούρες, εξανθηματικά παράθυρα, φερετροποιεία. Άραγε γνωρίζει κανείς τη θλίψη ενός φαρμακοποιού που διανυκτερεύει;

Φανοστάτες με μουντό φως. Κάμαρες που νοικιάζουν στριφνές νοικοκυρές. Οικογένειες που στριμώχνονται γύρω από το τραπέζι, λάχανα που βράζουν στην κατσαρόλα και οι αχνοί τους θαμπώνουν τα τζάμια.

Εδώ στην Οβριακή ήταν σταύλοι κι από πάνω μόνο του, πάνω στα ξύλινα σανίδια στρωματσάδα, ζούσε ένα κοριτσάκι από κάποιο χωριό του Όρους που είχε βάλει πείσμα να μάθει γράμματα και να γίνει δασκάλα.

Αλλού, άκουγες τις ανάσες των γερόντων μέσα από τα ψεύτικα μοροφίντα κι έλεγες τώρα έρχεται ο θάνατος, τώρα πρέπει να ζήσω.

Αλλού, οι κυνηγημένοι εραστές νοίκιαζαν μια μικρή κάμαρα μακριά από την πατρίδα κι η στρίγγλα ιδιοκτήτρια απαγόρευε τον έρωτα. Ζωή σε αναστολή. Έρωτας λοιπόν στα όρθια στο σκοτάδι στους κρύους δρόμους, στις μάντρες των νεκροταφείων και σε σκοτεινά αδιέξοδα δρομάκια. Φούσκωναν οι κοιλιές από την άμωμο σύλληψη.

Αλλού, μικρές υπηρέτριες ίσιωναν το βράδυ το κορμί τους σε λιλιπούτεια δωμάτια κάτω από τη στέγη μετά από ατελείωτες τζουρνάδες ορθοστασίας και κάματου κι έτρεμαν αν θα είχαν ήσυχο ύπνο ή αν θα χτυπούσαν την πόρτα τους απρόσκλητοι επισκέπτες.

Αλλού, παιδιά κουβαλούσαν δυσβάστακτους κουβάδες με κάρβουνα στο σπιτονοικοκύρη να συμπληρώσουν το νοίκι της εβδομάδας.

Αλλού, στο απέναντι παράθυρο στο κανάλι είχε ένα φως αναμμένο όλη τη νύχτα, άκουγες τις φωνές της και κλάματα πνιχτά, αυτήν δεν την έβλεπες ποτέ, έβλεπες μόνο τη μάνα της το πρωί στο μανάβη αχτένιστη με μαύρους κύκλους.

Αλλού, δυο αδέλφια σε ψηλά, στενά παράθυρα κοιτούσαν τα περιστέρια. Σου χαμογελούσαν · τους έλειπαν τα μπροστινά δόντια.

Αλλού, μια χλωμή κοπέλα άπλωνε κάθε μέρα στο σκοινί μπουγάδα. Ήταν σχεδόν κάθε χρόνο γκαστρωμένη, σπάνια την έβλεπες να κατεβαίνει.

Κέρκυρα, Βενετία, Παρίσι, Λονδίνο, όλες οι μικρές βάναυσες ιστορίες των πόλεων κομμάτια της συλλογικής μας μνήμης, κομμάτια της ψυχής μας που δεν χωράει σε καμμία μεζονέτα και σε κανένα οροφοδιαμέρισμα, σε κανένα προάστιο και που σπαράζει από συγκίνηση όταν κατεβάζουμε τους νεκρούς μας στην παλιά πόλη τυλιγμένους μέσα στο σεντόνι καθώς στις στενές σκάλες των βενετσιάνικων σπιτιών δεν χωράει καμιά κάσα να περάσει, μόνο οι καρδιές μας που δεν εγκαταλείπουν ούτε την Πόλη ούτε τη θύμηση.

(Ο πίνακας είναι του Πέτρου Στραβοράβδη)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/704621203240731/…

—————————————————————————————————————————————–

42598674_704031543299697_6535744269393592320_n

ΣΑΝ ΤΟ ΣΚΥΛΙ

25/9/2018

(Γραμμένο χρόνια πριν με αφορμή ένα Κακό που δεν το χωρούσε το μυαλό μας. Το θυμάμαι κάθε φορά που το Κακό μας συντρίβει)

Όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν μπορώ να ξεχάσω εκείνο το απόγευμα. Είχαμε πάει όλα τα παιδιά, Αύγουστος γεμάτος, βόλτα στα χτήματα κι ακόμα παραπέρα, στα δικά μας μυστικά μέρη, μακριά από τους μεγάλους, και γυρνούσαμε ιδρωμένα και με τη γεύση από τα κλεμμένα φρούτα στο στόμα.

Τα αμπέλια ήτανε λιγοστά στην περιοχή και τα αποφεύγαμε γιατί ήταν κλειστά και περιποιημένα, φραγμένα και σκουπισμένα, περίμεναν όλοι τα σταφύλια με έννοια κι όλο μιλούσαν για το κρασί τους μετά από τόσες περιποιήσεις, το ξεβοτάνισμα και τη γαλαζόπετρα.

Στο αμπέλι του Μαντή σταματήσαμε σαν μαρμαρωμένοι : δεν έφτανε που στο αμπέλι ήταν μαζεμένοι όλοι σχεδόν οι άντρες του χωριού σαν να λάμβαναν μέρος σε μυστική τελετή αλλά στο ήσυχο απόγευμα ακούγαμε σπαραχτικά ένα σκυλί να αλυχτάει, ένα σκυλί που όλοι αυτοί οι άντρες χτυπούσαν ομαδόν και με σύστημα, με ξύλα, με παλούκια, μέχρι και με μια τσάπα που υπήρχε πρόχειρη στο αμπέλι.

Κι εκείνο να σπαρταράει και σε κάθε κραυγή του ο ιδρώτας μου να κατεβαίνει κρύος στην πλάτη μου, εγώ ακίνητη, ούτε μπρος ούτε πίσω, αμίλητη, να οσφραίνομαι το αίμα του σκυλιού στον αέρα και σε λίγο να μην ακούγεται τίποτε πια κι όλη εκείνη η χειροπιαστή βαρβαρότητα κι η οδύνη να έχουν δώσει τη θέση τους στην απόλυτη γαλήνη.

Τι στέκεσαι, προχώρα, νυχτώνει, με παρακίνησαν οι σύντροφοι του παιχνιδιού, αμίλητοι κατά τα άλλα κι αυτοί και αποχωρήσαμε χωρίς να σχολιάσουμε.

Δεν ρώτησα ποτέ κανέναν, κανέναν μεγάλο, τι συνέβη και γιατί.

Δεν ήθελα κανένας να μου εξηγήσει (γιατί, ναι, θα υπήρχαν εξηγήσεις) γιατί και πως άνθρωποι καλοί και πράοι, γλυκείς και φιλήσυχοι έδειραν μέχρι θανάτου ένα σκυλί στ’ αμπέλι.

Μεγάλωσα αναγνωρίζοντας στην ανθρώπινη φύση το φως και τα σκατά που κρύβουμε όλοι μέσα μας και τις απέλπιδες καμιά φορά προσπάθειες που κάνουμε για το φως.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/704031539966364/…

——————————————————————————————————————————————-

42514409_703537080015810_9004440034606055424_n

ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΑ ΜΝΗΜΗΣ – ΜΑΝΑ

24/9/2018

Δεν ήταν η μάνα μου αυτή που πέθανε, μου είπες. Η μάνα μου ήτανε νέα, ήτανε όμορφη, περπατούσε κι έτριζε ο τόπος, έμπαινε στο δωμάτιο και γυρνούσανε και την κοιτάγανε. Αυτή που πέθανε ήτανε μια γριά που γκρίνιαζε κι εγώ δεν την γνώριζα, δεν ήξερα γιατί φώναζε το όνομά μου μέσα στη νύχτα και γιατί θυμότανε ιστορίες από εκείνη την άλλη, τη μάνα.

Εκείνη που πέθανε η μάνα σου ήτανε, το ξέρεις, και πήγαινες κρυφά κι από τον εαυτό σου όταν κοιμότανε και την κοιτούσες και της χάιδευες τα χέρια με τις μαύρες κηλίδες (Πού εχάθη η ομορφιά; Πού πήγε;).
Κι ας είχες κλάψει μυστικά μέσα σου γιατί έλεγες ότι αγαπούσε πιο πολύ τον αδερφό σου ( και μετά έφταιξαν όλες οι γυναίκες γι’ αυτό, κρίμα). Της έφτιαξες λοιπόν ένα μικρό εικονοστάσι από όλους αόρατο, πλην εσού, έχει μέσα μια φωτογραφία της καλοκαιρινή, γελάει, έχει μια φανέλα ποδοσφαιρική που σου είχε φέρει δώρο από ένα ταξίδι, το κραγιόν της και ένα καντηλάκι που καίει μέρα – νύχτα (φροντίζεις εσύ γι’ αυτό).

Η μάνα μου ήταν ο φάρος της ζωής μου, μου είπες, και το κατάλαβα αργά. Ντρεπόμουνα για τα χωριάτικα ρούχα της, ντρεπόμουνα που υποχωρούσε πάντα, που νόμιζα ότι δεν είχε γνώμη, που έσκυβε το κεφάλι και δούλευε χωρίς παράπονο. Άργησα πολύ να το καταλάβω. Της το έδειξα άραγε ποτέ; Θυμάμαι τώρα το χάδι της και ριγάω. Αυτή με έκανε ό,τι είμαι, ό,τι κατάφερα, αυτή με την αφειδώλευτη αγάπη της και τις στερήσεις της. Στο εικονοστάσι της έχω μέσα ένα ζευγάρι κόκκινα παιδικά λουστρίνια (για τον εαυτό της δεν αγόραζε ποτέ τίποτε για να έχω εγώ τα πάντα, μια μικρή πριγκίπισσα), έχω τη βέρα της, το μοναδικό κόσμημα που είχε στη ζωή της, φτενό χρυσάφι, φαγωμένο από τη δουλειά και τις μπουγάδες, έχω μύρο τη μυρωδιά της, μου μύριζε πάντα αγριολούλουδα η αγάπη της, πώς το κατόρθωνε;

Δεν έχω μάνα να βάλω στο εικονοστάσι μου, δεν έχω θύμηση, δεν έχω εικόνα, δεν γνώρισα ποτέ. Θυμάμαι φωνές, θορύβους, κάποιες αγκαλιές, ποτέ όμως κάποια σταθερή, συγκεκριμένη, φιγούρες καθησυχαστικές, τρυφερές, αλλά μάνα δεν είχα, μάνα δική μου, καταδική μου.

Το καλύτερο γεύμα στο Ίδρυμα ήταν το πρωινό, η κυρία Κούλα, χοντρή και με μια άσπρη ποδιά μας έφτιαχνε γάλα ζεστό με κακάο και ζάχαρη. Αυτή η γεύση με γλύκαινε, με ζέσταινε, ήταν σα χάδι, ήταν σαν να ερχόταν η μάνα στο κρεβάτι και να μου έλεγε, έλα αγόρι μου, ξύπνα, θα αργήσεις για το σχολείο με μια κούπα ζεστό σοκολατούχο γάλα (έτσι μου είχε πει ο Πέτρος πώς τον ξυπνούσε η μαμά του το πρωί).

Αυτό το γάλα λοιπόν της κυρίας Κούλας (η δικιά της τρυφερότητα) με κράτησε, με μεγάλωσε, με έκανε καλύτερο άνθρωπο. Το δικό μου εικονοστάσι έχει μια άδεια φωτογραφία και τη λάτινη κούπα μου, κι αυτά μνήμη της μάνας είναι.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/703537076682477/…

—————————————————————————————————————————————–

42360719_702860310083487_8909383526353207296_n

ΚΥΡΙΑΚΗ, ΗΜΕΡΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΔΟΣΚΟΠΗΣΗΣ

23/9/2018

Έχω πεθυμήσει ένα φαγητό φούρνο, ξέρετε αυτά που για να γίνουν θέλουν πειθαρχία και συγχρονισμό. Η μαγειρική είναι η καλύτερη άσκηση, συνδυάζει χέρια, γεύση, όσφρηση και μυαλό. Έχω πεθυμήσει ένα φαγητό φούρνου, από αυτά που θέλουν ώρα πολλή για να γίνουν. Το βάζεις στο φούρνο, ψήνεται, το σπίτι μυρίζει ολόκληρο παιδική ηλικία και χαρά, όπως όταν μαγείρευε η μάνα σου τις Κυριακές και σ’ έπιανε η μυρωδιά κοιμισμένο ακόμη στο κρεβάτι. Ένα φαγητό που το αφήνεις στο φούρνο και γίνεται μόνο του σιγά – σιγά. Εσύ κάνεις άλλες δουλειές, πας για καφέ και το φαγητό σε περιμένει. Ανοίγεις το τραπέζι, περιμένεις πολύ κόσμο. Έτσι το φαγητό είναι πιο νόστιμο.

Ξυπνάω λοιπόν νωρίς το πρωί. Κοιτάζω λίγο τον ήλιο και μετά με πειθαρχία – το είπαμε αυτό – συγκεντρώνω τα υλικά μου στο τραπέζι της κουζίνας. Ξεκινάω.
Την πρώτη φορά λοιπόν που ήμουν καλεσμένη σε ένα μπάρμπεκιου μου ζήτησαν να φέρω το γλυκό. Αποφάσισα να φτιάξω το αγαπημένο μου γλυκό, συνταγή που την έκανα με κλειστά μάτια. Το προηγούμενο βράδυ ο τότε αγαπημένος μου δήλωσε ότι ήθελε να συνεχίσει τη ζωή του χωρίς εμένα. Μετά από μια άγρυπνη νύχτα κι ένα πρωινό κλάμα πήγα να ψωνίσω τα υλικά και να φτιάξω το γλυκό. Το ταψάκι του γλυκού κατέληξε να περιέχει ένα υδαρές κατασκεύασμα το οποίο δεν είχε καμία σχέση με το γλυκό που έφτιαχνα μέχρι τότε με σιγουριά επαγγελματία ζαχαροπλάστη. Το γλυκό που έφτιαξα σαν άσκηση συγκέντρωσης ενώ ολόλυζα ανακατεύοντας κρέμες και ζάχαρες, μπορεί να ήταν νερουλό, μπορεί να είχα χρησιμοποιήσει άλλα γι’ άλλα υλικά μέσα στη σκοτούρα μου, αλλά είχε μια γεύση θεσπέσια την οποία υποψιάζομαι ενίσχυσαν τα καυτά μου δάκρυα και έγινε ανάρπαστο. Οι καλεσμένοι ορμούσαν στο ταψί με μεγάλα κουτάλια της σούπας και το εξαφάνισαν βγάζοντας κραυγές ευχαρίστησης. Ποιος ξέρει, μαζί με τα δάκρυα είχαν πέσει μέσα και οι χαμένες προσδοκίες μου, πραγματικά ονειρεμένα γλυκές.

Ψιλοκόβω τα λαχανικά κι αρχίζω να φτιάχνω την κρέμα. Είμαι απόλυτα συγκεντρωμένη. Έχω αποφασίσει ότι δεν θα σβολιάσει σήμερα. Τους έχω πάρει όλους τηλέφωνο και έχω προγραμματίσει με ακρίβεια το πρόγραμμα της Κυριακής. Η κρέμα δεν επιτρέπεται να σβολιάσει.

Ανοίγω το ντουλάπι με τα μπαχαρικά. Προθερμαίνω το φούρνο. Τα σπίτια παλιά στην πόλη δεν είχαν φούρνους. Τις Κυριακές και τις γιορτές, τα ταψιά κυκλοφορούσαν φασκιωμένα με καθαρές πετσέτες για να φτάσουν στο φούρνο της γειτονιάς, να ψηθούν και να επιστρέψουν στο τραπέζι. Πολλές φορές τα ταψιά έφταναν με λειψές τις πατάτες. Οι μικροί κουβαλητές με αδημονία τα αλάφρωναν στο δρόμο.

Σήμερα έχω υπολογίσει την ώρα που θα βάλω το ταψί στο φούρνο. Τους έχω ειδοποιήσει όλους. Ο καιρός ήδη αλλάζει, από την επόμενη βδομάδα θα βάλει κρύο. Τους έχω δώσει ραντεβού στη μικρή παραλία κοντά στο σπίτι. Θα κάνουμε μια βουτιά. Θα λιαστούμε λίγο. Το φθινοπωρινό πρωινό είναι διαυγές. Στη θάλασσα είμαστε σχεδόν μόνοι μας.

Το μεσημέρι θα ανηφορίσουμε όλοι μαζί στο σπίτι. Το τραπέζι είναι στρωμένο έξω, κάτω από τις βουκαμβίλιες. Το φαγητό του φούρνου ταΐζει πολλούς κι είναι ακόμη πιο νόστιμο όταν μοιράζεται. Έχουμε να πούμε πολλά κι ας βρισκόμαστε αρκετά συχνά. Πάντα έχουμε καινούρια πράγματα να λέμε μεταξύ μας. Δε βαριόμαστε ποτέ. Δίπλα στο τραπέζι η ροδιά έχει φορτωθεί με τα καινούρια ρόδια. Τα τζίτζιφα τελειώνουν, οι μπελαντόνες το ίδιο. Κάτι καινούριο αρχίζει.

Είναι ωραία εποχή το φθινόπωρο κι είναι ωραία να μαζεύονται οι φίλοι κι οι αγαπημένοι που επιζούν των δραματικών καλοκαιριών του βίου.

Καλή Κυριακή!

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/702860303416821/…

——————————————————————————————————————————————-

42237563_701843533518498_9210130210299576320_n

ΑΝΤΑΜΑ

21/9/2018

Αντάμα μια ζωή.

Αυτός ψηλός, ευθυτενής ακόμη και στα γεράματα, ντυμένος με ωραία γιλέκα και σακάκια και πρόσωπο κερκυραίου ευπατρίδη.

Αυτή κομψή παρά την ηλικία, κλασικά ταγεράκια και τσάντα ασορτί με το παπούτσι, τα μαργαριτάρια του γάμου της στο λαιμό.

Κάθε μεσημέρι κάθονταν στου Ζήσιμου, το γκαρσόνι τους έλεγε μια καλημέρα, τους έφερνε το ουζάκι τους και τους άφηνε σε μια υπέροχη σιωπή.

Δεν έλεγαν τίποτε μεταξύ τους, ωστόσο δεν ήταν η αμήχανη σιωπή που κύκλωνε άλλα, πολύ νεότερα ζευγάρια, που έβγαιναν πια μαζί από υποχρέωση και δεν είχαν στ’ αλήθεια τι να πουν μεταξύ τους, αλλά υποδείκνυε μια τηλεπαθητική σχεδόν επικοινωνία, μια κατανόηση πέρα και πάνω από τις λέξεις και κυρίως μια ευχαρίστηση που κάθονταν ακόμη αντάμα και απολάμβαναν στον ήλιο ένα ουζάκι πριν από το μεσημεριανό.

Εκεί και τις Κυριακές, αυτή να απαντάει σε ερωτήσεις άλλων συνομηλίκων κυριών τι είδους μανέστρα θα έβραζε σήμερα για την ήδη έτοιμη παστιτσάδα (εγώ προτιμώ τα μπομπολάκια και όχι το σπαγέτο, έλεγε, κρατάνε τόσο καλά τη σάλτσα), αυτός να κραδαίνει την εφημερίδα του εν είδει χαιρετισμού σε ένα παλικάρι στο απέναντι τραπέζι (ήταν δυο ολόκληρα χρόνια νεότερός του, είσαι παιδί, του έλεγε), να σηκώνονται αργά μετά την ιεροτελεστία του ούζου και να βαδίζουν αντάμα για το σπίτι.

Είχαν αγαπηθεί κι είχαν παντρευτεί. Κι ενάντια σε όλες τις προβλέψεις για τις συγκρούσεις και τη φθορά των μεγάλων ερώτων αυτοί ταίριαξαν και έδεσαν πιο πολύ μέσα στη ρουτίνα του κάθε μέρα, δεν μπορούσαν να θυμηθούν καν πως ήταν η ζωή πριν ανταμώσουν. Κι έτσι αντάμα τους έβλεπες σε διάφορες μεριές της μικρής μας πόλης και σε διάφορες δραστηριότητες, στο μπακάλη, στο καθαριστήριο, στην αίθουσα αναμονής του γιατρού, στην ουρά στην Τράπεζα.

Ένα απογευματάκι μόνο εκείνη κατέβηκε μόνη της ˑ την χτύπησε ένα αυτοκίνητο σε μια κακοφωτισμένη διάβαση στην παραλιακή και τον άφησε πρώτη φορά στ’ αλήθεια μόνο του.

Μετά από μια εβδομάδα, σαν έτοιμος από καιρό, την ακολούθησε ήσυχα.

Δεν πιστεύω στο επέκεινα.

Αυτοί όμως πίστευαν και ξέρω ότι είναι εκεί αντάμα.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/701843526851832/…

——————————————————————————————————————————————

42250774_701106673592184_5671597845870804992_n

ΠΙΟ ΚΕΝΟΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΤΡΥΠΙΟ ΜΠΑΛΟΝΙ
· ΠΙΟ ΡΗΧΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΑΠΡΑΟΥ

20/9/2018

Την τελευταία φορά που με πρόδωσες απέστρεφα το βλέμμα
από το μικρό παράδεισο που ζούμε.
Ήταν τόση η θλίψη, τόση η ανημπόρια που η στροφή στον εαυτό με έκανε να χάνω τις θάλασσες του Σεπτέμβρη, τα γλυκά νερά που αγκαλιάζουν παρηγορητικά το σώμα.
Το σκοτάδι που μας κυκλώνει απότομα,.
Τη δροσιά στην πόλη που με αφήνει να ανασαίνω και χωρίς τον κόσμο του καλοκαιριού με κάνει να βλέπω μικρές λεπτομέρειες :
το ρόπτρο στο παλιό πορτόνι· το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου πάνω στο τείχος· μια γάτα που με πλησιάζει στη Λαϊκή Αγορά και τρίβεται στα χέρια μου· ο καφές που έχει πρωτόγνωρη γεύση· τα βράδια με φίλους και κρασί ·οι χαιρετούρες στο δρόμο με γνωστούς και φίλους.
Τα καλημέρα είναι πιο μελωδικά, πιο ξέγνοιαστα, πιο αληθινά.
Τα ρολά στα μαγαζιά ανοίγουν λίγο πιο αργά.
Μαγαζάτορες και υπάλληλοι χασμουριούνται τρίβοντας πονεμένες αρθρώσεις από την υπερεργασία του καλοκαιριού.
Μετράνε τις μέρες για το τέλος της σεζόν αντίστροφα και σκέφτονται νοερά τους γιατρούς που πρέπει να επισκεφθούν για να απαλύνουν τους πόνους μιας ζωής κουραστικής και μονότονης , να διορθώσουν ότι μπορούν μέχρι το επόμενο καλοκαίρι.
Οι βαλίτσες με τα ροδάκια στους δρόμους της πόλης ακούγονται πιο σπάνια πια.
Κι αυτή τη φορά πονεμένη στην άκρη της θάλασσας.
Έχω μάθει πια αρκετά.
Σαν το σκυλί που γλείφει τις πληγές του.
Δεν αποστρέφω το βλέμμα.
Δεν κλείνομαι στην κάμαρα.
Ο μικρός παράδεισος θα με γιατρέψει.
Πονάω αλλά θα περάσει .
Θα περάσει γιατί ήσουν πιο κενός από ένα τρύπιο μπαλόνι.
Πιο ρηχός από τη θάλασσα του Απραού.
Αλλά εμένα πάντα μου άρεσαν τα βαθιά νερά.
Να ξανοίγομαι και να κοιτάω από μακριά την ακτή.
Να συνειδητοποιώ την ομορφιά, να την αγγίζω.
Αυτή η ομορφιά είναι ιαματική.
Αυτή θα με γιατρέψει.

(φωτογραφία Έλσα Τσιριγγάκη)

—————————————————————————————————————————————–

42085315_700154267020758_3756029220535402496_n

ΟΙ ΧΕΛΩΝΕΣ ΤΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟΥ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟΥ

19/9/2018

Στον τόπο αυτόν επέρασαν πολλοί. Πολλοί κι αυτοί που κοιμήθηκαν αιώνια, υποκύπτοντας στην κοινή ανθρώπινη μοίρα, είτε από τέλος φυσικό, απαλά, στο κρεβάτι, στο τέλος μιας γεμάτης ζωής με παιδιά κι αγγόνια γύρω από το κρεβάτι να κρατάνε τα χέρια, να σφαλίζουν τα μάτια, είτε ξαφνικά, άκαιρα, θαρρείς χωρίς λόγο, όπως η φρέσκια παπαρούνα την ώρα του θερισμού αποκεφαλίζεται από το δρεπάνι μαζί με το στάχυ• κι άλλοι βίαια, από πράξεις σκληρότητας που ξεκληρίζουν τους ανθρώπους από την αυγή της Ιστορίας, από το πιστόλι, το μαχαίρι, τη μάνητα, την εκδίκηση. Κι από άλλες πράξεις ακόμη πιο σκοτεινές, ανομολόγητες, από αυτές που κλείνεις τα μάτια και φωνάζεις μόνος σου ξυπνώντας από όνειρο κακό τη νύχτα, ιδρωμένος, τρέμοντας, χωρίς να μπορείς να εξηγήσεις κάτι τόσο άσκημο και σκοτεινό (που κι αυτό όμως, φορές – φορές συνοδεύει τη θνητή μας φύση).

Κι όλοι αυτοί κοιμούνται κάτω από την πόλη, την πόλη την αδηφάγα, που στο διάβα της γκρέμισε τις παλιές της νεκροπόλεις και από πάνω έχτισε τους σκελετούς της νέας ζωής.
Μόνο κάτι αλαφροΐσκιωτοι , πατώντας τα μάρμαρα από τα νέα μέγαρα, ακούν τους ψιθύρους των κεκοιμημένων. Μόνο αυτοί ακούν την κρυφή ιστορία της πόλης που οι πιότεροι αποφεύγουν. Αυτοί ξέρουν κι αφουγκράζονται τις ιστορίες που θρηνούνε οι παλιοί τοίχοι. Αφήνουν ένα μικρό λουλουδάκι γιασεμιού στο σοκάκι που σκότωσαν βίαια ένα μικρό κορίτσι• αποστρέφουν το βλέμμα ή κάνουν το σημείο του σταυρού σε ένα σταυροδρόμι που μόνο αυτοί γνωρίζουν ότι εκεί κάποιος πέθανε αβοήθητος μετά από πράξεις πρωτοφανούς βιαιότητας.
Και την ώρα του δειλινού είναι πάντα λίγο ανήσυχοι, όχι όπως θλίβεται η πλειοψηφία που συλλογιέται συχνά το θάνατο την ώρα του σούρουπου, αλλά επειδή περιμένουν ότι όλο και κάποιος νέος επισκέπτης από τη χώρα των σκιών θα τους επισκεφθεί εκείνο το βράδυ για να τους διηγηθεί την δική του ιστορία.

Στο Αγγλικό Κοιμητήριο της πόλης εκείνη την ώρα βολτάρουν οι χελώνες. Οι χελώνες είναι πιο παλιές από την νεκρόπολη. Η μητέρα – χελώνα θυμάται ακόμη μέσα από τα γλαυκά της μάτια τον πρώτο λάκκο που έσκαψαν οι άνθρωποι ξεριζώνοντας το θάμνο κάτω από τον οποίο κοιμόταν. Δεν ενοχλήθηκε ιδιαίτερα, απλά μετακινήθηκε κάτω από τον επόμενο θάμνο αφήνοντάς τους να τελειώσουν το έργο τους.
Οι άνθρωποι χάρηκαν αντικρίζοντας αυτόν το συμβολισμό μακροζωίας μέσα στο νεκροταφείο, ευχόμενοι οι νέοι νεκροί να είχαν συμπληρώσει τουλάχιστον έναν πλήρη κύκλο στον κόσμο τούτο. Και τα χελωνάκια που έκτοτε πολλαπλασιάστηκαν παρακολουθούσαν συχνά τις κηδείες πάνω στις γειτονικές ταφόπλακες περιμένοντα να τελειώσουν οι τελετές και να συνεχίσουν την ράθυμη ζωή τους.

Την ώρα λοιπόν του δειλινού βολτάρουν οι χελώνες ανάμεσα στα μνήματα. Τα καβούκια τους γυαλίζουν από την βραδινή υγρασία. Τα μικρά τους βήματα ορίζουν το χώρο. Έχουν να πουν τόσο πολλές ιστορίες αλλά πιστεύω ότι η σταθερή τους, άχρονη παρουσία μετράει πιο πολύ από κάθε άλλη πληροφορία.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/700154263687425/…

—————————————————————————————————————————————-

41936265_699588730410645_8540493144691572736_n

ΔΩΣ’ ΜΟΥ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ

18/9/2018

Δώσ’ μου τα χέρια σου, δώσ’ μου τα χέρια σου,
δώσ’ μου τα χέρια σου.
Είδα μέσα στη νύχτα
τη μυτερή κορυφή του βουνού
είδα τον κάμπο πέρα πλημμυρισμένο
με το φως ενός αφανέρωτο φεγγαριού
είδα, γυρίζοντας το κεφάλι
τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες
και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή
αρχή και τέλος
η τελευταία στιγμή
τα χέρια μου.
(Γ.Σεφέρης, Μυκήνες)

Στο τέλος, μόνο τα χέρια σου. Ξέφτισαν οι μυρωδιές, οι μνήμες, το στραφτάλισμα των ματιών. Ακόμη και το πρόσωπο ξάχνισε. Μόνο τα χέρια σου μείναν. Μοναδικά, αυτόνομα.

Κάθομαι στο τρένο και κοιτάζω τα χέρια του απέναντι.
Σφίγγει το εισιτήριο.
Κοιτάζω αχόρταγα τα χέρια του.
Σε ξένους, σε γνωστούς, σε αγαπημένους. Όλα διαφορετικά.

Ένα απόγευμα μου κράτησες απλά το χέρι στη μέση του δρόμου σε μια ξένη πόλη.

Θαυμάζω τα λεπτά δάχτυλα μιας ταπεινής εργάτριας.
Αγέρωχα, όμορφα.
Τα δικά σου είναι παχουλά, κοντά, δε σου ταιριάζουν.
Έπρεπε να είχα καταλάβει πολλά από τα χέρια σου.
Της μάνας είναι τα χέρια μιας γυναίκας όμορφης και μικρής, σφίγγει σαν εύθραυστη πορσελάνη ένα μωρό στην αγκαλιά.
Τα χέρια του είναι δουλεμένα, σκληρά, με πολλές μικρές φλέβες. Είναι οι ρίζες μιας αιωνόβιας ελιάς.

Γεννήθηκε θαρρείς με χέρια εκατοντάχρονου.
Τα χέρια της είναι ζεστά ακόμη. Κι ας κάνει κρύο. Τα χαϊδεύω απαλά, στην ανάστροφη της παλάμης. Δεν έχει δύναμη ούτε να μου σφίξει το χέρι. Είναι τα χέρια ενός αδύναμου παιδιού. Τα κρατάω ώρα πολλή.
Την τελευταία στιγμή, τα χέρια της.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/699588727077312/…

—————————————————————————————————————————————–

41788488_698654650504053_6769711960008163328_n

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Απαλά, ανεπαίσθητα έμπαινε το φθινόπωρο.
Στο τραπέζι το πρωί έβρισκα μια γαβάθα με τζίντζολες.
Σε ένα μακρινό χτήμα το δέντρο κοκκίνιζε ξαφνικά.
Η γιαγιά μου τις μάζευε και τις έφερνε στο σπίτι.
Το μαγιώ αργούσε να στεγνώσει στο σκοινί
(ακούγονταν οι στάλες α πέφτουν στο τσιμέντο της αυλής).
Τα βράδια χρειαζόμαστε κάτι με μακριά μανίκια.
Κι ένα ελαφρύ πάπλωμα εμφανιζόταν στο στρωμένο κρεβάτι. Ταυτόχρονα όλα έμπαιναν στην τροχιά τους: προετοιμασία για το σχολείο, αντάμωμα με τους φίλους που μας είχε χωρίσει το καλοκαίρι, επιστροφή στο σπίτι της πόλης.
Όχι πια χώμα που να μυρίζει στις πρώτες στάλες.
Όχι πια περιπλανήσεις σε μακρινά χτήματα και σε μυστικά μέρη.
Όχι πια ύπνος σε μια καρέκλα ταβέρνας
(οι μεγάλοι έπιναν και γελούσαν μέχρι αργά).
Όχι πια έρωτες.
Ωραία η εποχή
που όλα ήταν κανονισμένα από χέρια αγαπημένα.
Το παπλωματάκι που λέγαμε.
Ζεστό κακάο με γάλα για πρωινό. Καινούρια παπούτσια, τσάντα και τετράδια. Αυτιά για να ακούν τη γκρίνια σου. Χέρια για να τινάζουν το χώμα από χτυπημένα γόνατα. Χέρια που έβαζαν τα καθαρά ρούχα στην ντουλάπα. Αγκαλιά για να κοιμηθείς το βράδυ κι ας ήσουν μεγάλος πια. Η τηλεόραση να κλείνει νωρίς.
Το ίδιο και το φως.
Κι εσύ, μ’ ένα μικρό φακό (δώρο του Λάμπη από το χωριό για να τον θυμάσαι) να διαβάζεις κρυφά αγορίστικες περιπέτειες
κάτω από το πάπλωμα.
Ωραία η εποχή
που η αγάπη υπήρχε δεδομένη
και παντού: στα ρούχα, στο ζεστό κακάο.
Στα στραβά μάτια που σε άφηναν να τρέχεις όλο το καλοκαίρι.
Στο πρώτο κέηκ που ψηνόταν με την επιστροφή στο σχολείο.
Μόνο εκείνη τη δίψα της ανάγνωσης
δεν μπόρεσαν να αποκρυπτογραφήσουν.
Ας είναι.
Σήμερα στη λαϊκή βρήκα τζίντζολες
και θυμήθηκα το μοναχικό δεντρί στην προίκα της νόνας.
Τις αγόρασα κι ας μείνουν να μαραίνονται μέσα στο μπωλ στο τραπέζι μου. Μου αρέσει να βλέπω το χρώμα τους να φωτίζει το σπίτι.
Τη νύχτα ξυπνάω ξαφνικά.
Μυρίζω τον φθινοπωρινό αέρα στο σκοτάδι.
Ακούω να πέφτουν οι στάλες από το μαγιώ που στεγνώνει στο μπαλκόνι. Απελπίζομαι. Που να βρεις κουράγιο ν’ αγαπήσεις ξανά.
Που να βρεις δύναμη να μάθεις έναν άνθρωπο από την αρχή.
Να πιαστείς από το χαμόγελό του και μετά ν’ ανακαλύψεις το μέσα του. Να μάθεις πώς αλλάζει η μυρωδιά του με τις εποχές.
Να πλησιάζεις το στόμα σου στο πρόσωπό του και να μην νιώθεις έκπληξη αλλά επιστροφή στο σπίτι.
Να τελειώνεις τη φράση του.
Θέλει πολύ κουράγιο να μάθεις έναν άνθρωπο
. Και να τον αγαπήσεις γνωρίζοντάς τον.
Το πρωί,
παραδόξως, είμαι ξεκούραστη
και ετοιμάζω ζεστό κακάο με γάλα.
Θα πάρω καφέ στο δρόμο.

————————————————————————————————————————————-

41570471_697348053968046_7136005724701720576_n

Ο ΠΙΝΑΚΑΣ ΜΕ ΤΑ ΒΟΤΣΑΛΑ

13/9/2018

Είχε μεγαλώσει σε μια ευκατάστατη οικογένεια. Αλλά σε κείνες τις χώρες του βορρά αφού σε μεγαλώνουν σου δίνουν μια μικρή σπρωξιά και σε αφήνουν να αντιμετωπίσεις μόνος σου τον κόσμο.

Εσωστρεφής κι ευαίσθητη, έδειξε από μικρή την κλίση της στη ζωγραφική κι αυτό σπούδασε. Ουσιαστικά απομονωμένη, παρατηρούσε τη ζωή στις μικρές της λεπτομέρειες κι έτσι της ξέφευγαν τα γεγονότα. Τα αδέλφια της, αν και μεγαλωμένα στο ίδιο περιβάλλον, ήταν άνθρωποι άλλης πάστας. Έπιασαν τη ζωή από τα κέρατα, χρήσιμες σπουδές, χρήσιμες παρέες, καριέρες με λεφτά, σπίτια, αυτοκίνητα και παιδιά, όλα με αυτή τη σειρά.

Εκείνη ζούσε νοικιάζοντας ένα δωμάτιο σε ένα ζωηρό σπίτι Τούρκων μεταναστών. Οι σπιτονοικοκυραίοι της ήταν πλέον δεύτερη γενιά στον τόπο, ωστόσο το σπίτι ήταν γεμάτο με γυναίκες με πολύχρωμες μαντήλες, μυρωδιά εξωτικών φαγητών και μωρά που ούρλιαζαν.

Τα ρούχα της (ελάχιστα) ήταν αγορασμένα όλα σε παζάρια για τους φτωχούς και τα κρατούσε για πάντα. Είχε κάποτε πουλήσει έναν πίνακα σε έναν συλλέκτη και τα αδέλφια της σκέφτηκαν προς στιγμήν ότι θα έβρισκε κι αυτή το δρόμο της στη ζωή, έστω και μέσα από το δύσκολο μονοπάτι που είναι η Τέχνη. Εις μάτην.

Συμφοιτητές της από τη Σχολή ξεγελούσαν τους μεσοαστούς που ήθελαν να γεμίσουν τα σαλόνια τους με έργα αστεία, ξεπατικωσούρες και με πολλές ευκολίες στην τεχνική (για να βγαίνουν γρήγορα). Αυτή αρνείτο πεισματικά. Τα έργα της – ελάχιστα- χρειάζονταν απόλυτη συγκέντρωση του εαυτού, λεπτές πινελιές, στρώση πάνω σε στρώση το χρώμα, μήνες για να ολοκληρωθούν.

Διαλογιζόταν κοιτάζοντας τον καμβά ·καμία ελπίδα με τις σύγχρονες ταχύτητες. Το ίδιο χρειαζόταν για να κάνει και τις πιο απλές εργασίες. Η προετοιμασία του φαγητού ήταν μια ιεροτελεστία, είτε ετοίμαζε κάποιο σάντουιτς με τυρί και αγγούρι είτε έβραζε ρύζι στον ατμό.

Το δωμάτιο της χωρούσε σχεδόν μόνο το κρεβάτι της και μια υποτυπώδη κουζίνα στην εσοχή από το παράθυρο. Κάποτε ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε (δεν ήξερε γιατί, ίσως γιατί το έκαναν όλοι όσοι ήξερε). Ο γάμος αυτός δεν άντεξε και διαλύθηκε τόσο ήρεμα και γλυκά όσο είχε τελεστεί.

Όταν την γνώρισα τρόμαξα από αυτήν την αναχωρητική ζωή της άκρας ταπείνωσης. Με πήρε να δω το στούντιό της, ένα μικρό κελί σε ένα εγκαταλελειμμένο βιομηχανικό κτίριο κοντά στο ποτάμι. Μέσα στο ντικενσιανό περιβάλλον μου αποκάλυψε τον καμβά που δούλευε τους τελευταίους άπειρους μήνες : ένα μικρό τετράγωνο με βότσαλα, τα χρώματά τους ιρίδιζαν στιλπνά μέσα από το θαλασσινό νερό.
Πήγα να βάλω τα κλάματα : ήταν ότι πιο όμορφο είχα δει ζωγραφισμένο από ανθρώπινο χέρι. Τα βότσαλα βογκούσαν αρθρώνοντας τα μυστικά της ύπαρξης μέσα στη μαυρίλα του περιβάλλοντος.

– Δεν το έχω τελειώσει, μου είπε απολογητικά. Χρειάζεται πολλή δουλειά ακόμη.

Ο πίνακας ήταν τέλειος. Δεν είπα τίποτε. Κατάλαβα ότι εκείνη ζούσε τη ζωή της εκεί, μπροστά στον καμβά, κάθε λεπτή πινελιά μια ακόμη μέρα που είχε ουσιαστικά υπάρξει.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/697348050634713/…

—————————————————————————————————————————————-

41518502_696821644020687_3896114376372912128_n.png

ΚΥΡΙΑΚΗ

(Γιατί εάν δεν επιθυμείς να είσαι με κάποιον τις Κυριακές καλύτερα να περνάς τη ζωή μόνος σου)

Περάσαμε όλη την Κυριακή στο κρεβάτι όπως παλιά.
Δεν μπορώ να σηκωθώ, σου είπα. Κουράστηκα.

Κι έτσι έμεινα εκεί. Μου έφερες καφέ, τα βιβλία στο πάτωμα, μια εφημερίδα (είμαστε αλήθεια τόσο ντεμοντέ που τις αγοράζουμε ακόμη).

Ξεκίνησα να διαβάζω και ξανακοιμόμουν. Χρόνια είχα να το κάνω αυτό. Καμία υποχρέωση, καμία διάθεση για οποιαδήποτε δραστηριότητα.
Έσκυψες κάποια στιγμή πάνω μου, έβαλες το πρόσωπό σου στα μαλλιά μου, όπως το έβαζες παλιά. Μη, σου είπα, είμαι άλουστη. Μυρίζω εσένα, μου είπες. Αυτό μου φτάνει.

Κι έτσι, μείναμε παρέα στο κρεβάτι, δυο σύντροφοι τσακισμένοι από τις περιπλανήσεις, από τις συγκρούσεις μας, από την κούραση που έχει καμιά φορά η ίδια η ζωή, σε μια σιωπηλή συνενοχή οικειότητας και τρυφερότητας. Μετρούσαμε ενδόμυχα ο καθένας τις πληγές μας αλλά δεν χρειαζόταν να μιλάμε.
Κι αν μας ρωτούσες που θα θέλαμε να είμαστε, εκείνη την Κυριακή δεν υπήρχε επιθυμία για κάτι άλλο, το κρεβάτι έγινε κούνια και καράβι και μας νανούριζε καθησυχαστικά μέσα από τις ανατροπές του βίου.

Κάποια στιγμή νόμισα ότι τα ονειρεύτηκα. Άπλωσα το χέρι στο διπλανό μαξιλάρι και βρήκα μια λακουβίτσα, εκεί που ήταν το κεφάλι σου.
Σε λίγες ώρες ξημερώνει μια καινούρια βδομάδα.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/696821637354021/…

——————————————————————————————————————————————

41396873_696206510748867_7723314374688899072_n

ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ – ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΦΤΑΙΝΕ

11/9/2018

(Όλα έχουν ειπωθεί. Και οι Μεγάλοι Ποιητές είναι άξιοι να μνημονεύονται στους αιώνες, οι Λέξεις τους ζουν. Οι υπόλοιποι γράφουμε για την ισορροπία μας.)

Γράφω γιατί βαρέθηκα το περιορισμένο λεξιλόγιο. Φτώχεια παντού. Και στις λέξεις. Μέχρι που μια μέρα άκουσα δυο δεκάχρονα στο δρόμο να μιλάνε. Λέξεις που είχα να ακούσω χρόνια, περιγραφές ακριβείας. Θαρρείς και δυο λόγιοι του περασμένου αιώνα μιλούσαν στο πεζοδρόμιο για τη ζωή μετενσαρκωμένοι σε δεκάχρονα.

Γράφω γιατί βαρέθηκα να μην ακούει κανείς αυτά που έχω να πω. Κι έτσι εγώ τα γράφω. Οι σκέψεις μετουσιώνονται σε προτάσεις. Άνω τελείες και κόμματα. Ας μην τα διαβάσει κανείς. Εγώ όμως τα έχω διατυπώσει.

Γράφω γιατί βοηθάω το συναίσθημά μου. Δεν μιλάω για δράματα. Μιλάω για μια μυρωδιά που μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια, τη γεύση του φθινοπωρινού βατόμουρου από το θάμνο στο στόμα. Για ένα τραγούδι που άκουσα και θυμήθηκα ένα αγέλαστο παιδί ή μια μόνη γειτόνισσα.
Γιατί το βιβλίο της ζωής μου θα γράφει την αρχή και το τέλος. Αλλά τα μικρά πρέπει να τα φροντίσω εγώ.

Γράφω γιατί διστάζω να μιλήσω. Γιατί δεν πιστεύω ότι έχει πολύ νόημα ν’ ακούει κάποιος τις σκέψεις μου. Αλλά εμένα με βοηθάει η καταγραφή τους. Νομίζω ότι με κάνει καλύτερη.

Γράφω γιατί με το που σχηματίζω τις λέξεις με το πληκτρολόγιο ξεκαθαρίζουν οι έννοιες στο μυαλό μου. Ξαστερώνω.

Και τέλος γράφω για όλα εκείνα που δεν πρόλαβα να σου πω. Γιατί ξέρω ότι εσύ τα διαβάζεις.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/696206507415534/…

—————————————————————————————————————————————

41469805_695689140800604_6343312812361646080_n

ΑΝ ΖΟΥΣΑΜΕ ΜΑΖΙ

10/9/2018

Αν ζούσαμε μαζί θα ζούσαμε μάλλον σε κάποιο ετοιμόρροπο σπίτι στην παλιά πόλη. Θα σε περίμενα το βράδυ και θα άκουγα πριν ανοίξει η πόρτα το πάτημά σου στα ξύλινα σκαλοπάτια. Θα έμπαινες και θα με φιλούσες.

Αν ζούσαμε μαζί θα σου φόρτωνα να κατεβάσεις τα σκουπίδια. Θα ανέβαζα πάντοτε τα λουλούδια και τη γατοτροφή. Γιατί το ξέρεις, αν ζούσαμε μαζί θα ζούσαμε μαζί με τις γάτες μας.

Αν ζούσαμε μαζί κάποιες φορές θα μου έφερνες τον καφέ στο κρεβάτι. Κι εγώ θα σου σιδέρωνα τα πουκάμισα κι ας μου φέρνει το σίδερο δάκρυα.

Αν ζούσαμε μαζί θα περνούσαμε τις Κυριακές διαβάζοντας. Και στα ενδιάμεσα μπορεί και ν’ αγαπιόμαστε.

Αν ζούσαμε μαζί μπορεί να θέλαμε να ζήσουμε στην κορφή ενός βουνού. Να ζωγραφίζουμε το ηλιοβασίλεμα σαν μικρά παιδιά στο νηπιαγωγείο που ανακαλύπτουν τους μαρκαδόρους. Να μου ζωγραφίζεις έναν ήλιο στην παλάμη. Να πίνουμε κρασί και να πέφτει η νύχτα.

Αν ζούσαμε μαζί μπορεί να τσακωνόμαστε άγρια. Να αλλάζαμε λόγια πικρά. Να κοιμόμαστε χώρια. Να μη θέλει να βλέπει ο ένας τον άλλο. Κι έξω, στο δρόμο, να λέει ο κόσμος : τι ταιριαστό ζευγάρι, ενώ από μέσα μας θα σχεδιάζαμε χίλια σχέδια απόδρασης από την κάποτε αγάπη μας.

Αλλά εμείς δεν ζούμε μαζί. Κι έτσι ποτέ δε θα μάθουμε το τέλος αυτής της ιστορίας.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/695689137467271/…

ΥΓ

Στη φωτογραφία Δημήτρης Χόρν και Έλλη Λαμπέτη.

—————————————————————————————————————————————-

41432733_695094297526755_6566278931362611200_o

ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΕΙΣ ΙΙ

9/9/2018

Η ζεστασιά του ήλιου στο δέρμα σου ξαπλωμένη στον κήπο. Ο ήλιος δεν σε καίει πια.

Οχτώ το βράδυ. Ο ήλιος βουτάει ξαφνικά στη θάλασσα και μετά σκοτάδι. Η νύχτα σε κυκλώνει. Αλλά σε κυκλώνει τρυφερά, υποσχόμενη ύπνο χωρίς όνειρα με ένα λεπτό σεντόνι να σε προφυλάσσει.

Τι κρίμα που τα μαλλιά σου είναι ακόμη βρεγμένα. Κι εκείνος λείπει και δεν θα πάρει την πετσέτα να στα στεγνώσει.
Τι κρίμα που τα μάτια σου έχουν στεγνώσει. Δεν κλαίνε πια. Κουβαλάνε όμως τις σκιές της φθινοπωρινής ωριμότητας. Αυτές που εμπεριέχουν το καλοκαίρι, τα δάκρυα, το αλάτι, τους έρωτες και την εγκατάλειψη.

Έχεις αδειάσει όλα τα συρτάρια. Έχεις αρχειοθετήσει λογαριασμούς, γράμματα, σημειώσεις, φωτογραφίες. Έχεις τινάξει αιώνες σκόνης. Το φως από τις γρίλιες κυλάει ελεύθερο στο σπίτι, κελαηδάει . Ντουλάπια έχουν τακτοποιηθεί κι έχεις πετάξει ότι κρατούσες χρόνια λέγοντας : αυτό θα το φορέσω φέτος (εις μάτην). Αυτός θα αλλάξει φέτος (εις μάτην). Εγώ θα αλλάξω φέτος (εις μάτην).

Κι έτσι, συμφιλιωμένη μετά από αιώνες μάχης με τον εαυτό, ανακατεύεις ένα τζιν τόνικ (Με πολύ λεμόνι. Πολύ πάγο. Με καλό τζιν).

Αυτό το σεπτεμβριάτικο βράδυ είσαι ήρεμη μετά από καιρό. Και μετά από καιρό στ’ αλήθεια ξεκούραστη.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/695094290860089/…

——————————————————————————————————————————————

41192015_693790430990475_3670303004747104256_n

Η ΦΕΓΓΑΡΟΝΤΥΜΕΝΗ

7/9/2018
(……
Δὲν εἶν᾿ πνοὴ στὸν οὐρανό, στὴ θάλασσα, φυσώντας
οὔτε ὅσο κάνει στὸν ἀνθὸ ἡ μέλισσα περνώντας,
ὅμως κοντὰ στὴν κορασιά, ποὺ μ᾿ ἔσφιξε κι ἐχάρη,
ἐσειόνταν τ᾿ ὁλοστρόγγυλο καὶ λαγαρὸ φεγγάρι·
καὶ ξετυλίζει ὀγλήγορα κάτι ποὺ ἐκεῖθε βγαίνει,
κι ὀμπρός μου ἰδοὺ ποὺ βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
….
Από τον «Κρητικό» του Διονύσιου Σολωμού)

Δεν κρατιόμουνα στο σπίτι από μικρό παιδί. Σπίτι μου ήταν η θάλασσα. Πρώτα με έπαιρνε μαζί του ο πατέρας, ψαράς μαγγιόρος, όλο το Mαντούκι τον εσεβότανε. Η μάνα στην αρχή κάτι πήγε να πει, αλλά μετά πιάστηκε έγκυος με την αδερφή μου, μετά με τη δεύτερη αδερφή μου, μετά με το στερνοπούλι, κι έτσι, από το να με ψάχνει στις πέρα γειτονιές προτίμησε να με αφήσει να πηγαίνω μαζί του με τη βάρκα.

Η θάλασσα με μάγεψε από την πρώτη ώρα. Δεν εφοβήθηκα στιγμή. Με τον πατέρα όμως έμαθα να έχω μια σοβαρότητα, ένα σεβασμό. Αυτό λες και χαράχτηκε απάνω μου, αστείο ήταν ένα μικρό παιδί να έχει τόση σοβαρότητα στη φάτσα του, έμοιαζε με κατήφεια. Αυτό, καθώς και το γεγονός ότι ο πατέρας μου είχε μάθει ό,τι ήξερε και δεν ήξερε για τη θάλασσα (έβλεπα το πώς με μετρούσαν οι γερόντοι όταν δέναμε στο μώλο) δεν με άφησε χωρίς μεροκάματο όταν συγχωρέθηκε απρόβλεπτα από το μαχαίρι ενός μεθυσμένου Αρβανίτη στο λιμάνι. Αμέσως με παρέλαβε ο μπάρμπας της μάνας μου ο Νικολής, με καΐκι ονομαστό, που εκτός από τις μεταφορές έκανε και κοντραμπάντο.

Αμίλητος, αγέρωχος και δουλευτής, γρήγορα έμαθα τη νέα δουλειά. Μεταφέραμε τα στάρια από την απέναντι ακτή, τα βγάζαμε στην παραλία του Ύψου κι από εκεί τα κουβαλούσαν με άλογα μέχρι το μυστικό σημείο συνάντησης, το καλύβι του Λια, όπου περίμεναν και παραλάμβαναν οι Κορακιανίτες φουρναρέοι.

Αφέγγαρες οι νύχτες του κοντραμπάντου, νύχτες απόλυτης ησυχίας και κινήσεων συγχρονισμένων, άκουγες μόνο τον παφλασμό των μαύρων νερών κάτω από το ξύλινο σκαρί. Αμίλητα γινόταν η δουλειά και μόνο με το χάραμα, όταν είχαν τελειώσει όλα αλλάζαμε καμιά κουβέντα στο λιμάνι πια ρουφώντας τη μπεβάντα μας.

Κάναμε και νόμιμα μπάρκα, πώς αλλιώς, νόμιμες μεταφορές εμπορευμάτων και ανθρώπων. Εκείνοι οι νυχτερινοί πλόες όταν γινότανε κάτω από νύχτες φεγγαροστόλιστες, η θάλασσα ήρεμη, ο χάλκινος δίσκος της σελήνης να στραφταλίζει πάνω στα μελανά νερά, μου έδιναν μια ανείπωτη ευχαρίστηση. Λέξεις δεν είχα να το περιγράψω, γράμματα δεν έμαθα παρά μόνο να κάνω λογαριασμούς και όπως είπα μου είχε γίνει συνήθεια και δεν μιλούσα ποτέ πολύ.

Όταν την είδα απάνω στην πλώρη λουσμένη από το φεγγάρι μου κοπήκανε τα ποδάρια. Δεν είχα ξανανιώσει έτσι για γυναίκα. Η σελήνη την τύλιγε από πάνω μέχρι κάτω με ένα γλυκό φως, αναράιδα μου εφάνηκε, πλάσμα μυθικό, η επιθυμία μου εγίνηκε καυτό κύμα στα σωθικά μου. Το πρωί κατέβηκε στην Πάργα μαζί με τη συνοδεία της. Δεν την ξαναείδα ποτέ.

Γυναίκες από τότε γνώρισα κάμποσες κι όταν ήρθε η ώρα μου να σκεφτώ για οικογένεια η μάνα μου προξένεψε την Ευλαλία. Όμορφη ήτανε και νοικοκυρά, τηνε στεφανώθηκα χωρίς αντίρρηση. Καλά μου στάθηκε η Ευλαλία, εκάμαμε τέσσερα παιδιά μαζί. Αλλά όταν τα βράδια με φεγγάρι είμαι στο πέλαγο ψάχνω ακόμη και σήμερα μπας και δω τη φεγγαροντυμένη.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/693790427657142/…

——————————————————————————————————————————————

41244112_693297004373151_2348629460531544064_n

ΔΙΑΛΛΕΙΠΟΥΣΑ ΝΗΣΤΕΙΑ

6/9/2018

Στο δρόμο ένα ζευγάρι κρατιέται χέρι – χέρι.
Είναι τέτοιο το χαμόγελό τους, η συνενοχή στα μάτια τους που καταλαβαίνεις ότι μόλις έχουν κάνει έρωτα.
Το στόμα είναι απλωμένο στο πρόσωπό τους , οι κόρες τους είναι σαν της γάτας από την άφατη ευχαρίστηση, τα μάτια μισόκλειστα και στη γωνία τους μικρές ρυτίδες χαράς.

Δείχνουν τόσα πολλά λέγοντας τόσα λίγα.

Μια ανεπαίσθητη χειρονομία, το χέρι σου τυχαία στην πλάτη μου.

Η μυρωδιά σου ενώ μου ανάβεις το τσιγάρο: σαπούνι και καπνός μαζί.

Ένα αγόρι που προχωράει μπροστά μου στο μετρό κι έχει το βήμα σου : άραγε έτσι έμοιαζες κι εσύ μικρός;

Το μαστίγιο της μνήμης με κυνηγάει παντού.
Κατάργησα την παρουσία σου από τη ζωή μου αλλά ακόμη κι αυτό το ακραίο μέτρο δεν με κάνει να ξεχάσω.

Κι έτσι στο πρώτο τυχαίο συμβάν, στην πρώτη αδύναμη στιγμή, επιστρέφω.

Βυθίζομαι.

Τα χέρια σου, η μυρωδιά σου.

Πίνω σαν διψασμένη μετά από ώρες πεζοπορίας,
αιώνες μοναξιάς.
Εσύ δεν λες και δε ζητάς τίποτε, τίποτε παραπάνω.
Αποχωρώ ξανά.
Αυτή τη φορά θα ξεχάσω, είμαι σίγουρη.
Αλλάζω διαδρομές, παρέες, αγκαλιές.
Γυρνάω πάλι στο μηδέν. Εις μάτην.

Στο πρώτο τυχαίο συμβάν,
στην πρώτη αδύναμη στιγμή εμφανίζομαι μπροστά σου.

Και πάλι από την αρχή…

(στη φωτογραφία το ζεύγος Ρίτσαρντ Μπάρτον/Ελίζαμπεθ Τέιλορ)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/693296997706485/…

—————————————————————————————————————————————–

40882620_692727094430142_2650544023395106816_n

ΑΡΧΕΙΑ ΜΝΗΜΗΣ / ΓΑΛΗΝΗ

5/9/2018

Την αποχαιρετήσαμε ένα καλοκαιρινό απομεσήμερο.

Πρώτα στον Άη – Γιαννόπουλο τελέστηκε η εξόδιος ακολουθία με το ορθόδοξο τυπικό και μετά στο Καθολικό Νεκροταφείο της πόλης μας η ταφή δίπλα στον σύντροφό της που είχε πρωτοφύγει κάποια χρόνια πίσω.

Ήταν από το βορρά, αρχοντοκοπέλα και νοικοκυρά. Εκείνος, ήρωας πολέμου και μπον βιβέρ, είχε γυρίσει παρασημοφορημένος στο νησί του από τη Μέση Ανατολή ενώ οι λοιποί κλάδοι της οικογένειας ως Ιταλοί και άρα εχθροί είχαν ήδη εκδιωχθεί και οι περιουσίες τους είχαν κατασχεθεί. (Άλλο συλλογικό τραύμα αυτό, άλλη λευκή σελίδα στα βιβλία της ιστορίας του έθνους).

Πορεύτηκαν μαζί πάνω από πενήντα χρόνια. Παιδιά δεν έκαναν. Κράτησαν όμως τρεις γενιές την οικογένεια σαν πατέρας και μάνα, όλοι οι όροφοι στην οικογενειακή πολυκατοικία στο δικό τους σπιτικό κατέληγαν, σε χαρές και σε λύπες, αυτούς είχαν σαν κέντρο αναφοράς, πυρήνα του κόσμου τους. Κι αυτή, άνθρωπος πράος, γυναίκα υπομονετική, θεία τρυφερή, νοικοκυρά ακάματη, τις δύσκολες ώρες παράγγελνε στο χασάπη της το καλύτερο κομμάτι ελιάς για την ονομαστή της κρεατόσουπα και τους μάζευε όλους γύρω από το τραπέζι, και ω του θαύματος τα νεύρα, η γκρίνια, τα προβλήματα εξαφανίζονταν μέσα στους αχνούς της σούπας της κι η οικογένεια έβγαινε ενωμένη λες από τον συγκολλητικό ζελέ του μοσχαριού.

Την χαιρέτησαν με συγκίνηση ανήψια, μικρανήψια, τα παιδιά τους και φίλοι. Είχε ζήσει μια καλή ζωή στον μικρό της κόσμο. Με το χώμα ακόμη στα χέρια περιπλανήθηκα στην ησυχία του απομεσήμερου στη γαλήνη του Καθολικού Νεκροταφείου.
Αχτίνες φωτός διαθλώνται μέσα από τα σκούρα κυπαρίσσια και χαϊδεύουν παλιά μάρμαρα.
Τα περισσότερα μνημεία είναι παρατημένα, κάποια περίτεχνα, φέρνω στο μυαλό μου τον Κάνοβα, ταιριάζει με το ύφος του τόπου πιο πολύ από τον Χαλεπά.
Συλλαβίζω τα ονόματα, ακουμπάω τα δάχτυλά μου στις παλιές χαρακιές.

Είμαι μπροστά σε ένα αρχείο μνήμης. Οι περιποιημένοι τάφοι φέρουν ονόματα που υπάρχουν ακόμη ανάμεσά μας, ρίζες ιταλικές και μαλτέζικες, ρίζες που επιβίωσαν και έφτασαν στις μέρες μας.

Ενώ παρατηρώ τα εγκαταλελειμμένα μνημεία (πολλά από αυτά είναι πραγματικά αριστουργήματα) η πιο σημαντική μου ανακάλυψη είναι κάποια ονόματα που φέρουν, ονόματα που δεν ακούμε πια, που κάποτε υπήρχαν αλλά που τώρα δεν υπάρχουν πλέον ανάμεσά μας, που κάποτε έζησαν εδώ και τώρα ίσως το μόνο στίγμα που κατέλειπαν είναι αυτό εδώ το σήμα, αυτή εδώ η ενθύμηση, καθώς δεν έμειναν απόγονοι, να συνεχίσουν τη γραμμή, κι αυτό το λεκιασμένο μάρμαρο με τα χαραγμένα γράμματα είναι ότι ήταν κάποτε η ύπαρξη, όχι μόνο μια ψυχρή καταγραφή σε ένα διπλωμένο δημόσιο έγγραφο κλειδωμένο σε ένα ανήλιαγο συρτάρι, αλλά κάτι πιο χειροπιαστό για το πέρασμα από το μάταιο τούτο κόσμο.

Και θυμήθηκα εκείνο το άλλο ζεστό μεσημέρι που περπατούσα μόνη μου στον Κεραμεικό ανάμεσα στους τάφους και το κόκκινο αττικό χώμα και δεν χρειαζόμουν ούτε καν εσένα να μου κρατάς το χέρι κι ένιωθα τόση γαλήνη, τόση γαλήνη.

( Η φωτογραφία του Αγγλικού Νεκροταφείου στην Κέρκυρα είναι της Μαρίας Νικολούζου)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/692727091096809/…

——————————————————————————————————————————————

40652251_692034801166038_5371028664332845056_n
ΤΑ ΤΗΛΙΑ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ

4/9/2018

Νωρίς το πρωί μετά το πολύβουο καλοκαίρι.

Η τραυματισμένη από τον κόσμο πόλη ξυπνάει νωχελικά. Είναι όλα σε αργό ρυθμό : η κίνηση στο δρόμο.

Tα βήματά μου στο μισοπλυμένο πεζοδρόμιο·.

O κύριος Ηλίας με καλοσιδερωμένο πουκάμισο και γραβάτα κάθεται λίγο στο παγκάκι πριν ξεκινήσει τη διαδρομή Μαντούκι – Κανόνι.

Μαγαζάτορες που ανεβάζουν τα ρολά κι απλώνουν την πραμάτεια τους αργά.

Τα αδέσποτα σκυλιά του κέντρου της πόλης στην πρωινή τους σύναξη : ο Μάρκος μετακόμισε στη Γερμανία και κάνει χρυσή ζωή. Τον έπλυναν, τον εμβολίασαν και τον έστειλαν στη Γερμανία. Στη Γερμανία τον ήθελαν το Μάρκο. Τον δέχτηκε μια φιλόξενη οικογένεια. Ο Μάρκος, με καινούριο κολάρο, κάνει κάθε μέρα την πρωινή του βόλτα καμαρωτός στο πάρκο δίπλα στο σπίτι της οικογένειας. Τον κρατάει με τρυφερότητα από το λουράκι του ο μικρός γιος. Ο Μάρκος είναι κύριος, ένας επτανήσιος αριστοκράτης. Η οικογένεια τον λατρεύει.

Τα σκυλιά του κέντρου της πόλης στην πρωινή τους φθινοπωρινή μάζωξη μιλούν για το Μάρκο και την καλή του τύχη. Στη συνέχεια πηγαίνει ο καθένας στο πόστο του. Ο Μένιος κοιμάται κάτω από τα τήλια στην πλατεία. Τον νανουρίζει ο ήλιος όπως διαθλάται μέσα από τα φύλλα. Ένα αγριοκάστανο πέφτει από το δέντρο. Είναι η εποχή από τα αγριοκάστανα. Είναι ωραία η ζωή στο νησί. Ίσως να είναι καλύτερα κι από τη Γερμανία.

Ο Μένιος ξέρει ότι τα τήλια της πλατείας λείπουν και του Μάρκου. Και τα αγριοκάστανα. Έπαιζαν παρέα με δαύτα. Υπάρχουν άραγε τήλια στη Γερμανία; Κι αν υπάρχουν, έχουν την ίδια μυρωδιά; Αλλά είναι ωραίο και να σε αγαπάνε και να σε φροντίζουν.

Ο Μένιος γυρνάει πλευρό και κοιμάται χωρίς άλλες απορίες.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/692034797832705/…

——————————————————————————————————————————————-

40597839_691601614542690_5296948449936146432_n

ΜΠΕΛΛΑΝΤΟΝΕΣ

3/9/2018

Με καταγωγή από τη Νότια Αφρική οι Μπελλαντόνες, οι άγριες ξαδέρφες της γενιάς των Αμαρυλλίδων, στο ευνοϊκό κερκυραϊκό κλίμα, μετά τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές, ροδίζουν κήπους και ελαιώνες.

Χωρίς φροντίδα πολλαπλασιάζονται μόνες τους και καθηλώνουν το βλέμμα του ανύποπτου περιπατητή με την απρόσμενη ομορφιά τους.

Πριν από χρόνια μεταφύτευσα βολβούς από έναν κήπο στην Επίσκεψη στην πιο ανήλιαγη μεριά του κήπου μου, κάτω από τη ροδιά.

Τρία φθινόπωρα περίμενα. Μόλις φέτος οι όμορφες κυρίες ξεπρόβαλλαν για πρώτη φορά από το χώμα, λίγο χλωμές, λίγο ταλαιπωρημένες αλλά όπως οι περισσότερες γυναίκες που ξέρω μετά τα στραπάτσα της ζωής παίρνουν λίγο χρόνο, σηκώνουν κεφάλι και προχωρούν.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/691601611209357/…

—————————————————————————————————————————————

40598835_690943347941850_2919535720609611776_n

Κάπως έτσι ξεκινήσαμε φέτος το καλοκαίρι. Κάπως έτσι ξεκινάνε τα καλοκαίρια. Και κάπως έτσι τελειώνουν….

ΑΛΑΤΟΤΡΥΠΕΣ

2/9/2018

Εκείνο το καλοκαίρι ξεμακραίναμε από τους άλλους και τραβούσαμε για τις αλατότρυπες.

Ο ήλιος έκαιγε και χωρίς σανδάλια, σχεδόν γυμνοί ανεβαίναμε στα βράχια. Τα βράχια ζεματούσαν και ήταν κοφτερά. Οι τρύπες πάνω ψηλά ήταν γεμάτες αλάτι. Οι άλλοι γελούσαν υπαινικτικά, νόμιζαν πως ξεμακραίναμε για να πηδηχτούμε. Εκείνο το καλοκαίρι συνέβαινε κι αυτό, συνέχεια, με κάθε ευκαιρία, πλησιάζαμε ο ένας τον άλλο με διάθεση σαρκοβόρα σα να μη μπορούσε να χορτάσει ο ένας τη σάρκα του άλλου. Αλλά εκεί πάνω στα βράχια πηγαίναμε για το αλάτι. Τρώγαμε επί τόπου όσο μπορούσαμε, μέχρι που το στόμα μας έσκαγε, μέχρι που η δίψα μας βασάνιζε αφόρητα. Εμείς όμως εκεί, με κίνδυνο να τσακιστούμε (μια φορά έκοψα το πόδι μου, θυμάσαι;) να τρώμε λυσσασμένα το αλάτι. Κι ενώ θέλαμε σαν τρελοί να σμίξουμε εκεί πάνω, η λαχτάρα μας για το αλάτι είχε προτεραιότητα (μην πονάς, μου είπες, και ρούφηξες το αίμα από το κόψιμο, και σταμάτησα να πονάω, αλήθεια θυμάσαι;).
Γυρνούσαμε πιασμένοι χέρι – χέρι, χορτασμένοι, μερωμένοι όπως μετά τον έρωτα και πέφταμε με τα μούτρα στο πρώτο μπουκάλι δροσερό νερό. Το αλάτι όμως έμενε καιρό πάνω στα χείλη μας, ακόμη κι όταν φιλιόμαστε το ηλιοβασίλεμα, θυμίζοντάς μας ότι μόνο η δίψα μπορεί να μας οδηγήσει σε υπερβάσεις.

Δίψα για ό, τι υπαγορεύει στον καθένα η φύση του.

Χωρίσαμε το Σεπτέμβρη. Αλλά τους χειμώνες θυμόμουν εκείνη την κοινή δίψα στις αλατότρυπες. Και προχωρούσα διψασμένη. Και ξέρω, παρόλο που έχουμε να μιλήσουμε από τότε, ότι θυμόσουν κι εσύ τη δίψα το καλοκαίρι στις αλατότρυπες. Και προχωρούσες κι εσύ.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/690943344608517/…

——————————————————————————————————————————————-

40435708_690365177999667_1291783277664796672_n

Καλό Σεπτέμβρη λοιπόν με τρύγους και χαρές γενικότερα!

ΚΡΑΣΟΣΤΑΦΥΛΑ

1/9/2018

Με τις πρώτες βροχές οι δρόμοι γεμίζουν φορτηγά που πουλάνε κρασοστάφυλα. Τα τελευταία χρόνια τα αμπέλια έχουν μειωθεί στο νησί κι όσοι θέλουν να φτιάξουν κρασί αγοράζουν σταφύλια. Νιώθω πολύ έντονα τις μυρωδιές και τα μυρίζω στον αέρα, όπως περνάω με το αυτοκίνητο, σηματοδοτούν για μένα την αλλαγή της εποχής, είναι ένας εναλλακτικός τρύγος και μου θυμίζουν έντονα τον καιρό που βολτάραμε παρέα.
Το κρασί ήταν πάντοτε στο τραπέζι.
Η γιαγιά, με το πέτο κόκκινο, έπινε μια κούπα με το φαγητό της μεσημέρι – βράδυ, και προέτρεπε τη νύφη της, η οποία είχε ένα ντελικάτο πρόσωπο μαντόνας με λευκή επιδερμίδα και δεν έβαζε γουλιά στο στόμα της, να πίνει για να κάνει αίμα, ενώ την συμβούλευε να δίνει και στα παιδιά της (σε μένα και στον αδελφό μου) ένα ποτηράκι για να έχουμε καλή υγεία. Η μητέρα μου αρνιόταν πεισματικά, ακούγοντας τη φωνή της λογικής και της σύγχρονης ιατρικής. Παρόλες τις προσπάθειες της γιαγιάς αλλά και το εξαίσιο ρουμπινί χρώμα του κρασιού, πέρασαν χρόνια για να το εκτιμήσουμε και να το βάλουμε στο στόμα μας.
Η άλλη γιαγιά, η οποία είχε κι αυτή μεγαλώσει υπό τις ευεργετικές ιδιότητες του ντόπιου κοκκινελιού, το οποίο, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, τα χρόνια της σκληρής αγροτικής ζωής, αραιωμένο με ζεστό νερό και λίγο ξερόψωμο αποτελούσε το βασικό πρωινό γεύμα μιας πολυμελούς οικογένειας της κερκυραϊκής υπαίθρου, επέλεξε τη μέση οδό και μας έστυβε τα κόκκινα σταφύλια για να μας ποτίσει τον φρέσκο ευεργετικό χυμό τους.
Και μετά, μπροστά στα έκθαμβα παιδικά μου μάτια,
είδα πώς συντελούταν το θαύμα της γέννησης του κρασιού, του κρασιού πού έφερνε τους μεγάλους σε ευθυμία, σε καλή διάθεση, διέστελλε τις κόρες των ματιών τους, τους έκανε να λένε περίεργα ανέκδοτα μπροστά μας, τραγούδια, άσε που έκαναν και χειρονομίες μεταξύ τους ενώ είμασταν μπροστά (ως παιδιά είχαμε μια φυσική συστολή και τότε οι εποχές ήταν άλλες).
Στο χωριό μαζεύτηκαν όλοι στο κατώι του Σπυρέτου.
Είχε προηγηθεί ο τρύγος. Ένα τεράστιο ξύλινο σκαφόνι είχε δεχτεί όλα τα σταφύλια. Ο Σπυρέτος, τα μουστάκια του περιποιημένα, το βλέμμα του λαμπερό, είχε κάνει ένα ιδιαίτερα σχολαστικό ποδόλουτρο με πράσινο σαπούνι και τώρα, με τα μπατζάκια του παντελονιού του ανεβασμένα ψαράδικα, είχε μπει μέσα στο σκαφόνι και ξεκινούσε να πατάει με ρυθμό τα σταφύλια.
Μέσα στο κατώι είχε μαζευτεί η γειτονιά, φίλοι και συγγενείς, παιδιά, σκυλιά, κι όλοι παρακολουθούσαμε την τελετουργία του πατήματος των σταφυλιών (γιατί πολύ σύντομα ακόμη κι εμείς τα παιδιά καταλάβαμε ότι παριστάμεθα σε μια ιεροτελεστία, σε μια μυσταγωγία, σε κάτι άλλο, κι όχι σε μια απλή μηχανική εργασία που χρειαζόταν απλώς τη δύναμη των ποδαριών του κυρ Σπυρέτου για να βγάλουν τα σταφύλια το χυμό τους).
Γέλια, κουβέντες, αστεία αλλά σιγά – σιγά εγώ έβλεπα τον ιδρώτα να κατεβαίνει στα μάγουλα του σιορ Σπυρέτου, το χείλι του να τρεμοπαίζει, ο αέρας στο κατώι είχε γεμίσει πια από τις αναθυμιάσεις των πολτοποιημένων σταφυλιών, το μπούγιο του κόσμου, φασαρία, φωνές, το ξεραμένο χώμα, το σκαφόνι, τα βαρέλια, μια αράχνη στο τράβο, η γυναίκα του Σπυρέτου του σκούπιζε το ιδρωμένο μέτωπο με ένα καθαρό μαντίλι, τα δίδυμα του Γιώργη κάνανε διαολιές, ο μπάρμπας μου φώναζε «ωραίο θα βγει φέτος το κρασί Σπυρέτο!», ο αδερφός μου έκλαιγε γιατί ήθελε να μπει κι αυτός και να πατήσει και δεν τον αφήνανε, η ξαδέρφη μου φιλιότανε κρυφά πίσω από την πόρτα με τον Κωτσή κι εγώ είδα έναν τύπο που δεν είχα ξαναδεί, που τον έβλεπα όμως μόνο εγώ, έπινε με ένα κύπελλο από τα πατημένα σταφύλια, μου το τείνει και μου λέει όλο νόημα
-«Είμαι ο Διόνυσος, καλό θα βγει το κρασί σας φέτος».
Πρόλαβα κρασιά φτιαγμένα με τον παλιό τρόπο και με αγάπη, χωρίς χημικές ουσίες. Από αυτά έμαθα να πίνω.
Με χαλάνε τα φτηνόκρασα του εμπορίου, τα χύμα και τα ψευτοσπιτικά. Μου αρέσουν τα καλά εμφιαλωμένα που φτιάχνονται ουσιαστικά με τον ίδιο τρόπο, τον παλιό. Έτσι έμαθα και στην αγάπη, χωρίς σκονάκια, χωρίς συντηρητικά. Ξέρω ότι σήμερα δεν πατάει κανείς πια με τα πόδια το κρασί του.
Είναι όμως ο Διόνυσος που δίνει το ρυθμό ακόμη, μου κλείνει το μάτι κάθε φορά που πίνω ένα καλό κρασί και σκέφτομαι το σιόρ Σπυρέτο να χορεύει πάνω στα σταφύλια στο σκαφόνι.

(Η φωτογραφία είναι από τρύγο στο Σπαρτίλα τη δεκαετία του ΄80 και είναι από ανάρτηση του Σπύρου Γαγγάδη)

——————————————————————————————————————————————–

40429911_689637131405805_7983069375366168576_n

ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ

31/8/2018

Λέξεις που χοροπηδάνε, προτάσεις δυσνόητες και μια διάθεση ρεμβασμού και αναπόλησης αυτού που ζήσαμε κι αυτού που θα θέλαμε αλλά δεν ζήσαμε δεν βοηθάνε στη συγκέντρωση στο φάκελο που έχω μπροστά μου.

Είναι η επιστροφή σε μια καθημερινότητα που ορίζεται πια σχεδόν μόνο από τις υποχρεώσεις για πληρωμές. Δεν μπορώ να ακούω το μάθημα ότι πρέπει να ζούμε τη ζωή κάθε μέρα, να αγαπάμε τη δουλειά που κάνουμε, να μην την βλέπουμε σαν αγγαρεία. (Ναι. Τα προσπαθώ).

Ούτε μιλάω για τις αναγκαστικές διακοπές (πόσοι από εμάς άραγε πήγαμε τέτοιες), που ούτε αυτές λέει είναι απαραίτητες όταν αγαπάς την ρουτίνα της κάθε σου μέρας.

Δεκτά όλα τα παραπάνω αλλά εγώ δε μιλάω για όλα αυτά. Μιλάω για το δικαίωμα στην τεμπελιά, στη ραστώνη, στο μέλωμα εκείνο του κορμιού που οι υψηλές θερινές θερμοκρασίες ενισχύουν. Όταν ακόμη και το μυαλό αποσύρεται και θέλει απλώς να υπάρχει : γαλήνια κατάσταση που δεν εξαφανίζει τα προβλήματα, ούτε βρίσκει λύσεις. Υπάρχει απλά. Σαν αντίδραση του οργανισμού στις πιέσεις και στα πρέπει. Ένας διακόπτης που κλείνει και μας βάζει στο ρελαντί.

Κι έτσι, δεν έχει να κάνει, αν βρεθήκαμε σε αυτήν την κατάσταση της απλώς – ύπαρξης στα βότσαλα μιας ακρογιαλιάς. Ή πάνω στα σεντόνια του κρεβατιού μας. Η στο τραπέζι της κουζίνας κοιτώντας με τις ώρες την ίδια σελίδα στο περιοδικό. Αν κοιμηθήκαμε παραπάνω. Κι αν ακόμη νυστάζουμε.

Γι’ αυτό αφήστε με παρά τις αναγκαστικές επιστροφές να με κρατάει το σώμα μου λιγάκι πίσω. Και να μην θέλει ακόμη να συνεργαστεί. Είναι τούτες οι ώρες βασανιστικά γλυκές.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/689637128072472/…

——————————————————————————————————————————————–

40376963_689108781458640_8728580027555250176_n

ΓΛΥΚΟ ΝΕΡΑΝΤΖΙ

29/8/2018

Θυμόμουν το σπίτι σε πλήρη ακμή κι αυτήν το ίδιο. Το κεφάλι της αριστοκρατικό και περήφανο, το σπίτι αρχοντικό και καλοκουρδισμένο, κάμαρες με γυαλισμένες μπρούτζινες κοκέτες, κομόντες από μόγανο, βιενέζικες καρέκλες, ένα τεράστιο μαρμάρινο τραπέζι κάτω από την ξεχυτή, λουλούδια και δέντρα που υπάκουαν θαρρείς στα μαγικά της χέρια.

Οι τοίχοι ήταν πάντα βαμμένοι στα κερκυραΪκά απαλά χρώματα της λεβάντας, του ανεστραμμένου φύλλου της ελιάς, του ρόδινου ουρανού την ώρα του λυκαυγούς. Ξάπλωνες σε έναν χαμηλό σοφά έξω στις πλάκες της βεράντας κι ανάσαινες τους θορύβους: το πέταγμα μιας χρυσόμυγας ˑ το γλυκό νεράντζι ή όποιο άλλο φρούτο της εποχής χοχλάκιζε στην κουζίνα ˑ τον αέρα που χόρευε πάνω στα μελισσόχορτα ˑ αυτήν που έδινε οδηγίες στη βοηθό της πώς να πλύνει σωστά το λευκό, κεντητό τραπεζομάντηλοˑ το τηλεφώνημα που έκανε στο χασάπη και παράγγελνε το κρέας για το σοφρίτο της Κυριακής, περίμενε τα εγγόνια.

Δεν ήταν επιφάνεια. Ήταν ο τρόπος της να αντιμετωπίσει μια ζωή που δεν της είχε φερθεί καλά, της είχε πάρει νωρίς αγαπημένους, δεν της έμαθε να διεκδικεί κάτι παραπάνω στον κόσμο.

Πέρασε ο καιρός και με παρακάλεσες να σε βοηθήσω να ξεχωρίσουμε τα χαρτιά της, δεν μπορούσες να το κάνεις μόνος σου. Είχα πολλά χρόνια να ανεβώ στο σπίτι. Το περήφανο αρχοντικό είχε σκεβρώσει, όπως στο τέλος είχε σκεβρώσει και το κεφάλι της. Τα μόγανα ήταν αγυάλιστα και έβλεπες μικρές τρυπίτσες από το καταστροφικό σαράκι. Οι τοίχοι με τα κερκυραϊκά παλ είχαν χρόνια να περαστούν, είχαν θαμπώσει κι ανέδιδαν υγρασία. Ο κήπος είχε θεριέψει κι είχε αγριέψει χωρίς το ευεργετικό άγγιγμά της.

Δεν έχω τίποτε να σε κεράσω, μου είπες με σπασμένη φωνή. Έχει μείνει όμως γλυκό νεράντζι, θέλεις; Είναι το τελευταίο που έφτιαξε με τα χέρια της. Ήθελα. Έφαγα από το ίδιο κρυστάλλινο ταγιαρισμένο πιατάκι με το ασημένιο κουταλάκι. Το νεράντζι είχε τη γεύση των δώδεκα χρόνων μου. Εκείνη έλειπε.

(Ο πίνακας του John Singer Sargent, Corfu : The Terrace)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/689108778125307/…

—————————————————————————————————————————————

40351921_688538574848994_3457509721945145344_n

ΛΕΥΚΑ ΚΡΕΜΜΥΔΙΑ

29/8/2018

Ήταν πέντε αδελφές. Η κάθε μία και μία διαφορετική ιστορία, όσο παράξενο κι αν ακούγεται για κάποιους που έχουν γεννηθεί από τους ίδιους γονείς, στο ίδιο σπίτι. Η μία ήταν η γιαγιά μου. Κι ετούτη ήταν η αδελφή της η μικρή. Την είχαν βάλει υπηρέτρια στ’ αρχόντου, να δουλεύει, να μάθει νοικοκυριό, να έχουν ένα στόμα λιγότερο για τάισμα στο σπίτι. Διαόλου κάλτσα ήταν. Κοντούλα, σβέλτη και τσαχπίνα. Φορούσε μια ποδιά πάνω από τα ρούχα της, τα μακριά μαλλιά της πλεγμένα κοτσίδες στεφάνωναν το κεφάλι της (έτσι τα κράτησε μέχρι γριά, θυμάσαι;) και την έβαλαν στην κουζίνα. Να καθαρίζει λαχανικά. Να ανακατεύει κατσαρόλια με πηχτή μπεσαμέλ (πρόσεχε μη σου σβωλιάσει). Να φτιάχνει γέμιση για πίτες. Να μαθαίνει να χρησιμοποιεί εργαλεία που στο σπίτι της δεν τα είχε ξαναδεί. Να σερβίρει παγωτό (!) (ανήκουστο, εκείνα τα χρόνια) κι ένα κρασί με μπουρμπουλήθρες (δεν της άρεσε καθόλου, είχε δοκιμάσει μια φορά στα κρυφά).

Καπετάν – φασαρίας που δεν άντεχε την υποταγή στη σκληρή πειθαρχία της μαγείρισας και την υποκρισία της κυράς (το πρωί ξεπροβόδιζε με πεταχτά φιλιά το σύζυγο και από την πόρτα της κουζίνας έμπαζε τους μορόζους), έφυγε με την πρώτη ευκαιρία για τη μεγάλη πόλη. Γρήγορα βρήκε την αγάπη της ζωής της κι έφτιαξε την οικογένειά της. Στο νησί, δεν πατούσε. Από πείσμα. Από πίκρα. Από δυσκολίες γενικά.

Όταν πέθανε ο άντρας της το πήρε απόφαση. Είχε ζήσει μια καλή ζωή μαζί του, είχαν αποκτήσει παιδιά κι εγγόνια και με το φευγιό του νοστάλγησε την πατρίδα των παιδικών της χρόνων.

Εξακολουθούσε να είναι κοντούλα, σβέλτα και τσαχπίνα. Μόνο οι κοτσίδες που στεφάνωναν το κεφάλι της είχαν ασπρίσει. Την κάθισα στα πιο κοσμικά καφενεία και την απολάμβανα να μου διηγείται τη ζωή της ρουφώντας τσιτσιμπύρα, μυστικά και γεγονότα που είχαν συμβεί πάνω από μισό αιώνα, λες και είχαν συμβεί χτες.

Τη ρώτησα τι θα ήθελε να ψωνίσουμε για να πάρει μαζί της στην Αθήνα. Θέλω να πάμε στη Λαϊκή, μου είπε. Ξέρεις τι μου έχει λείψει πιο πολύ; Τα γλυκά, λευκά κρεμμύδια του νησιού. Μόνον αυτά. Οι γευστικοί της κάλυκες δεν θυμούνταν ούτε το πρωτοφανές παγωτό ούτε την κλεμμένη σαμπάνια. Δείπνα οικογενειακά, λιχουδιές της πρωτεύουσας δεν έπιαναν μία μπροστά στους καρπούς από τα περιβόλια της παιδικής ηλικίας. Νέσπολες, βανίλιες, απίδια, μικρά μήλα. Σύκα και παυλόσυκα. Τζίντζολες. Ντοματάκια σαν βελανίδια. Καμποφιόρια. Οβριές και σπαράγγια. Χλωρές ελιές. Μα πάνω απ’ όλα γλυκά, λευκά κρεμμύδια. Όλα τα είχε σβήσει επιλέγοντας τη ζωή της αλλού, μακριά από τη φτώχεια του νησιού. Όλα τα είχε αφήσει πίσω. Δεν μπορούσε όμως να ξεχάσει τα άσπρα κρεμμύδια.

Την επομένη την έβαλα στο πλοίο. Κρατούσε μια μικρή τσάντα του χεριού. Και μια σακούλα γεμάτη με άσπρα κρεμμύδια.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/688538571515661/…

———————————————————————————————————————————————

40273296_687974684905383_2285710753740619776_n

ΑΛΛΑΓΗ ΕΠΟΧΗΣ, ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

28/8/2018

Είχαμε κλάψει πολύ εκείνο το καλοκαίρι. Κλαίγαμε όμως κρυφά, στα σκοτεινά, εκείνη την πιο δροσερή ώρα πριν από την αυγή.

Η μαμά μας είχε παρατήσει εκείνο το καλοκαίρι, είχε ερωτευτεί έναν ακροβάτη όταν το τσίρκο είχε έρθει στη μικρή μας πόλη κι έφυγε μαζί του.

Πόσο κρίμα μικρό μου! Έλα να σου δώσω ένα παγωτό, έλεγε η ψυχόπονη κυρία Έλσα πίσω από το ταμείο στο μπακάλικο.
Στο τέταρτο παγωτό η μαμά μου εμφανίστηκε στην κυρία Έλσα, της είπε ότι δεν είχε φύγει με το τσίρκο και να σταματήσει να μου δίνει παγωτά.

Η μαμά είχε μετακομίσει με τον κύριο Μάκη, το γείτονά μας. Η μαμά δεν άντεχε άλλο τον μπαμπά που έλειπε συνέχεια από το σπίτι, πότε για δουλειά, πότε για αλλού και υπέκυψε στον έρωτα του κυρίου Μάκη.

Ο μπαμπάς, σε μια επιστροφή του στο σπίτι, παρατήρησε ότι η μαμά δεν ήταν εκεί. Και από καθαρό πείσμα αποφάσισε να μας κρατήσει μαζί του εκείνο το καλοκαίρι και να μην πάμε στη μαμά της μαμάς στο χωριό.

Ο μπαμπάς μας αφήνει νηστικούς. Προτιμάει να παίζει τα λεφτά του στα ζάρια, είπα στη μαμά του Νικόλα, την τροφαντή κυρία Δώρα που όλη μέρα μαγείρευε λιχουδιές και είχε τη φήμη της καλύτερης μαγείρισσας στη μικρή μας πόλη. Την τρίτη μέρα που ο μπαμπάς αντιλήφθηκε ότι δεν τρώγαμε στο σπίτι το φαγητό που μας έφερνε (κυρίως ντελίβερυ, που μας φαινόταν πολύ άνοστο μετά τα φαγητά της κυρίας Δώρας) με έσυρε από τ’ αυτί σπίτι της να ζητήσω συγγνώμη και ν’ αποκαταστήσω την αλήθεια.

Είχαμε κλάψει πολύ εκείνο το καλοκαίρι. Είμαστε ψύχραιμοι και κουλ μπροστά στους μεγάλους και έξω από το σπίτι. Ο Θανάσης, ο μικρός, έπιανε το κλάμα μόλις πέφταμε για ύπνο. Αφού τον καταχέριαζα να σταματήσει (οι άντρες δεν κλαίμε κλπ), όταν κοιμόταν βαθιά, εκεί, την πιο δροσερή ώρα πριν από την αυγή, έπιανα το κλάμα εγώ.

Όταν η μαμά της Ματίνας με ρώτησε ένα πρωί για τα κόκκινα μάτια μου εγώ βάλθηκα να της εξηγώ ότι ο μπαμπάς δεν με αφήνει να κοιμάμαι το βράδυ για να του σιδερώνω τα πουκάμισα. Η μαμά της Ματίνας προς στιγμήν πήγε να το πιστέψει, αλλά μετά αναλογίστηκε τα άψογα σιδερωμένα πουκάμισα του μπαμπά (από το καθαριστήριο της γειτονιάς) και έβαλε στοίχημα ότι αποκλείεται να έκανα εγώ τόσο άψογο σιδέρωμα. Μίλησε με τους γονείς μου χωριστά.

Αυτοί βρέθηκαν μαζί μετά από καιρό και αποφάσισαν να με πάνε στον κύριο Νώντα. Ο κύριος Νώντας (η ταμπέλα του έγραφε «Νευρολόγος – Ψυχίατρος») αφού άκουσε τη μαμά και το μπαμπά τους έδιωξε και με ρώτησε συνωμοτικά «Τι ομάδα είσαι μεγάλε;».

Αποφάσισα ότι είχαμε κλάψει πολύ εκείνο το καλοκαίρι και αφού μέχρι και ο κύριος Νώντας δεν ασχολήθηκε πολύ με μένα μάλλον τα πράγματα ήταν εντάξει.

Εν τω μεταξύ, εκείνο το βράδυ, δρόσισε πιο πολύ. Ο αέρας ήταν καθαρός, φθινοπωρινός, ένιωθες ότι μπορούσες να τον πιάσεις. Αλλαγή εποχής. Σκέφτηκα ότι θα πήγαινα στο μεγαλύτερο σχολείο, θα έπαιζα μπάλα σε όλα τα διαλείμματα και μπορεί και ν’ άρχιζα και το τσιγάρο, όπως κάνουν οι μεγάλοι.

Ούτε ο μικρός έκλαψε εκείνο το βράδυ. Είναι ωραίες οι αλλαγές των εποχών.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/687974681572050/…

—————————————————————————————————————————————–

40183424_687452634957588_1007935129659637760_o

NOSTALGIE

27/8/2018

Τα χρώματα είναι σκούρα και καθαρά. Ο αέρας έχει δροσίσει. Η θάλασσα είναι πάντα εκεί. Αλλά το μυαλό έχει ξεφύγει από τη ραστώνη του θέρους και επεξεργάζεται τα προβλήματα της καθημερινότητας.

Επιστροφή.

Κι εκεί, πάνω στην αλλαγή της εποχής, εκεί που σκεφτόμαστε το μέλλον, εκεί που νομίζουμε ότι το καλοκαίρι μας θεράπευσε και μας μέρωσε με τη μεστή του αγριάδα, με τις πρώτες υγρασίες το δείλι ή με την πρώιμη δροσιά της αυγής, ξυπνάνε οι παλιές πληγές και μας πιάνουν εξ απήνης.

Ξυπνάει του σώματος η μνήμη. Πονάμε ξανά. Πιο γλυκά αυτή τη φορά. Αλλά πονάμε. Και θυμόμαστε.

Θυμόμαστε τα βράδια στα έρημα σπίτια. Τις φωνές και τα γέλια. Τα αγγίγματα στο σκοτάδι. Τα πρωινά με το ψυχρό φως. Καφές, βούτυρο και μέλι. Φιλιά πεταχτά.
Και πονάμε.

Επιστροφή.

Ίσως αυτό να είναι το νόημα του φθινοπώρου. Ενώ η φύση μας διδάσκει να ρίξουμε το φορτίο από πάνω μας, όπως τα δέντρα τα φύλλα τους, εμείς επιμένουμε να το κουβαλάμε.

Κι έτσι έχουν ταυτίσει το φθινόπωρο με τη νοσταλγία. Εγώ το ταυτίζω με την επιμονή της μνήμης.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/687452631624255/…

—————————————————————————————————————————————

40178303_686748098361375_2085858898891243520_n

ΘΛΙΒΕΡΟΙ ΤΡΟΠΙΚΟΙ…

26/8/2018

Μαζί με την αλλαγή της ζωής άλλαζε και ο καιρός. Ή μήπως συνέβαινε το αντίστροφο; Οι κάτοικοι (δηλαδή οι λίγοι που είχαν ακόμη τη δυνατότητα να κουβεντιάζουν) είχαν διχαστεί σε δύο στρατόπεδα : αυτούς που πίστευαν ότι η αλλαγή του καιρού επηρέαζε τη ζωή στο νησί κι αυτούς που πρέσβευαν ότι ο καιρός δεν είχε να κάνει με την αλλαγή που συνέβαινε στις ζωές τους, νησιού και κατοίκων.

Η κουβέντα βέβαια και τα επιχειρήματα δεν αφορούσαν το μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, ένα νέο μπάσο πόπολο, που χωρίς να έχει συνέλθει από τα σοκ των απανωτών αλλαγών είχε ξυπνήσει ένα πρωί σερβίροντας, αλλάζοντας σεντόνια, μαγειρεύοντας και γενικά υπηρετώντας μια νέα νομπιλιτά του χρήματος που επέλεγε να ξεκουράζεται στον νέο, τροπικοποιημένο παράδεισο, κι όλα αυτά με μισθούς δουλοπαροικίας σε δωδεκάωρη βάση.

Ζούμε μια νέα φεουδαρχία, αναλογίστηκε φωναχτά ο Καθηγητής ενώ ταυτόχρονα, με μια ομπρέλα που είχε πάντα παρά πόδας, προσπαθούσε να ξεστουμπώσει το σωλήνα απορροής των ομβρίων από τη βεράντα του ενώ γύρω του μαινόταν μια τροπική καταιγίδα. Η βεράντα του Καθηγητή είχε ζήσει σίγουρα καλύτερες μέρες, όπως και όλο το υπόλοιπο σπίτι. Η ξεφτισμένη ώχρα στους τοίχους, τα ξύλινα σανίδια που έτριζαν σε κάθε ανάσα του σπιτιού, οι παλιές πορσελάνες στο μπάνιο και τα τρύπια κεραμίδια συνέθεταν ένα σκηνικό γοητευτικό, εξέπεμπε την αίγλη του παρελθόντος, ήταν ένα σπίτι υψηλού γούστου ακόμη και στην παρακμή του όπου οι χιλιάδες τόμοι του Καθηγητή σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού συμπλέκονταν αρμονικά με διάσπαρτες λεκάνες συλλογής του βρόχινου νερού που έμπαινε από παντού στο σπίτι στα μπουρίνια.

Στην αρχή των Αλλαγών ο Καθηγητής είχε προσπαθήσει με όλους τους τρόπους να επαναφέρει στη λογική τους κατοίκους που ξεπουλούσαν τα πάντα : γη, χωράφια, λουτρουβιά, λιοστάσια, ψηλά και στενά σπίτια στην παλιά πόλη και ότι προγονικό κειμήλιο είχε ξεμείνει από το τελευταίο μεγάλο ξεπούλημα. Τότε ήταν η εποχή της Φορμάικας και του Πλαστικού, τώρα ήταν η εποχή του Υπέροχου Κενού. Κεφάλαιο Α, Εισαγωγή στη Νέα Φεουδαρχία, του ιδίου.

Κι ενώ όλο το σύμπαν είχε ξεπουληθεί το σπίτι του Καθηγητή αποτελούσε μια μικρή παράταιρη νησίδα ανάμεσα στις νέες μεγάλες ιδιοκτησίες και στα ξενοδοχεία. Επί χρόνια και επί ματαίω πλεύριζαν διάφοροι τον Καθηγητή και με όλα τα μέσα προκειμένου να πουλήσει την ιδιοκτησία του, καρφίδα στους χάρτες και στους πίνακες των επενδυτών. Στο τέλος, μπροστά στο πείσμα του αλλά και στην έλλειψη κάποιας υπέρτερης ανάγκης του που θα μπορούσε να τον μεταπείσει, παράτησαν τον αγώνα, περιμένοντας, τι άλλο, τον αναπόφευκτο θάνατό του.

Αλλά ακόμη κι εκεί ο Καθηγητής τους την έφερε. Ήταν αδύνατον να βρουν την ακριβή ημερομηνία γέννησής του ακόμη κι όταν ανέτρεξαν στο Ληξιαρχείο. Σύμφωνα με τους μύθους μπορεί να είχε περάσει τα 120, ενώ δεν έδειχνε ούτε μια μέρα πάνω από τα 80. Την ηλικία του προσπαθούσαν να την εξακριβώσουν από θανόντες ήδη συνομήλικους (συμμαθητές του ή συμφοιτητές του σύμφωνα με τα αρχεία), μαθητές του, βαφτιστήρια και παραδουλεύτρες που είχαν περάσει από το σπίτι και τα είχαν παρατήσει προσπαθώντας να τακτοποιήσουν τον κυκεώνα των βιβλίων του. Οι απλές αυτές συνεπαγωγές τους τρόμαξαν και κατέληξαν ότι είχαν να κάνουν με ένα φαινόμενο υπερφυσικό που θα έπρεπε μάλλον να το αφήσουν στην ησυχία του.

Ο Καθηγητής έγραφε κεφάλαιο – κεφάλαιο την «Εισαγωγή στη Νέα Φεουδαρχία» η οποία κυκλοφορούσε μυστικά, από χέρι σε χέρι, σε φυλλάδια. Το βράδυ που κυκλοφόρησε το τελευταίο κεφάλαιο, ένα διάπυρο προσκλητήριο σε έγερση, μια ξαφνική τροπική πυρκαγιά έκαψε το σπίτι του Καθηγητή, τα βιβλία του και τον ίδιο.

Είχε προλάβει όμως• ο σπόρος είχε φυτευτεί.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/686748095028042/…

—————————————————————————————————————————————-

40002107_685089505193901_2434246206193401856_n

ΓΚΟΦΡΕΤΕΣ ΣΟΚΟΛΑΤΑΣ

24/8/2018

Το χειμώνα ανεβαίναμε συνήθως στο χωριό. Για κάποιο μυστήριο λόγο ο πατέρας μου είχε μεγαλώσει κι αυτός σαν παιδί της πόλης, για την ακρίβεια της πιάτσας, από μικρός στο σούρδου και την αλητεία, κι έτσι ακόμη κι όταν η μάνα του τον ανέβαζε τα καλοκαίρια στο χωριό, εξακολουθούσε να κάνει τις ίδιες διαολιές αλλά του έλειπε ο ανοιχτός ορίζοντας και η ποικιλία των ανθρώπων της πόλης. Κι έτσι δεν το αγάπησε ποτέ, ούτε σπίτι είχαμε εκεί, όπως τόσοι στην ηλικία μας ούτε θύμησες. Περνούσαμε βιαστικά σαν επισκέπτες, συνήθως μετά από κυριακάτικες εκδρομές στην εξοχή που κατέληγαν σε κάποια ταβέρνα (παστιτσάδο με χοντρό μακαρόνι, ψητό της κατσαρόλας, μπριζόλες, πατάτες τηγανητές, αυτά ήταν τα κυριακάτικα πιάτα της εποχής), διασχίζαμε σαν σίφουνες το στενό κεντρικό δρόμο για να καταλήξουμε στο μαγαζί της θειας του πατέρα επί του κεντρικού δρόμου.

Λίγο μαρκαντικό, λίγο ταβέρνα είχε πάτωμα ασπρόμαυρο, ράφια με λιγοστά προϊόντα, ένα ξύλινο τραπέζι, ένα πάγκο. Στο μαυρόασπρο πάτωμα ήταν σακιά με ρύζι, φασόλια και φακές. Έβαζα στο χέρι μου την χάλκινη σέσουλα κι ανακάτευα το περιεχόμενο. Μπακαλιάροι και ρέγγες κρέμονταν από ψηλά, εφημερίδες για το τύλιγμα κι ο άντρας της θειας με το ωραίο του μουστάκι και τον κούκο του μόνιμα στον πάγκο να κατεβάζει το καρτούτσο που είχε μπροστά του, οικοδεσπότης για όποιον άλλον έμπαινε στο μαγαζί για να πιει και ν’ αλλάξει δυο κουβέντες.

Στο δρόμο μέχρι να φτάσουμε είχε πέσει σύρμα από όλο το χωριό, που καθισμένο στα πλατύσκαλά του πάνω στο δρόμο λειτουργούσαν ως τηλεγραφητές. Σε αρκετά σπίτια ήταν παιδιά με εμφανή σημάδια κάποιου προβλήματος. Τα χαιρετούσαμε κουνώντας ζωηρά τα χέρια μας και το ανταπέδιδανˑ παρόλη τη μικρή μας ηλικία ο θείος Νέστορας, ο αδερφός του πατέρα, μας είχε εξηγήσει τα γενετικά προβλήματα που μπορεί να δημιουργήσει η ενδογαμία. Το χωριό ήταν ορεινό και για χρόνια κλειστό πολύ, προσπαθούσαν ίσως να κρατήσουν τους μικρούς αγροτικούς κλήρους και τις μεγάλες περιουσίες ενωμένες. Αυτά βέβαια τα ανακαλύψαμε με τον αδελφό μου πια μεγάλοι, όταν η κοινωνική μας εμπειρία είχε αυξηθεί.

Το αρχαίο όμως μαγαζί της θειας ήταν τον βασίλειο ενός πολύ μοντέρνου πράγματος που η αυστηρή διαπαιδαγώγησή μας δεν μας άφηνε να το χαρούμε στην πόλη : οι γκοφρέτες σοκολάτας είχαν κατακλύσει τα περίπτερα αλλά μας απαγόρευαν να τις γευτούμε. Μόνο όταν ανεβαίναμε στο χωριό η θεια, με το που μας καλωσόριζε, μας έβαζε στην αγκαλιά όσες χωρούσαν στα χέρια της εκείνη τη στιγμή.

Για αυτή την πράξη γενναιοδωρίας, τόσο αταίριαστη με τους γενικά αντίθετους στις ηδονές λοιπούς ενήλικες, τη συμπαθούσαμε πολύ. Της συγχωρούσαμε που δεν είχε τηλεόραση στο μαγαζί (κι έτσι αναγκαζόμαστε να παρατηρούμε). Της συγχωρούσαμε που όταν μας έκανε το τραπέζι, συνήθως με μπακαλιάρο με πράσες και πιπέρι καούρικο, φαγητό ούτως ή άλλως τελείως ασύμβατο με τους γευστικούς κάλυκες της παιδικής ηλικίας, αλλά αγαπημένο φαγητό του άντρα της και του πατέρα μας, κατάφερνε να ξαρμυρίζει το μπακαλιάρο τόσο πολύ για χάρη του υπερτασικού συζύγου της, που πραγματικά, ήταν ότι πιο άνοστο είχες φάει στη ζωή σου.

Οι γκοφρέτες της όμως μας αποζημίωναν και με το παραπάνω. Και κυρίως αυτή η αίσθηση αφθονίας που μας χάριζε με αυτήν την ανιδιοτελή κίνηση.

Το μαγαζί της σήμερα θα έπρεπε να ήταν μουσείο. Δεν είχαν παιδιά και μοιραία κι αυτό ακολούθησε τη μοίρα τους. Περνάω ακόμη από εκεί με το αυτοκίνητο και βλέπω την κλειστή μόνιμα πια πόρτα του, το χρώμα στις σανίδες της έχει ξεφτίσει.

Χαιρετάω μετά το Σταμάτη, το μυαλό του έχει σταματήσει στην ηλικία που τρώγαμε τις γκοφρέτες. Με χαιρετάει κι αυτός ζωηρά. Τα μαλλιά του έχουν ασπρίσει, το ίδιο και τα δικά μου, είναι ίσως η μόνη ένδειξη πόσος χρόνος έχει περάσει από τότε.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/685089501860568/…

——————————————————————————————————————————————–

39936552_683954145307437_1719173961461268480_n

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΕ

23/8/2018

Στον πόντε είχα να ανεβώ από την εφηβεία μου. Εκείνο το καλοκαίρι το περάσαμε εκεί, μια παρέα. Όλοι κάτι περιμέναμε καθώς από το Σεπτέμβρη φεύγαμε για σπουδές. Εκείνο λοιπόν το καλοκαίρι, καλοκαίρι προσμονής και μέλλοντος διάπλατου, δεν υπήρχαν μεγάλα δράματα. Μια γροθιά η παρέα ζούσε την κάθε μέρα περιμένοντας το πολλά υποσχόμενο φθινόπωρο. Ακόμη κι οι έρωτες εκείνο το καλοκαίρι της αναμονής ήταν λίγο μελάτοι, εν αναμονή του συγκλονιστικού. Κι έτσι δεν με πείραξε ούτε όταν κατάλαβα ότι ο Μίλτος γλυκοκοίταζε την Έλενα ενώ βγαίναμε μαζί. Εκείνο το καλοκαίρι της μεγάλης αναμονής μπορούσα να κατανοήσω πολλά για την ανθρώπινη φύση.

Χρόνια λοιπόν μετά, με σύννεφα φθινοπωρινά, γύρισα εδώ. Περπατάω αργά πάνω στον ξύλινο πόντε κι ετοιμάζομαι να πέσω στη θάλασσα. Είναι Κυριακή και δεν έχει πολύ κόσμο. Κάποιοι έχουν πάει οικογενειακώς μακρινά μπάνια.
Κάποιοι άλλοι φοβήθηκαν τον καιρό.
Μια παρέα πιτσιρίκια εξασκούνται στις βουτιές.

Μπαίνω στα μαύρα νερά. Εδώ, πριν από χρόνια πολλά, ο καρχαρίας έφαγε ένα κορίτσι που περίμενε κι αυτό με προσμονή το μέλλον. Η θύμησή της δεν με εμποδίζει να ξανοιχτώ.
Από μακριά, εκτός από την κάτοψη του τοπίου, αντιμετωπίζεις τα γεγονότα με περισσότερη ψυχραιμία.

Ήταν δύσκολος ο Αύγουστος για πολλούς. Στο καφενείο της πλαζ, στο διπλανό μας τραπεζάκι, ένας ηλικιωμένος Αμερικάνος κλαίει για τον χαμένο του εραστή. Τον άφησε για έναν εικοσάχρονο ντόπιο, με τον οποίο αναχώρησαν για τη Μύκονο. Ο γηραιός και ευαίσθητος παρατημένος έχει χάσει ήδη δύο πτήσεις για την Αμερική περιμένοντας. Έχω την εντύπωση ότι θα βγάλει το χειμώνα ανάμεσά μας.

Πάνω στον πόντε κοιτάζει τα πέλαγα ο ζωγράφος Μάτης. Ο ζωγράφος έχει να πιάσει πινέλο στα χέρια του πάνω από δεκαπέντε μέρες, τον παράτησε η φετινή του μούσα παίρνοντας μαζί της τα τελευταία του μετρητά. Ο Μάτης έχει μέρες να φάει. Στο τέλος, μόλις τον πάρουν χαμπάρι οι γειτόνισσες θα τον ταΐσουν εκ περιτροπής. Μέχρι τότε ο ζωγράφος θα ατενίζει τη θάλασσα προσπαθώντας να πάρει απαντήσεις.

Στην ξαπλώστρα η Ντίνα αναρωτιέται για τον γάμο της. Είναι η πρώτη βδομάδα που μένει μόνη της στο σπίτι, μόνη από τότε που αποφάσισε ξυπνώντας ένα πρωί, ότι δεν την συνδέει τίποτε με τον άντρα με τον οποίο έχει ζήσει τα τελευταία τριάντα χρόνια. Ο Νίκος έφυγε από το σπίτι αλλά η Ντίνα εξακολουθεί να είναι στενοχωρημένη και ανήσυχη.

Βουτάω το κεφάλι στο νερό.
Βρίσκομαι μπροστά σε μια σπάνια στιγμή του βίου μου : ενώ όλοι οι ήρωες μου κάτι περιμένουν από το μέλλον κάνοντας τον απολογισμό του καλοκαιριού, εγώ αυτήν ακριβώς τη στιγμή, βουτώντας από τον πόντε, δεν περιμένω τίποτε.

Και αναγνωρίζω, σε μια σπάνια στιγμή νηφαλιότητας, ότι αυτό είναι μια στιγμή ευτυχίας.ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΕ

Στον πόντε είχα να ανεβώ από την εφηβεία μου. Εκείνο το καλοκαίρι το περάσαμε εκεί, μια παρέα. Όλοι κάτι περιμέναμε καθώς από το Σεπτέμβρη φεύγαμε για σπουδές. Εκείνο λοιπόν το καλοκαίρι, καλοκαίρι προσμονής και μέλλοντος διάπλατου, δεν υπήρχαν μεγάλα δράματα. Μια γροθιά η παρέα ζούσε την κάθε μέρα περιμένοντας το πολλά υποσχόμενο φθινόπωρο. Ακόμη κι οι έρωτες εκείνο το καλοκαίρι της αναμονής ήταν λίγο μελάτοι, εν αναμονή του συγκλονιστικού. Κι έτσι δεν με πείραξε ούτε όταν κατάλαβα ότι ο Μίλτος γλυκοκοίταζε την Έλενα ενώ βγαίναμε μαζί. Εκείνο το καλοκαίρι της μεγάλης αναμονής μπορούσα να κατανοήσω πολλά για την ανθρώπινη φύση.

Χρόνια λοιπόν μετά, με σύννεφα φθινοπωρινά, γύρισα εδώ. Περπατάω αργά πάνω στον ξύλινο πόντε κι ετοιμάζομαι να πέσω στη θάλασσα. Είναι Κυριακή και δεν έχει πολύ κόσμο. Κάποιοι έχουν πάει οικογενειακώς μακρινά μπάνια.
Κάποιοι άλλοι φοβήθηκαν τον καιρό.
Μια παρέα πιτσιρίκια εξασκούνται στις βουτιές.

Μπαίνω στα μαύρα νερά. Εδώ, πριν από χρόνια πολλά, ο καρχαρίας έφαγε ένα κορίτσι που περίμενε κι αυτό με προσμονή το μέλλον. Η θύμησή της δεν με εμποδίζει να ξανοιχτώ.
Από μακριά, εκτός από την κάτοψη του τοπίου, αντιμετωπίζεις τα γεγονότα με περισσότερη ψυχραιμία.

Ήταν δύσκολος ο Αύγουστος για πολλούς. Στο καφενείο της πλαζ, στο διπλανό μας τραπεζάκι, ένας ηλικιωμένος Αμερικάνος κλαίει για τον χαμένο του εραστή. Τον άφησε για έναν εικοσάχρονο ντόπιο, με τον οποίο αναχώρησαν για τη Μύκονο. Ο γηραιός και ευαίσθητος παρατημένος έχει χάσει ήδη δύο πτήσεις για την Αμερική περιμένοντας. Έχω την εντύπωση ότι θα βγάλει το χειμώνα ανάμεσά μας.

Πάνω στον πόντε κοιτάζει τα πέλαγα ο ζωγράφος Μάτης. Ο ζωγράφος έχει να πιάσει πινέλο στα χέρια του πάνω από δεκαπέντε μέρες, τον παράτησε η φετινή του μούσα παίρνοντας μαζί της τα τελευταία του μετρητά. Ο Μάτης έχει μέρες να φάει. Στο τέλος, μόλις τον πάρουν χαμπάρι οι γειτόνισσες θα τον ταΐσουν εκ περιτροπής. Μέχρι τότε ο ζωγράφος θα ατενίζει τη θάλασσα προσπαθώντας να πάρει απαντήσεις.

Στην ξαπλώστρα η Ντίνα αναρωτιέται για τον γάμο της. Είναι η πρώτη βδομάδα που μένει μόνη της στο σπίτι, μόνη από τότε που αποφάσισε ξυπνώντας ένα πρωί, ότι δεν την συνδέει τίποτε με τον άντρα με τον οποίο έχει ζήσει τα τελευταία τριάντα χρόνια. Ο Νίκος έφυγε από το σπίτι αλλά η Ντίνα εξακολουθεί να είναι στενοχωρημένη και ανήσυχη.

Βουτάω το κεφάλι στο νερό.
Βρίσκομαι μπροστά σε μια σπάνια στιγμή του βίου μου : ενώ όλοι οι ήρωες μου κάτι περιμένουν από το μέλλον κάνοντας τον απολογισμό του καλοκαιριού, εγώ αυτήν ακριβώς τη στιγμή, βουτώντας από τον πόντε, δεν περιμένω τίποτε.

Και αναγνωρίζω, σε μια σπάνια στιγμή νηφαλιότητας, ότι αυτό είναι μια στιγμή ευτυχίας.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/683954138640771/…

—————————————————————————————————————————————-

39750230_681451835557668_2849994711119167488_o

ΘΕΛΕΙΣ;

21/8/2018

Θέλεις να γίνουμε φίλοι; Θέλεις να παίξουμε; Θέλεις να πάμε για μπάνιο; Θέλεις να φάμε σουβλάκια; Θέλεις να πάμε σπίτι μου; Η γιαγιά μου έχει παγωμένο καρπούζι.

Δεν ξέρω τι είναι η έλξη, ο έρωτας, η αγάπη. Ξέρω ότι όλα συμβαίνουν από νωρίς. Από πολύ νωρίς. Δεν ξέρω γιατί κάποιοι έχουν πλεόνασμα. Γιατί δίνουν και γιατί ζητάνε. Αχόρταγα. Δεν ξέρω γιατί αγαπάς έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, που σε τραβάει όπως η φλόγα τη νυχτοπεταλούδα.

Κι έτσι τον αγάπησε από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Και τον αποζητούσε αχόρταγα.
Θέλεις να γίνουμε φίλοι; Θέλεις να παίξουμε; Θέλεις να πάμε για μπάνιο; Θέλεις να φάμε σουβλάκια; Θέλεις να πάμε σπίτι μου; Η γιαγιά μου έχει παγωμένο καρπούζι.

Ευχαριστημένη και μόνο από την παρουσία του, κι ας ήταν ώρες βουβή. Κι ας μην την αποζητούσε ποτέ αυτός. Χορτασμένη με κείνο το μαζί. Κι ας ένιωθε ότι δεν ήταν πάντα εκεί, μαζί της, αλλά ποιος ξέρει που.

Θέλεις να είμαστε μαζί όταν μεγαλώσουμε; Θέλεις;

Κι εκείνη η δίψα για τον άλλον τη βασάνιζε τα βράδια βλέποντας όνειρα που τότε δεν μπορούσε να εξηγήσει, όνειρα που είχαν λίμνες και πουλιά και λουλούδια και γκρεμούς και είχαν τα μάτια του κι αυτό της έφτανε. Κι ας ξυπνούσε τρομαγμένη και κουρασμένη μαζί.

Ώσπου ένα βράδυ μόνο ένας περαστικός οδοκαθαριστής θυμάται ένα μικρό κορίτσι με ριγέ πιτζάμες να περπατάει ξυπόλητο στην άδεια πόλη. Να πέφτει στις πλάκες καταμεσής της πλατείας, κι εκεί να γράφει με μαρκαδόρο μια καρδιά και δυο ονόματα : θέλεις για πάντα;

Πριν καταλάβει τι συμβαίνει, το κορίτσι το ίδιο αθόρυβα και προφανώς υπνοβατώντας γύρισε στην ασφάλεια του κρεβατιού του κι ο οδοκαθαριστής συνέχισε τη δουλειά του αποδίδοντας το όραμα στην κούραση και στο αλκοόλ.
Κι έτσι πέρασαν χρόνια πολλά. Και ο καθένας πήρε την πορεία του. Όχι μαζί βέβαια. Αναζητώντας ο καθένας αυτό που του έλειπε. Ίσως γιατί αυτό που είχαν βρει ο ένας στον άλλον ήταν πολύ νωρίς για να το βρουν· πολύ καλό για να το κρατήσουν.

Μόνο όταν επιστρέφουν στην πόλη τους και περνάνε τυχαία από τη μέση της πλατείας, αυτή την κρατάει από το χέρι ο άντρας της (είναι έγκυος και φοβάται μη γλιστρήσει). Αυτός διηγείται στην πρόσφατη κατάκτηση τα παιδικά του κατορθώματα. Σκύβουν ασυναίσθητα εκεί στην κεντρική πλάκα. Εκεί που ένα βράδυ ένα κορίτσι με ριγέ πιτζάμες έγραψε δυο ονόματα σε μια καρδιά. Ακόμη διακρίνονται ξαχνισμένα από τον καιρό. Και θυμούνται. Και κλαίνε από μέσα τους, ένα κλάμα σιγανό και κοφτό, ένα κλάμα αναγνώρισης και απώλειας.

Θέλεις;

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/681451828891002/…

——————————————————————————————————————————————

39167205_673152633054255_2470497357964247040_n

ΤΟ ΓΕΥΜΑ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ*

15/8/2018

(Δεν αλλάζω ούτε μια λέξη. Το αφιερώνω ξανά σε όλους τους, σε όλους μας)

Το θερμόμετρο δεν λέει να πέσει. Στην επικράτεια του κυβερνοχώρου ατελείωτες διακοπές, παραλίες, θάλασσες, μπιτσόμπαρα, μαυρισμένες σέλφις στις βραδινές βόλτες κρατώντας ποτά ή έρωτες ή και τα δύο, παρέες και διαδηλώσεις ευτυχίας.

Κανείς δε σκέφτεται ότι ετούτες οι αργίες του καλοκαιριού είναι πιο βάρβαρες κάτω από το σκληρό φως κι ότι η ζωή δεν είναι μόνο ανέμελα νιάτα στις παραλίες.

Η ζωή είναι εγκλωβισμένη σε φτωχικά σπίτια στην παλιά πόλη, σε κουζίνες με φθαρμένα μωσαϊκά και πλακάκια δεκαετίας εβδομήντα.

Σε δυάρια στον Κορυδαλλό και στο Περιστέρι. Σε αυτούς που δεν έχουν σπίτια στο χωριό να ξεκαλοκαιριάσουν κι έτσι η θάλασσα παραμένει υποψία.

Σε γέρους μόνους που σέρνονται μεταξύ τρίτου ορόφου χωρίς ασανσέρ και του παντοπωλείου της γειτονιάς (ένα γιαούρτι, ένα πακέτο φρυγανιές).

Σε μια ηλικιωμένη πάλαι ποτέ καλλονή σε ένα τριάρι στο Παγκράτι με κινητικά προβλήματα (γιατί δεν χτυπάει ποτέ πια το τηλέφωνο;).

Σε ένα αγόρι από τη Σομαλία που σέρνει ένα τενεκεδάκι έξω από ένα συνεργείο στην Αχαρνών (και παραπέρα πάνω – κάτω η Πατησίων άδεια).

Στο Μίμη που παίζει όλη μέρα μόνος του παιγνίδια στον υπολογιστή στο Κάτω Χαλάνδρι (οι γονείς του χώρισαν, η μαμά του φέτος δουλεύει τον Αύγουστο κι ο μπαμπάς του πήγε διακοπές χωρίς αυτόν).

Σε πνιγηρές, επιλεγμένες μοναξιές.
Σε φτωχόπαιδα που πίνουν μια μπύρα μετά τη δουλειά σε ένα λαϊκό μαγαζί (τι σνομπ που είσαι, γι’ αυτούς είναι απλώς το στέκι τους) και σκέφτονται όλα αυτά που δεν θα μπορέσουν ν’ αποκτήσουν.

Στις νύχτες που δεν μπορείς να κοιμηθείς από τη ζέστη και σκέφτεσαι.
Στις γριές που κλαίνε μόνες τους από καθαρή μοναξιά. Στις γριές που αν τους πεις μια καλημέρα χαμογελάνε και ανθίζουνε και μεταμορφώνονται και γίνονται πάλι εκείνα τα εικοσάχρονα πλάσματα που βλέπεις στη φωτογραφία του γάμου τους την ακουμπισμένη πάνω στην κομόντα.

*(Έκλεψα τον τίτλο –και τη φωτογραφία – από την ταινία του Gianni Di Gregorio «Il pranzo di ferragosto» κι αν δεν την έχετε δει να τη δείτε!)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/673152629720922/…

————————————————————————————————————————————–

39047759_672033649832820_3995652614279659520_n

ΚΤΕΛ

13/8/2018

Είχα φάει – ως συνήθως – όλα τα λεφτά του μήνα κι όταν ήρθε η ώρα να γυρίσω, αφού είχα σεργιανίσει λιγάκι από την πλευρά της άλλης θάλασσας, πήρα με περισσή γκρίνια το ΚΤΕΛ.

Οι γονείς μου δεν μου στερούσαν τίποτε αλλά στο θέμα της μετακίνησης ήταν αμετάπειστοι : εφόσον θέλεις να έρχεσαι με το αεροπλάνο μαζεύεις τα χρήματα από αυτά που σου στέλνουμε κι έρχεσαι (σημειωτέον δεν ήταν λίγα).

Ποτέ δεν τα κατάφερνα και τελικά κατηφόριζα προς την πιο γκρίζα από τις γκρίζες γειτονιές της Αθήνας για να κάνω κατά προτίμηση ένα νυχτερινό ταξίδι που με εξαντλούσε, επίτηδες, για να ξορκίζω το κακό.

Βαριόμουν φοβερά, η καρέκλα με καταπίεζε, το λεωφορείο μου βρωμούσε, ο οδηγός έβαζε συνήθως βαριά λαϊκά που μετά την όγδοη επανάληψη μου έκαναν τα νεύρα τσατάλια, οι τουαλέτες καθ’ οδόν ήταν άθλιες, το φαγητό λιπαρό, το τοπίο της διαδρομής το έβρισκα το πιο βαρετό στην επικράτεια, άσε που το είχα μάθει απ’ έξω και συνήθως η τύχη το ‘φερνε και καθόμουν δίπλα σε κάποιον συμπαθητικό παππού ή γιαγιά που το είχαν παρακάνει όμως με το σκόρδο.

Εκείνη τη βραδιά δίπλα μου κάθισε ένα συμπαθητικό ήσυχο πλάσμα πάνω – κάτω στην ηλικία μου, με τα χλωμά εκείνα ξανθά χρώματα που είναι σαν να μην έχει δει ποτέ ο ήλιος.

Δε θυμάμαι το όνομά της. Ζούσε στο Περιστέρι ή στα Λιόσια ή κάπου που εγώ δεν είχα πατήσει το πόδι μου ποτέ. Δούλευε εργάτρια (εκεί τσιμπήθηκα στ’ αλήθεια, αυτό δεν το είχα ξαναδεί), ναι εργάτρια σε ένα εργοστάσιο στο Πέραμα.
Ξυπνούσε για να πάει στη δουλειά στις έξι, ναι στις έξι, το πρωί (εκεί ευχαρίστησα ότι μπορούσα να ευχαριστήσω : γονείς, θεό –αν υπάρχει- την καλή μου μοίρα, τη θεά τύχη) και γυρνούσε μια απροσδιόριστη απογευματινή ώρα αλλάζοντας δύο – τρεις συγκοινωνίες.
Είχε όνειρο να δουλέψει σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο.
Εγώ είχα όνειρο να ταξιδέψω σε όλο τον κόσμο ή να αλλάξω τον κόσμο. Ή κάτι τέτοιο.
Δεν της το είπα.

Υπήρχε ένα χωριό στη νότια Κέρκυρα δίπλα στη θάλασσα και μια γιαγιά. Ήταν ήδη εκεί τα μικρότερα αδέλφια της και πήγαινε κι αυτή να τους βρει, είχε μόλις πάρει την άδειά της, θα έκανε επιτέλους μπάνια.

Εκείνη τη στιγμή ευχαρίστησα τη μικρή πατρίδα γι’ αυτό που προσέφερε απλόχερα κι ακόμη ανέξοδα σε όλους μας, σε εκείνο το μικρό κορίτσι από τα Λιόσια που ξυπνούσε χαράματα για να δουλέψει βάρδια σ’ ένα εργοστάσιο κι ονειρευόταν να δουλέψει σ’ ένα γραφείο, σ’ εμένα που σπούδαζα κι ονειρευόμουν να γυρίσω τον κόσμο, να μοιραζόμαστε την ίδια θάλασσα, να παίρνουμε την ίδια χαρά.

Και που να ξέραμε, τόσα χρόνια μετά, πόσο τυχερή θα λογαριαζόταν σήμερα να έχει μια δουλειά σ’ ένα εργοστάσιο και να μπορεί να κολυμπάει στην ανοιχτή θάλασσα.

Μοιραστήκαμε τα σάντουιτς που είχαμε μαζί μας και κάποτε φτάσαμε.

Δε θυμάμαι το όνομά της. Εγώ δεν άλλαξα τον κόσμο, ταξίδεψα πάντως αρκετά.

Αυτή ελπίζω να βρήκε δουλειά στο ταξιδιωτικό γραφείο και να φέρνει τα παιδιά της να κολυμπάνε στον Άη – Γιώργη.

Εγώ δεν ξαναγκρίνιαξα για το ΚΤΕΛ

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/672033646499487/…

——————————————————————————————————————————————

 38856453_669811266721725_7717431811386638336_n

Ο ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ

12/8/2018

Περνάω διαβάζοντας βιαστικά τα φολιέτα, συνήθεια παιδική από τότε που κατάλαβα τι σήμαιναν αυτά τα τοιχοκολλήματα με το μαύρο πλαίσιο. Η νόνα μου σταματούσε απότομα κι αναφωνούσε : 
-Πάει κι η κυρά Μπία! Ή : μας την έκανε ο Ντάντας.
Κι έτσι, σταματούσα κι εγώ και συλλάβιζα τα ονόματα του θανάτου, παρατσούκλια, ηλικίες, τεθλιμμένους συγγενείς. Συλλάβιζα τα ονόματα που είχε πάρει ο θάνατος κι από μέσα μου έλεγα :
-Εσύ είσαι ακόμη εδώ και διαβάζεις,
εσύ ακόμη δεν είσαι πάνω στο χαρτί.
Κι έτσι τα τοιχοκολλήματα έγιναν για μένα το βαρόμετρο της πόλης μου, στατιστική αδυσώπητη, μιλούσαν για τους νέους που έφευγαν από την αρρώστια που δεν λέγαμε το όνομά της ή από τροχαία
(αυτά τα τοιχοκοκολλήματα συνοδεύονταν από μικρά, νεόδμητα εκκλησάκια στις στροφές των δρόμων που είχε λάβει χώρα το μοιραίο, μια διαρκής υπενθύμιση του κράτους του θανάτου),
μιλούσαν για ομάδες γερόντων που έφευγαν ξαφνικά στους μεγάλους καύσωνες (κοίτα τον Πιπίτση, άγγιξε τον αιώνα! – ζήλεια μαζί και θαυμασμός), μιλούσαν για οικογενειακές ιστορίες, για τσακωμούς για την κληρονομιά πάνω από την κάσα, για το ποιος είχε τα πρωτεία στο θρήνο (οι νόμιμοι ή οι παράνομοι δεσμοί τούτου του κόσμου), για το αν γράφτηκαν πρώτα τα παιδιά από τον πρώτο γάμο ή από το δεύτερο, για το πόσο μόνοι έζησαν κάποιοι και αν αξιώθηκαν καλή ζωή ή αν έμειναν και στα αζήτητα στο θάνατο, σαν εκείνες τις δυο σωρούς που δεν αναζήτησε ΚΑΝΕΙΣ μετά την καταστροφή.
Κι έτσι, ακόμη χαρούμενη που στέκομαι και διαβάζω και δεν βρίσκομαι στην αντιπέρα όχθη του χαρτιού, βγαίνω τη νύχτα και με το μαρκαδοράκι στο χέρι διορθώνω τις αδικίες.
Ιδίως κάτω από τα ονόματα που δεν έχουν κανέναν τεθλιμμένο. Κι έτσι γράφω : αυτή που τον αγάπησε βαθιά όταν ήταν παιδιά, η Μαρίκα. Ο μοναδικός σύντροφος της ζωής της, ο Αζώρ. Η φίλη που την φρόντιζε κάθε μέρα, Λένη κ.ο.κ. Θαρρώ που φοράω χιτώνα και κραδαίνω φτερό παίζοντας τη Μνημοσύνη. Αλλά φοράω απλά τζιν και αθλητικά και κρύβω στην τσέπη το μαρκαδόρο.
Νομίζω ότι θα συνεχίσω να το κάνω για πολύ. Την επόμενη ημέρα στέκομαι και κοιτάζω τους αναγνώστες να συλλαβίζουν τα νυχτερινά μου κατορθώματα και να κουνάνε το κεφάλι τους με κατανόηση.
Αυτός που φεύγει έφυγε κι αυτοί που μένουν συνεχίζουν αλλά για μένα ο μαρκαδόρος είναι μια μικρή συμβολή στην αποτύπωση της μικρής ιστορίας της πόλης μου.
Και ίσως στην αποκατάσταση της αδικίας.

(Η φωτογραφία είναι του Άγγελου Παππά)

—————————————————————————————————————————————

 38875442_668804133489105_9048649666287108096_n

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ

11/8/2018

{Για τις απώλειες και για τη θεραπεία τους. Γραμμένο το καλοκαίρι του 2016}

(Άμμος ονομάζεται γενικά κάθε συσσώρευμα μικρών κόκκων πετρωμάτων ή ορυκτών, οι οποίοι παραμένουν ασύνδετοι μεταξύ τους. Για να θεωρηθεί όμως ως άμμος ένα συσσώρευμα, θα πρέπει οι κόκκοι από τους οποίους αποτελείται να έχουν διάμετρο μικρότερη των 6 χιλιοστών.)
Είναι το τρίτο πρωινό που περπατάω στην ατέλειωτη παραλία. Την πρώτη μετρούσα. Πάντα όταν περπατούσα μετρούσα. Λογαριασμούς. Αυτοκίνητα. Λακούβες. Βήματα. Και την πρώτη μέρα στην παραλία βήματα μετρούσα, το μάντρα των αριθμών. Προσπαθούσα να αδειάσω το μυαλό μου. Και μετά έπιασα να γκουγλάρω την άμμο. Σκέψου να αρχίσω να μετράω τους κόκκους της άμμου, σκέφτηκα. Κι εκεί έβαλα τα γέλια και λύθηκαν τα μάγια, λύθηκα κι εγώ. Αυτό ήταν. Από το τρίτο πρωινό λοιπόν με το που πατούσα το πόδι μου στην άμμο το μυαλό μου άδειαζε τελείως, περπατούσα, πέλματα που βυθιζόταν στους κόκκους, τα μάτια μου στον ορίζοντα, είχα γίνει ολόκληρη μια κλεψύδρα. Στη συνέχεια, όταν βουτούσα στη θάλασσα ήταν μια καινούρια γέννηση κάθε φορά.
(Οι κόκκοι της άμμου προέρχονται ως επί το πλείστον από την αποσάθρωση των πετρωμάτων και μερικές φορές από την κατάθρυψή τους. Ανάλογα με το είδος των υλικών που περιέχονται σε μεγαλύτερη ποσότητα στην άμμο, λέγονται χαλαζιακές, γλαυκοφανιτικές, μαρμαρυγιακές, γρανιτοφόρες, αστριούχες και λιγνιτούχες. Όταν είναι χρωματισμένη κόκκινη από οξείδια του σιδήρου, λέγεται σιδηρική ή σιδηρούχος.)
Διάβαζες μετά το φαγητό το μεσημέρι επιστημονικά άρθρα στον καναπέ. Μου έκανες ερωτήσεις, κουίζ γνώσεων που νόμιζα ότι έδινα πάλι εξετάσεις στο Γυμνάσιο. Την έχω ξεχάσει τη Φυσική, σου έλεγα, τι με βασανίζεις. Δε με νοιάζει πόσα έτη φωτός μακριά είναι ο Αλτάιρ, όλα τα αστέρια μου φαίνονται ωραία, έλα να με φιλήσεις. Κάποια στιγμή μου πετούσες τα περιοδικά στο κεφάλι και με φιλούσες.
(Στην πράξη λογίζεται ως άμμος εκείνη της οποίας οι κόκκοι φθάνουν σε διάμετρο το 1 χιλιοστό. Εξ αυτού, ανάλογα του μεγέθους, η άμμος διακρίνεται σήμερα στις ακόλουθες κατηγορίες:
1. «Χοντρή άμμος» (με μέγεθος κόκκου άπό 0,50 μέχρι 1 χιλιοστό)
2. «Μέτρια λεπτή» ή «μέτρια χοντρή» (από 0,25 μέχρι 0,50 χιλιοστά)
3. «Λεπτή άμμος» ή «ψιλή άμμος» (από 0,10 ,μέχρι 0,25 χιλιοστά), (προσφιλής ονομασία πολλών ακτών) και
4. «Λεπτότατη άμμος» ή «πολύ ψιλή άμμος» (από 0,05 μέχρι 0,10 χιλιοστά). Από το όριο των 0,05 χιλ. και κάτω το συσσώρευμα χαρακτηρίζεται ως μόρια λάσπης (ιλύος).)
Εκείνο το καλοκαίρι περάσαμε όλες σχεδόν τις διακοπές στην Ψιλή Άμμο. Είχαμε στήσει τη σκηνή μας στο τελευταίο αρμυρίκι. Τα βράδια ξαπλώναμε δίπλα – δίπλα και μου έδειχνες τον Αλτάιρ. Την ημέρα μου είχες αναλύσει τα πάντα για την άμμο, πώς δημιουργείται, σύσταση, χαρακτηριστικά. Εμένα με νανούριζε η φωνή σου και ψιλοβαριόμουνα, άσε που η άμμος ήταν όντως τόσο ψιλή, έμπαινε παντού και δεν έφευγε με τίποτε, στο τέλος ακόμη και το νερό που πίναμε από τα μπουκάλια είχε κόκκους άμμου. Δεν θα μπορούσες να ζήσεις στην έρημο, χασκογελούσες, το βράδυ που προσπαθούσα να ξεμπλέξω τα μαλλιά μου μπας και διώξω λίγους κόκκους από πάνω μου. Νομίζω ότι θα τη σέρνω μαζί μου όλο το χειμώνα, σου γκρίνιαξα.
Το Σεπτέμβρη που γυρίσαμε μπήκες στο νοσοκομείο. Μετά από λίγους μήνες η ζωή μας ήρθε πάνω – κάτω. Όταν μου λείπεις ασυναίσθητα πιάνω τα μαλλιά μου και νιώθω ακόμη ένα κόκκο άμμου να έχει ξεμείνει. Και φέτος ξαναήρθα στην παραλία μας. Και η άμμος με γιάτρεψε.

———————————————————————————————————————————–

38670949_666612310374954_5074957421655359488_n

ΜΟΝΟ ΤΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ

8/8/2018

Κάθε Αύγουστο η ίδια ιστορία. Προσδοκίες διακοπών, ξεκούρασης, έρωτα. Προσδοκίες ηρεμίας και ισορροπίας. Αλλά τι μπορεί να σου δώσει ένας μήνας όταν η κάθε μέρα είναι αλλιώς; Όταν όλη σου η ζωή κρύβεται πίσω από το μέλλον που θα είναι καλύτερο; Όταν αποσύρεται κουρασμένη και οι προσδοκίες μετατίθενται για παραπέρα; Όταν φεύγει και ο Αύγουστος λερός και ταλαιπωρημένος;
Θα ακούω μόνο τα τζιτζίκια φέτος τον Αύγουστο. Αυτή είναι η μόνη προσδοκία μου. Ούτε μεγάλα όνειρα, ούτε μεγάλες αυταπάτες.

Διατρέχω ακόμη τους δρόμους της πόλης. Ιδρώνω πολύ. Χτες, στο καφενείο του Θωμά, ο κυρ – Αλέκος πέθανε επί τόπου, πίνοντας το ούζο του. Μέσα στο καφενείο. Με ένα λιγάθινο αιρ-κοντίσιον.

Το βραδάκι στο παλιό περίπτερο του Σταμάτη, μήνες κλειστό, έχουν βάλει ένα πλαστικό τραπέζι και καρέκλες. Μαζεύονται οι σωφεραίοι μετά τη βάρδια και πίνουν μπίρες.

Η Λένη ανοίγει κάθε απόγευμα την εξώπορτά της για να δροσιστεί. Σε μια ηθελημένη παράκαμψη ρίχνω κλεφτές ματιές στο σπίτι της : πλαστικό τραπεζομάντηλο, σεμέν πάνω στην τηλεόραση και κάτι γύψινα μπιμπελό, όλα βγαλμένα από πολύ παλιές δεκαετίες, όλα πολύ καθαρά, κι η Λένη με χαιρετάει τινάζοντας μια βεντάλια από τα κινέζικα στον αέρα, ίδια Σεβιλιάνα ματρόνα.

Είναι ωραίο να μην επιθυμείς κάτι πέρα από αυτό που έχεις. Είναι ωραίο να πεθαίνεις ένα πρωινό, ανύποπτα, μέσα στο καφενείο του Θωμά, μέσα στη θαλπωρή της ρουτίνας σου. Είναι ωραίο να πίνεις μπίρες μετά τη δουλειά στο κλειστό περίπτερο του Σταμάτη και να μη σε νοιάζει αν είναι Αύγουστος ή Οκτώβρης.
Είναι ωραίο να είσαι η Λένη και να δροσίζεσαι ανάμεσα στα μπιμπελό σου.
Είναι ωραίο να μη σε νοιάζει το παραπέρα, το κάτι άλλο, το κάτι καλύτερο, η προσδοκία μιας ζωής άλλης ενώ χάνεις τη ζωή που ζεις.

Είναι ωραίο να είναι Αύγουστος και να χαίρεσαι ακούγοντας μόνο τα τζιτζίκια. Και να μην θέλεις τίποτε άλλο.

(Η φωτογραφία είναι του Άγγελου Παππά)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/666612307041621/…

——————————————————————————————————————————————–

38612198_665461570490028_1273426218074505216_n

ΤΟΠΟΙ ΤΗΣ ΝΑΥΣΙΚΑΣ

7/8/2018

Αιθρία μοναδική. Διαύγεια. Στον ορίζοντα διακρίνεται το επόμενο νησί, και το επόμενο, και το επόμενο. Ο χάρτης ξεδιπλώνεται στα μάτια μας. Το νερό μας υποδέχεται• φέγγει στο φως ασημένιο καθώς κατεβαίνουμε τη λακκιά. Προσμονή της θάλασσας, αναζήτηση της κάθαρσης. Έχουμε μεταφερθεί στο χρόνο, η απουσία του κόσμου, της βουής, των δηλωτικών της εποχής μας. Ή μήπως είναι τούτος ο τόπος άχρονος, μια ουτοπία που έρχεται από εκείνα τα χρόνια που δεν μπορούμε να αριθμήσουμε;

Κι έτσι ξεβραστήκαμε στον τόπο της Ναυσικάς. Όλη η ακτογραμμή του ουτοπικού νησιού δική της. Αν κλείσεις τα μάτια, μέσα από τον παφλασμό των κυμάτων ακούς το δικό της γέλιο να ανεβαίνει στον ανέφελο αιθέρα. Ακολουθούν οι συλλαβές των κοριτσιών – συνοδών της, κραυγούλες χαράς και στεναγμοί ελευθερίας.

Η Ναυσικά είναι μια βασιλοπούλα που δεν ζει κλεισμένη στο ανάκτορο, δεν φυλακίζεται στην κάμαρα και στο πρωτόκολλο. Η Ναυσικά διαφεντεύει τούτη την ουτοπία. Περπατάει ελεύθερη ανάμεσα στην οργιώδη βλάστηση, στα αρχαία δέντρα, στις δάφνες του Απόλλωνα. Κατεβαίνει στην ακρογιαλιά. Ίσως περιμένει την εμφάνιση του ίδιου του Ποσειδώνα. Είναι έτοιμη για συναντήσεις. Αυτή τις ορίζει.

Έλα να περπατήσεις μαζί μου σε τούτη τη γη του μύθου. Στην δυτική πλευρά, σε μια μεριά με καθάρια βότσαλα γλυκό νερό τρέχει από το βράχο πάνω από τη θάλασσα. Εκεί, πήγαιναν τα κορίτσια του χωριού να πλύνουν μέχρι που στο χωριό μπήκε νερό τρεχούμενο κι αγοράστηκε το πρώτο πλυντήριο. Εκείνα τα κορίτσια, όταν απόσωναν τη μπουγάδα στο γλυκό νερό, αργά και τελετουργικά, βουτούσαν στο γιαλό και τραγουδούσαν, πιασμένες από το χέρι, το τραγούδι της Ναυσικάς. Οι άντρες του χωριού, χρόνια, έλεγαν πως τραγουδούσαν το τραγούδι του γάμου, ελπίζοντας η κάθε μια σε μια καλή τύχη στον υμέναιο. Αλλά το τραγούδι της βασιλοπούλας μιλούσε για ελευθερία. Τα κορίτσια του χωριού κραύγαζαν ελεύθερες στο γιαλό, ένα τραγούδι που οι άντρες δεν ήθελαν να καταλάβουν.

Η Ναυσικά με τις ακόλουθές της τελειώνουν τη μπουγάδα. Πιάνουν το τόπι. Η Ναυσικά είναι μια βασιλοπούλα που δεν κλείνεται σε καλούπια. Είναι μια ελεύθερη γυναίκα. Αυτός ο τόπος βγάζει τέτοια κορίτσια. Η Ναυσικά αντικρίζει τον γυμνό Οδυσσέα. Αυτή ορίζει. Αυτός ακολουθεί.

Ολόκληρο το νησί δικό της. Ο Όμηρος δε μας λέει τι συνέβη μετά. Εγώ ξέρω. Η Ναυσικά δεν χρειαζόταν κανέναν για να διαφεντέψει το μαγικό τόπο. Αφέντρα του εαυτού της, μεγαλωμένη στην αγκαλιά της ιόνιας θάλασσας, είναι η μυστική προστάτις του νησιού. Σήμερα, μέσα Οκτώβρη, σε μια απόμερη ακρογιαλιά νομίζω ότι άκουσα τη φωνή της. Και τη θυμήθηκα

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/665461563823362/…

————————————————————————————————————————————–

38701828_664504850585700_4269538946418999296_o

ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ

7/8/2018

Οι σκάλες στριφογυριστές και το χαλί φθαρμένο, πιασμένο με μαυρισμένες μπρούτζινες βέργες. Τα φώτα είναι χαμηλά, η ομίχλη μπαίνει από παντού. Οι ταπετσαρίες στους τοίχους μιλάνε για άλλες εποχές. Ησυχία, εκτός από τον ήχο του ρολογιού.

Στη ρεσεψιόν στέκεται σκυφτός με μαύρη γυαλιστερή φιλέτα ο υπάλληλος της νύχτας. Και την ημέρα εκεί τον βρίσκεις. Ο νάνος γκρουμ λαγοκοιμάται στον καναπέ της εισόδου.

Στο 109 η μαντάμ Ρεϊνά διαβάζει τα χαρτιά. Φοράει μια ρόμπα μπροκάρ και τουρμπάνι. Τα φρύδια της είναι δυο ζωγραφισμένα τόξα, το στόμα της φτιαγμένο με κοκκινάδι. Πέρασε, σου λέει με μια φωνή γλυκά παιδική. Πέρασε να σου ρίξω τα χαρτιά. Έχεις επάνω σου μια κουβέρτα. Έχεις ξυλιάσει από ένα κρύο σπηλαιώδες, νομίζεις ότι ακούς τα κόκκαλά σου να χτυπιούνται. Δεν τα ακούει άλλος κανείς. Τι παράξενο.

Στο 206 η ένοικος λείπει. Νοικιάζει τις νύχτες της μαζί με το κορμί της. Αναχωρεί κάθε βράδυ στις 11 ντυμένη με γούνες και τακούνια. Βαδίζει μέσα σε ένα αρωματισμένο σύννεφο. Είναι όμορφη; Δεν ξέρεις. Αυτός την επιθυμεί . Όλοι την επιθυμούν. Σφίγγεις πάνω σου πιο πολύ την κουβέρτα. Κρυώνεις πιο πολύ. Το πρωί εκείνη γυρνάει. Είναι μια γυναίκα γριά, κοντή, κρατάει τα παπούτσια της στο χέρι και χώνεται στη σπηλιά της. Θα βγει ξανά στις 11 το βράδυ. Κάθε βράδυ.

Στο 303 ο τοίχος είναι γεμάτος με τις φωτογραφίες της. Το στόμα της, τα μάτια της, μεγεθυμένα ή μικρά, ένα κολάζ του παράφορου έρωτα. Κι αυτός από κάτω κάθε μέρα κολλάει κι από μια φωτογραφία και κοιτάζει το αποτέλεσμα στο φως του κεριού. Είναι 11 χρόνια, 2 μήνες και 3 μέρες που τον έχει αφήσει.

Ο νυχτερινός υπάλληλος δεν με κοιτάει, δεν μου μιλάει. Σηκώνει το άχρωμο μούτρο του σε ένα νεύμα αρνητικό. Δεν έχετε μηνύματα, δεν έχετε γράμματα, δεν έχετε τηλέφωνα. Η Ρεϊνά μασάει μέντες και ρίχνει τα χαρτιά.
Βγαίνω ξυπόλητη στο δρόμο. Φοράω τις σατέν μου πυτζάμες και μια κουβέρτα. Κατηφορίζω προς το ποτάμι. Το άλλο πρωί με βρίσκουν να επιπλέω, την ίδια ώρα που γυρίζει η κοκότα του 206.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/664504843919034/…

—————————————————————————————————————————————

38404991_661072540928931_1169195195820933120_o

ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

3/8/2018

Ουδείς χειρότερος από το άτιμο γένος των πελατών, έλεγε μακρόθυμα ρουφώντας τον καφέ του ο μέντοράς μου στη δουλειά. Μακρόθυμα, γιατί έχοντας ακούσει ό,τι μπορούσε και δεν μπορούσε να φανταστεί άνθρωπος, έφευγαν αυτοί με το πορτοφόλι άδειο κι αυτός με την τσέπη γεμάτη (δεν είχε ποτέ πορτοφόλι, ήθελε να νιώθει τα χιλιάρικα ζεστά απευθείας μόλις έβαζε το χέρι στην τσέπη του παντελονιού του).

Εγώ κράτησα μόνο το γνωμικό για τους πελάτες και καθόλου την τέχνη να εισπράττω χιλιάρικα. Τις πιο δύσκολες ώρες του εργασιακού έτους (παραμονές Χριστουγέννων, Μεγάλη Πέμπτη, κοντά στο Δεκαπενταύγουστο) οι πελάτες των απανταχού δικηγόρων καταλαμβάνονται από μαζικό ντελίριο.

Το τηλέφωνό μου χτυπούσε επίμονα μια παραμονή Πρωτοχρονιάς από κάποιον ο οποίος αποφάσισε, αντί να ετοιμάζεται να φάει το γιορτινό χοιρινό με την οικογένεια, να σκαλίσει κάτι κληρονομικές διαφορές με τον αδερφό του – είχε να του μιλήσει χρόνια, αλλά εκείνη τη συγκεκριμένη παραμονή έπρεπε να πάει στο δικηγόρο για να του λύσει την υπόθεση.

Μεγάλη Βδομάδα στη μικρή μας πόλη, τη στιγμή ακριβώς που δεν μπορείς να αναπνεύσεις από την πολυκοσμία και τα γραφεία στα Δικαστήρια και την Εισαγγελία υπολειτουργούν μετρώντας αντίστροφα για το σούβλισμα της Κυριακής, έξαλλος εμφανίστηκε στην πόρτα του γραφείου μου την ώρα που έβαζα το κλειδί πελάτης που είχα να δω δέκα χρόνια.
Τη συγκεκριμένη εβδομάδα των Παθών διάλεξε ο γείτονάς του σε απομακρυσμένη αγροτική περιοχή του νησιού να του γκρεμίσει την αποτιλιά. Ειδεχθές έγκλημα, σαφέσταστη επιθετική πράξη διεκδίκησης, το τεράστιο διεκδικούμενο ήταν κάτι λιγότερο των δύο τετραγωνικών κι εγώ έπρεπε να λύσω το γόρδιο δεσμό (ο δάσκαλός μου θα είχε τρίψει τα δάχτυλά του με ικανοποίηση μετρώντας νοερά χιλιάρικα) χωρίς δικαστήρια, δεν έχουμε λεφτά για τέτοια, με τηλεπάθεια ή με φωνές στον επιθετικό γείτονα.

Τις πιο δύσκολες μέρες του καύσωνα του Αυγούστου, κάνοντας το λάθος να παραμείνω στο γραφείο, έρχονται οι ταραγμένοι και οι συναισθηματικά πονεμένοι. Ενώ η ζέστη και η υγρασία μας έχουν κάνει όλους ερείπια, θυμούνται ξαφνικά τις / τους συζύγους που έχουν βρει αλλού παρηγοριά και πρέπει, παραμονές Δεκαπενταύγουστου, να ξεκαθαρίσουν τα οικογενειακά τους. Κι επειδή οι θερμοκρασίες του Αυγούστου υψώνουν τα πάθη, συχνά τρέχω ασθμαίνοντας στο πλησιέστερο Αστυνομικό Τμήμα όπου έχουν μαζευτεί όλοι οι ενδιαφερόμενοι για την καταγραφή των συμβάντων…..

Φέτος λοιπόν ανέβηκε στο γραφείο μου την ώρα που κοιτούσα μια θάλασσα στον υπολογιστή. Θέλω να βγάλω διαζύγιο μου λέει, δεν την αντέχω άλλο. Πάμε πάλι, είπα μέσα μου, αλλά κάτι στο βλέμμα του με έκανε να ρωτήσω το αυτονόητο : Είστε παντρεμένος; του λέω. Όχι, όχι ακόμη, μου λέει αυτός. Γλίτωσες φίλε μου, του λέω, τσάμπα θα πήγαιναν τα δικαστήρια. Υπάρχει κάποια που σας ταλαιπωρεί; Ξαναρωτάω. Όχι, όχι ακόμη μου απαντάει, δεν με θέλει καμία γιατί μένω στο Οικοτροφείο. Κοιτάω με τρόπο το σχεδόν άδειο πορτοφόλι μου. Του δίνω ένα δεκάρικο. Ζέστη, του λέω, δεν πας να πιεις μια μπίρα; Κερνάω. Κι αν το Σεπτέμβρη θέλεις ακόμη να χωρίσεις, έλα να με ξαναβρείς.

Φεύγει χαρούμενος. Αναζητώ το αυτοκίνητό μου σε απόλυτη σύγχυση. Τρέχω στην αγαπημένη μου παραλία. Είναι άδεια τον Αύγουστο γιατί για να μπεις στη θάλασσα πρέπει να περάσεις πάνω από πέτρες και αχινούς. Φοβερή προστασία. Τρέχω να βουτήξω το κεφάλι μου στο νερό, μετά θα με πάρει ο ύπνος κάτω από τη σκιά της ελιάς. Πριν πέσω, χτυπάει το κινητό μου. Όχι άλλος αυγουστιάτικος πελάτης, σκέφτομαι. Θέλεις να βγούμε ένα κανονικό ραντεβού το βράδυ; μου λέει μια αγαπημένη φωνή στο τηλέφωνο. Κερνάω γρανίτα στην πλατεία. Την επόμενη στιγμή είμαι στο νερό.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/661072537595598/…

—————————————————————————————————————————————

38118649_658279987874853_7891506938972733440_n

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

1/8/2018

Ο ήλιος πια αποσύρεται πιο νωρίς. Εκείνο το σκληρό φως δίνει τη θέση του σ’ ένα πολύ αναμενόμενο δείλι. Η ζέστη είναι ανυπόφορη και την ώρα των σκιών, εκείνη την ώρα που η θάλασσα άλλοτε παίρνει το χρώμα από το χλιαρό γάλα κι άλλοτε από το κόκκινο κρασί, εκείνη την ώρα βουτάω. Το χλιαρό νερό με σκεπάζει και ναι, με κρατάει ώρα πολύ. Η ζέστη είναι τόση που δεν αισθάνομαι ούτε κρύο ούτε υγρασία.
Με μικρές ήσυχες κινήσεις για να μην πειράξω ούτε εκατοστό από την αρυτίδωτη επιφάνεια του νερού- δεν φυσάει καθόλου- μεθυσμένη σχεδόν από αυτήν την αίσθηση που είχα χρόνια να νιώσω, έχω γυρίσει πίσω στην παιδική μου ηλικία.
Τα κτίσματα, οι ομπρέλες , η μουσική των εστιατορίων δεν υπάρχουν πια. Μπροστά μου, κοιτώντας την ακτή από την μεριά της θάλασσας βρίσκεται το τοπίο των παιδικών μου χρόνων, αλώβητο, παρθένο, μοναδικό. Ελιές που κατεβαίνουν μέχρι το κύμα, άσπρα βότσαλα, νερά βαθιά και μυστικά. Από πάνω το βουνό κρατάει τις τελευταίες αχτίδες φωτός, μια υποχώρηση και μια υπόσχεση ταυτόχρονα. Οι μεγάλοι κουβεντιάζουν κάτω από τα δέντρα. Μέσα στη θάλασσα μόνο εκείνη. Εκείνη κι εγώ.
Εκείνη σήμερα δεν υπάρχει πια. Λες από αυτήν να πήρα αυτήν την άπληστη ανάγκη για το νερό; Τη σκέφτομαι καθώς επιπλέω. Σε λίγο οι φωνές των υπολοίπων (έχει πέσει πια το σκοτάδι κι ανάβουν μια λουξ- δεν υπάρχει ακόμη δημοτικός φωτισμός) μας φωνάζουν να βγούμε από τα μαύρα νερά. Ετοιμάζουν κάτι πρόχειρο να φάμε όλοι. Η πρώτη ταβέρνα χτίστηκε τουλάχιστον τρία χρόνια μετά από τούτη την ανάμνηση.
Με το ζόρι βγαίνουμε έξω , κι εγώ κι αυτή.
Ω μνήμη, τι παιγνίδια μου παίζεις απόψε. Η πετσέτα είναι σκληρή από τ’ αλάτι. Τα μαλλιά μου μένουν υγρά. Μα δεν με νοιάζει. Απόψε έχω ξεχάσει όλους τους πόνους, όλες τις απογοητεύσεις. Δεν ψάχνω το χέρι σου στο σκοτάδι, ούτε μου λείπει η ανάσα σου στο αυτί μου. Είσαι σαν το χαμένο τοπίο των παιδικών χρόνων, μπορώ να σε κρατήσω μέσα μου και να σε ανασύρω όποτε μου λείπεις, έτσι όπως σε γνώρισα κι όχι όπως τελειώσαμε.
Αλλά απόψε η αυγουστιάτικη βραδιά δεν σε περιέχει. Περιέχει μόνον εκείνη που έφυγε και την παιδική μου ηλικία στον παράδεισο.

———————————————————————————————————————————————

37981039_656792378023614_8245351981477003264_n

Η ΝΟΝΑ Η ΛΙΖΑ

30/7/2018

Εγώ τη γνώρισα πολύ γριά και ξαπλωμένη σ’ ένα κρεβάτι. Εκείνα τα κρεβάτια με τα σιδερένια, στριφτά πόδια, τάβλες κι από πάνω ένα στρώμα. Το δωμάτιο ήταν στο σπίτι στο χωριό, σχεδόν άδειο από πράγματα, στο σπίτι που έζησε όλη σχεδόν τη ζωή της, έκανε τα παιδιά της κι άρχισε τους αποχαιρετισμούς.

Θυμάμαι λοιπόν σε κείνο το κρεβάτι μια γυναίκα μνημειώδη, ένα βουνό. Άσπριζε η μπουστίνα της έξω από τα στρωσίδια και το κεφάλι της (αρχαίου ειδωλίου) του οποίου δεν θυμάμαι τα χαρακτηριστικά, μόνιμα στεφανωμένο με τις πλεξούδες της και τα ροδαλά της μάγουλα, τόσο περίεργα για μια γυναίκα τέτοιας ηλικίας, χρόνια ακούνητη στο στρώμα.

-Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Η Λίζα είχε γεννηθεί στο χωριό σε μια οικογένεια μπενεστάντε. Το φαΐ δεν το είχαν στερηθεί και οι κόρες του σπιτιού προστατεύονταν από τις πολύ σκληρές δουλειές. Άνθιζε μεγαλώνοντας με τον τρόπο που εκείνα τα στερημένα χρόνια οι κοπέλες άνθιζαν γρήγορα σαν τροπικά λουλούδια, βιάζονταν να γίνουν γυναίκες γνωρίζοντας ίσως ότι η μακρά ζωή ήταν προνόμιο των ολίγων κι έτσι μαραίνονταν γρήγορα μέσα στις δυσκολίες του βίου.

Θα ‘ταν δεν θα ‘ταν δεκατεσσάρων όταν εγνώρισε το Ρουγγέρη πηγαίνοντας στη βάσκα για νερό. Αυτός με ρούχα τριμμένα, με χέρια ήδη ροζιασμένα από τη σκληρή δουλειά, το βλέμμα της όμως σταμάτησε στα μάτια του, στην περπατησιά του και ξέχασε μεμιάς τον κόσμο. Ξέχασε τον αυστηρό πατέρα της, την απόμακρη μάνα της, ακόμα και τη νόνα της που αγαπούσε και που της έλεγε να περιμένει να της σώσουνε γάμο με ένα παλικάρι από νοικοκυρόσπιτο για να μην ξεπέσει από τη σειρά της, για να μην κάνει τζουρνάδες στα ξένα χτήματα.
Από εκείνη την ημέρα, σιωπηλά και μυστικά, τύχαινε να βρίσκονται την ίδια ώρα στη βάσκα, ανελλιπώς, με προσμονή για τη στιγμή της τυχαίας συνάντησης, προσμονή που έκανε και τους δυο να έχουν βλέμμα ονειροπαρμένο.

Η νόνα της, που παρατήρησε την αλλαγή στο βλέμμα της, άρχισε να πιέζει το γιο της να κανονίσουνε γάμο για τη Λίζα. Είχε ζήσει πολύ πάνω σε τούτο τον κόσμο για να ξέρει ότι το ονειροπαρμένο αυτό βλέμμα σήμαινε έρωτα με κάποιον οπωσδήποτε ακατάλληλο.

Η Λίζα, παρόλη τη θολούρα του έρωτα είχε αρκετή αντίληψη για να γνωρίζει ότι ο Ρουγγέρης δεν θα βρισκόταν ποτέ μεταξύ των πιθανών γαμπρών που θα της πρότεινε ο πατέρας της.

Κι έτσι, χωρίς δισταγμό και με περίσσεια τόλμη, στο πανηγύρι της Αγίας Κυριακής, η Λίζα, ντυμένη με την καλή της φορεσιά, πεσελί με χρυσοκλωστή, φούστα από μετάξι, τορκό με λουλούδια και στολίδια, μπουστίνα από το πιο ακριβό λινάρι, μποκολέτες στα αυτιά και μια σπίλα, κλέφτηκε με το Ρουγγέρη, παίρνοντας από το πατρικό της –κυριολεκτικά – μόνο τα ρούχα που φορούσε, για να μπει νύφη σ’ ένα σπίτι φτωχό, με ασβεστωμένους γρέτζους τοίχους, ένα τραπέζι, δυο καρέκλες κι ένα κρεβάτι με στρίποδα, ίσως εκείνο το ίδιο που τη φιλοξενούσε γριά όταν την πρόλαβα εγώ, αφήνοντας για πάντα πίσω της τη ζωή της αρχοντοκοπέλας που είχε ζήσει και ξεκινώντας μια ζωή αγώνα και στερήσεων.

-Το μετάνιωσε άραγε ποτέ; Της έλλειψε άραγε το πατρικό της κι εκείνη η καλύτερη ζωή που είχε μάθει; Ήμουν πολύ μικρή για να τη ρωτήσω.

Έμαθα όμως ότι η Λίζα άρχισε να γεννάει σχεδόν κάθε χρόνο, νομίζω ότι στο σύνολο γέννησε δώδεκα παιδιά. Από αυτά τουλάχιστον τρία πέθαναν είτε στη γέννα είτε βρέφη. Δύο ακόμη τα πήρε ο πόλεμος. Της έμειναν τα υπόλοιπα. Και μεγάλωναν, δουλεύοντας, με στερήσεις αλλά με αγάπη.

-Πώς το ξέρεις αυτό; Ποιος σου το είπε;
-Αυτό το ξέρω σίγουρα, η γιαγιά μου πάντοτε μνημόνευε την αγάπη που είχε ζήσει σπίτι της, ένα παιδί ανάμεσα στα τόσα.

Πάντοτε έλεγε ότι η Λίζα (η μάνα της, η νόνα η Λίζα όπως τη φωνάζαμε όλοι εμείς κι ας ήτανε μπιζνόνα μας) δεν γκρίνιαξε ούτε μια μέρα για τη δύσκολη ζωή της. Ούτε μια στιγμή δεν σκέφτηκε αυτά που είχε αφήσει. Και δεν τα σκέφτηκε γιατί ζούσε με έναν άνθρωπο πράο, τρυφερό και καλοσυνάτο, τον ακατάλληλο γαμπρό που είχε διαλέξει η ίδια.

Η γιαγιά μου θυμάται τον πατέρα της να ξυπνάει το χάραμα, πρώτος από όλο το σπίτι, να ετοιμάζει μπεβάντα με ξεροκόμματα ψωμιού και να την παίρνει στο κρεβάτι στη Λίζα και σ’ όλα εκείνα τα παιδόπουλα για να σηκωθούν και να ξεκινήσουν τη μέρα τους (δεν υπήρχε γάλα, δεν υπήρχε άλλο φαγητό· το κρασί κρατούσε τον κόσμο ζωντανό). Η γιαγιά μου μιλούσε με γλύκα για τη μάνα της και τον πατέρα της ενώ μας ετοίμαζε πλούσιο γάλα με κακάο, βουτυρωμένες φέτες ψωμί με μέλι, φρέσκα αυγά, χωρίς ποτέ να αναστενάξει για τα δικά της φτωχικά παιδικά χρόνια.

Η νόνα η Λίζα όταν ήρθε η ώρα ξεπροβόδισε, εκτός από τα πεθαμένα, και τα υπόλοιπα παιδιά της να βρουν το δρόμο τους στη ζωή. Στο σπίτι έμεινε το στερνοπούλι, ο πιο μικρός της γιος. Αυτός κοίταξε τους γονιούς του κι αυτός κράτησε και το σπίτι.

Η νόνα η Λίζα πέρασε τα στερνά της χρόνια σ’ εκείνο το κρεβάτι που τη θυμάμαι. Δεν είχε παράπονο. Είχε αξιωθεί μια μακρά ζωή και δίπλα στο κρεβάτι της, εκτός από το ποτήρι με το κρασί της συχνά – πυκνά έβλεπε τα παιδιά της, τα εγγόνια της και πρόλαβε και δισέγγονα.
Με το θάνατό της έκλεισε μια ολόκληρη εποχή.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/656792371356948/…


38003757_2037314209620997_4733207092955971584_n

ΔΡΟΜΟΙ ΠΑΛΙΟΙ

29/7/2018

Από ανία, από διάθεση περιπλάνησης, από εσωτερική παρόρμηση γυρνώντας από τη θάλασσα αποφάσισα να μην πάρω τον γνώριμο δρόμο της επιστροφής αλλά να στρίψω σε έναν δρόμο διαφορετικό και ελάχιστα πατημένο.

Η διαδρομή την ώρα του λυκόφωτος . Οι αιχμές των κυπαρισσιών να λογχίζουν τον ουρανό. Οι ελιές να μαζεύονται θαρρείς προς τα μέσα προετοιμαζόμενες για τη νύχτα. Και τα μοναχικά δέντρα καταμεσής των χωραφιών να μου λένε : Μπορείς να υπάρξεις μόνος σου. Είναι κι αυτός ένας δρόμος.

Ο δρόμος διασχίζει χωράφια και λιοστάσια. Τοπίο μακριά από την πολυσύχναστη Κέρκυρα. Εσωτερικό και γι’ αυτό γαλήνιο. Και εξαιρετικά διαυγές ετούτη την ώρα του σούρουπου, διηγείται ακόμη ιστορίες για την καλλιέργεια της γης και τους ανθρώπους που φρόντιζαν τούτα τα χτήματα, ποδαράτο ή με το γάιδαρο, μαζεύοντας την ελιά, το σταφύλι και τα γεννήματα.

Συνεχίζω κάτω από τη σκιά του βουνού. Ο δρόμος ανηφορίζει και μέσα από τις στροφές διακρίνω τους όγκους των σπιτιών : αντικρίζω ίσως το πιο απροσπέλαστο χωριό του νησιού με μια μοναδική γειτονιά σκαρφαλωμένη πάνω στην απόκρημνη πλαγιά. Το χωριό έχτισε στην απότομη κλίση ψάχνοντας τόπο για να στεγαστεί. Σπίτια πέτρινα, μικρά κάστρα κι ανάμεσά τους ο πιο στενός δρόμος που είναι δυνατόν να υπάρξει, τόπος ίσα για να περνάει ένα φορτωμένο γαϊδουράκι. Τα σπίτια είναι φρεσκοασβεστωμένα και στις αφοδιές κάθονται άνθρωποι τούτο το δροσερό καλοκαιρινό σούρουπο. Μικρά παιδιά με ποδήλατα με κοιτάζουν με απορία. Να πηγαίνεις προσεκτικά, μου λένε, ο δρόμος είναι πολύ στενός. Συνεχίζω.

Θυμάμαι παιδί να σκαρφαλώνω αυτή τη μαγική γειτονιά να συναντήσω τις τζίες του πατέρα μου. Νόμιζα ότι ανέβαινα τουλάχιστον τον Παντοκράτορα. Θαυμάζω τους χτιστάδες και τους πρώτους κατοίκους. Την κουραστική ανηφόρα για να πάνε σπίτια τους. Τη δυσκολία στο κουβάλημα του νερού. Προφανώς η ανάγκη για ασφάλεια νικούσε την κούραση και τις πρακτικές δυσκολίες. Είναι το πιο εσωστρεφές κομμάτι της Κέρκυρας. Ένα χωριό χωρίς πλατεία και σχεδόν χωρίς αυλές. Και με μαντρότοιχους ψηλούς. Ένα χωριό έτοιμο να αντιμετωπίσει τον εισβολέα.

Κλειστοί κι οι άνθρωποί του. Και περίεργοι. Χαρακτηριστικά που κουβαλάω κι εγώ. Δεν μπορείς τελικά να απαρνηθείς το αίμα σου. Την ώρα εκείνη το αυτοκίνητό μου γδέρνεται στον τοίχο. Θέλει μεγάλη μαστοριά εδώ η οδήγηση. Ας είναι. Τούτοι οι παλιοί δρόμοι προσφέρουν τέτοια συνειδητοποίηση που το τραύμα της λαμαρίνας είναι μια ελάχιστη θυσία.


37850642_653616308341221_6263856617465315328_n

ΑΚΟΜΗ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

28/7/2018

Το αυτοκίνητο μπήκε απότομα στο χωματόδρομο. Κατέβασε ταχύτητα, μου φώναξες. Ο δρόμος έγινε ξαφνικά κατηφορικός, σα να μπήκαμε σε μια βαθιά χαράδρα. Έκοψα ταχύτητα όχι επειδή μου το ζήτησες αλλά από το δέος : είχαμε αφήσει πίσω μας το νησί όπως το ξέραμε και μπήκαμε στη Χώρα των Θαυμάτων : σε έναν κόσμο τόσο αναλλοίωτο και τόσο οργιώδη που θα μπορούσε να είναι ο κόσμος την ημέρα της Δημιουργίας.

Σαν μαγεμένοι κατεβαίναμε τις απότομες στροφές και σε κάθε στροφή μας συνέπαιρνε όλο και πιο πολύ το άγγιχτο θαύμα. Σε ένιωθα δίπλα μου να σιγοτρέμεις από τη χαρά. Μια σταλιά τόπος κι ακόμη ανακαλύπταμε τα μυστικά του, δώρα μοναδικά. Πόσο ακόμη θα αντέξουν; σκέφτηκα. Πόσο ακόμη θα αντέξουμε;

Και ξαφνικά, πέρα από τις σκοτεινές σιωπές, στο βάθος της κατηφόρας, η θάλασσα , προσδοκία μετουσιωμένη σε φως και λάμψη. Τα μάτια μας γέμισαν δελφίνια και πλάσματα του βυθού, ψάρια με λέπια πολύχρωμα, κοχύλια μαρμαρωμένα στους αιώνες και ποιος ξέρει, μπορεί στο βάθος μια γοργόνα να προσπαθούσε να μας κρυφτεί.

Τη συνένοχη σιωπή μας (και πίστεψέ με, αυτή μας έδεσε με μια κλωστή πιο δυνατή και από τον πιο μεγάλο έρωτα) τη διέκοψε η κόρνα του μεγάλου, καλογυαλισμένου αυτοκινήτου.
Ζευγάρι στο κατώφλι της τρίτης ηλικίας μ’ ένα παιδί μικρό με άπληστα μάτια, όπως άπληστα είναι τα μάτια όλων των παιδιών για την ομορφιά, αναζητούσε φαγητό πολυτελείας και παρκάρισμα σε σκιά. Σύντομα αναχώρησε για πιο συμβατικές παραλίες. Εκείνο το παιδί όμως είχε προφτάσει να δει το Κάλλος κι αυτό θα του έφτανε για όλες τις μετέπειτα αναζητήσεις του.

Βυθιστήκαμε ξανά σε μια μοναδική ησυχία και ζήσαμε μια μέρα στην άκρη του κόσμου με τα στοιχειώδη : κρύο νερό, ντομάτα, λάδι και ψωμί, κρατώντας ενίοτε τα χέρια μας πλεγμένα, χορτάτοι από την αίσθηση του τόπου που αποσπούσε τη σκέψη μας από τις αφηρημένες έννοιες · κι αυτό γιατί τις περιείχε Όλες.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/653616295007889/…


37812890_652555511780634_1388283324425830400_n

ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΣΠΙΤΙ

27/7/2018

Έφυγες και δεν έμεινε τίποτε πίσω. Αλλά ακόμη στις κουβέντες μας είσαι ζωντανή• και ξαφνικά θυμόμαστε και διορθώνουμε τους χρόνους.
Είναι παράξενη η απώλεια. Τη συνηθίζεις και προχωράς. Οι χρόνοι πια αναφέρονται στο παρελθόν, όταν ήσουν εδώ. Ένα μνημείο υπάρχει κάπου κι οι εικόνες που δεν φεύγουν.

Το σπίτι σου μένει κάποιο καιρό απείραχτο. Δεν μπορώ να περάσω ούτε από κάτω. Κάποια στιγμή αλλάζει κι αυτό. Αναλαμβάνουν οι καινούριοι ιδιοκτήτες. Τα σπίτια είναι για να κατοικούνται, θα νοικιαστεί, θα πουληθεί, θα ζήσουν μέσα άλλοι άνθρωποι και θα το κατοικήσουν άλλες φωνές.

Το σπίτι είναι άδειο. Βαμμένο και γυμνό περιμένει το καινούριο. Ήταν λίγα τα φθαρτά σου πράγματα, δεν χρειαζόσουν ποτέ πολλά. Μια κουβέρτα, ένα αχλάδι, μια φέτα ψωμί, το δικό μου παλιό κασκόλ που σου άρεσε.

Το άδειο σπίτι αντηχεί τη φωνή μου καθώς μιλάω στο τηλέφωνο. Είσαι ακόμη εκεί.

Όλη σου η ζωή δυο μικρές σακούλες, μικρά ενθύμια, φωτογραφίες.
Δεν υπάρχουν αντίκες, δεν υπάρχουν κοσμήματα, δεν υπάρχουν πίνακες ακριβοί.

Όλη σου η ζωή δυο μικρές σακούλες.

Παίρνω από μία σε κάθε χέρι και κλείνω για τελευταία φορά την πόρτα στο άδειο σπίτι.


37791067_652574038445448_5602697293313605632_n

ΜΕΣΟΚΑΛΟΚΑΙΡΟ

26/7/2018

Όταν ήμουν παιδί είχα την τύχη να περνάω τα καλοκαίρια μου σε ένα μυστικό τόπο, ένα χωριό μικρό όσο μια δεκάδα σπίτια. Μια φωλιά προφυλαγμένη από την τρέχουσα πραγματικότητα.
Το χωριό γιόρταζε το μεσοκαλόκαιρο, της Αγίας Παρασκευής. Δυο τουλάχιστον εβδομάδες πριν μικροί – μεγάλοι ασχολιόμαστε με τον ευπρεπισμό της εκκλησίας. Εκτός από τα ξαραχνιάσματα, τα σκουπίσματα και τα σφουγγαρίσματα, εκτός από την περιποίηση των υφασμάτων από τις νοικοκυρές, εμείς οι υπόλοιποι κόβαμε χόρτα και βατσουνιές, βάφαμε ξύλα, καθαρίζαμε και γυαλίζαμε μπρούτζα, ασβεστώναμε τους εξωτερικούς χώρους, αφοδιές, σκαλινάδες, καμπαναριό.

Την ημέρα της γιορτής της η εκκλησιά έλαμπε. Έλαμπε από την περιποίηση κι έλαμπε από τα χαμόγελα όσων είχαν εργαστεί συλλογικά. Στο τέλος, η επιβράβευση των κόπων μου, ερχόταν όταν με άφηναν, κι ας ήμουν κορίτσι σε άλλες εποχές, να ανεβώ κι εγώ στο καμπαναριό και να σημάνω : χαρμόσυνα, θριαμβευτικά αν όχι και λίγο άγαρμπα.

Εκείνο το χωριό βέβαια φρόντιζε την κοινότητα όπως φρόντιζε και την εκκλησιά του : με έγνοια, με προσωπική εργασία, με πρωτοβουλίες. Τα σοκάκια του δεν ήταν δικό μου και δικό σου, ήταν τόπος για όλους και τον κρατούσαν καθαρό για όλους, όπως φρόντιζαν και το εσωτερικό των σπιτιών τους.

Εκείνα τα παιδιά που μεγάλωσαν φροντίζοντας την εκκλησιά νομίζω ότι έγιναν όλοι καλοί πολίτες, με έγνοια για τον τόπο τους, με αγάπη για τις κοινές προσπάθειες, για τον χώρο και τους ανθρώπους έξω από τη δική τους και μόνο πόρτα.

Κι όσο κι αν η σχέση μου με τη θρησκεία είναι από κριτική έως αδιάφορη, τούτες τις μέρες σκέφτομαι συχνά τα καλοκαίρια στο χωριό και πως ετοίμασαν τους ενήλικες που γίναμε.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/652574035112115/…


37687042_649395745429944_6606990110317608960_n

ΚΛΕΡΟΝΟΜΑ

23/7/2018

Ι.

Η Αγγέλω γεννήθηκε κλερονόμα. Για την ακρίβεια, η Αγγέλω δεν ήξερε τίποτε τη στιγμή της γέννησής της. Οι υπόλοιποι όμως ήξεραν. Η μάνα της η Ματέλα είχε πατήσει τα σαράντα και παιδί δεν είχε καταφέρει να φέρει σε τούτο τον κόσμο. Παρά τις προσπάθειες του αντρός της, του Καπογιάννη, παρά τις περιποιήσεις που ελάμβανε στον έγγαμο βίο της από το σύζυγό της, παρά το ότι τις βαριές δουλειές του νοικοκυριού, κι όσο περνούσε ο καιρός όλες τις δουλειές του νοικοκυριού, τις έκαναν οι ψυχοκόρες, παρά το ότι δεν είχε δουλέψει στο χωράφι και στσ’ ελιές ούτε μια μέρα στη ζωή της, οι εγκυμοσύνες της Ματέλας διακόπτονταν απότομα. Αφού τα χρόνια είχαν περάσει, κι αφού ο Καπογιάννης, παρά τις ορμήνιες περί του αντιθέτου, δεν είχε διανοηθεί να πάρει άλλη γυναίκα, η Ματέλα εκεί κοντά στα σαράντα της ένιωσε ένα παιδί να κλοτσάει στα σπλάχνα της. Με δύναμη και με ορμή να κρατηθεί και να βγει στο φως.

Κι έτσι, αφού την έταξε στην Κυρά των Αγγέλων, μάνα κι αυτή ενός μοναδικού παιδιού, αφού στο σπίτι μπαινοβγαίναν γριές ξεματιάστρες και καλογέροι που της έφερναν (έναντι αμοιβής βεβαίως) φυλαχτά και αγιασμένα κειμήλια που της κρεμούσαν στο λαιμό, η Ματέλα έφερε στον κόσμο τούτο την Αγγέλω, που εμφανίστηκε μπροστά στα έκθαμβα μάτια όσων την περίμεναν αδημόνως μ’ ένα κλάμα τόσο δυνατό και παραπονιάρικο, που ο Καπογιάννης δεν ετόλμησε να βγάλει άχνα που δεν εβγήκε γιος, αλλά, κρατώντας το πολύ ζωντανό και πολύ φωνακλάδικο μωρό, τη σήκωσε στα χέρια του και με μούτρο σαν το φεγγάρι από τη χαρά του απευθύνθηκε στην ομήγυρη λέγοντας «Εγεννήθηκε η κλερονόμα μου!».

ΙΙ.

Εκείνα τα χρόνια υπήρχαν κι αυτά τα κορίτσια. Αυτά που η τύχη και η συγκυρία τα έφερνε μοναδικά παιδιά σε μπενεστάντε οικογένειες, με βιος, με χτήματα, με ελιές, με σπίτια και με ζα. Κι ενώ η μοίρα τους δε διέφερε από των υπολοίπων κοριτσιών, δηλαδή την υποταγή σε ένα σύζυγο αφέντη και διαχειριστή του έχει τους, εγνώριζαν καλά ότι ήταν κλερονόμες, ότι δηλαδή κανείς αρσενικός συγγενής του τους δεν υπήρχε για να λάβει τη μερίδα του λέοντος, αφήνοντάς τες με τις καλές ντεμέλες της προίκας, άντε κι ένα στέρφο παλιοχώραφο πάνω στη θάλασσα, ενώ αυτός θα κρατούσε τα όβολα τα κρουμμένα στα κασετιά, το αρχοντόσπιτο όπου είχε μεγαλώσει, τους απέραντους ελαιώνες πάνω στο βουνό και την υπόληψη.
Κι έτσι, έχοντας επίγνωση της θέσης της, μεγάλωνε κι η δική μας κόρη, χαϊδεμένη απ’ όλους, Καπογιάννη, μάνα και ψυχοκόρες.

ΙΙΙ.

Η Αγγέλω ανέπτυξε από νωρίς την ισχυρογνώμονα και πείσμονα φύση της. Στο σπίτι ήταν γκρινιάρα. Μιλούσε απότομα στις ψυχοκόρες και στους σέμπρους. Στις παρέες της απαιτούσε να γένεται πάντοτε το δικό της. Είχε απόλυτη συναίσθηση της διαφοράς της με τα άλλα παιδιά στο χωριό και το έδειχνε με κάθε ευκαιρία. Την εποχή που ο έρωτας άρχισε να επισκέπτεται τις παρειές των κορασίδων, η Αγγέλω παρέμενε ανέγγιχτη από τα βέλη του, ποιος άλλωστε ήτανε άξιος για την κόρη του Καπογιάννη;
Ο Καπογιάννης εκαμάρωνε γιατί ετούτα τα θεωρούσε αντρίκειες αρετές και έμενε ήσυχος ότι τελικά ο Θεός με την Αγγέλω του είχε στείλει τον άξιο κληρονόμο που προσδοκούσε. Μονάχα η μάνα της, η λεπτεπίλεπτη Ματέλα, αναστέναζε και προσπαθούσε να εμφυσήσει στο θηλυκό της τρυφερότητα, χάρισμα που η ίδια το θεωρούσε σημαντικό για άντρες και γυναίκες, και ενδιαφέρον για τους άλλους, πολύ περσότερο για τους κατώτερους και τους φτωχούς.

IV.

Έπρεπε να φτάσει στο χωριό τους ο νεαρός γιατρός Δαπόντες για να νιώσει κάτι διαφορετικό στην καρδιά της η κλερονόμα. Ο Δαπόντες επρόκειτο να περάσει εκεί το καλοκαίρι καθώς είχε μια μακρινή συγγένεια με τους Ροδινούς που διατηρούσαν αρχοντικό στην περιοχή και ήθελε να μελετήσει τον πληθυσμό του βορρά που υπέφερε από τις θέρμες της λίμνης. Ήταν όμορφος σαν άγγελος, ψηλόλιγνος και κομψός. Κι ακόμα προερχόταν από καλή οικογένεια (ο πρώτος Δαπόντες λέγανε ότι είχε χριστεί ιππότης από το δόγη στη Βενετία) και είχε λεπτούς τρόπους. Φερόταν με απαράμιλλη ευγένεια είτε συνομιλούσε με την εξαδέλφη του κοντέσα Ροδινού είτε με την τελευταία γριά χωριάτισσα που του ιστορούσε για τις θέρμες που τη βασάνιζαν. Και, ναι, η Αγγέλω ένιωσε το σκίρτημα του έρωτα για τον όμορφο αυτόν νέο. Και, ναι, η ευγένεια του γιατρού και η γλυκάδα της φυσιογνωμίας του σα να μέρεψαν την κλερονόμα.

Επιζητούσε κι έβρισκε αφορμές να τον περιτριγυρίζει. Το μούτρο της πρώτη φορά το στόλιζε χαμόγελο. Τα μαλλιά της έλαμπαν στον ήλιο. Η βηματισιά της έγινε πιο αλαφριά. Φερόταν με ηρεμία και καλοσύνη. Η μέρα της όλη, η ζωή της, περιστρεφόταν γύρω από αυτόν τον άγγελο εξ ουρανού. Κι ας ήξερε ότι δεν ήταν ούτε αριστοκράτισσα ούτε καλλονή. Ήταν όμως ερωτευμένη, ήταν κλερονόμα κι είχε δικαίωμα να ελπίζει.

V.

Τα ρομαντικά όνειρα της κλερονόμας μας έλαβαν τέλος όταν για το πανηγύρι της Παναγίας κατέφτασε στο χωριό η δεσποινίς Τριανταφύλλου, η αρραβωνιαστικιά του γιατρού. Μια οπτασία κατέβηκε από το λοντόνι που την έφερε στο χωριό μέσα σε λευκές γάζες, καπελίνο και χέρια κρίνους. Στο πανηγύρι, κι ενώ το ζευγάρι, κοινωνικό και διαχυτικό προς όλους, ελάμβανε ευχές για τους επικείμενους γάμους του, η Αγγέλω κατάλαβε ότι έπρεπε να εγκαταλείψει το όνειρό της. Το βράδυ ολόκληρο στριφογύριζε στο στρώμα της, ενώ από μακριά ηχούσαν ακόμη οι θόρυβοι της γιορτής, και μεμφόταν τον εαυτό της που αφέθηκε να ακολουθήσει για πρώτη και μοναδική φορά άλλες ατραπούς από αυτές που υπαγόρευε η φύση της. Το άλλο πρωί σηκώθηκε ξανά ο κανονικός της εαυτός, ο οποίος δεν την εγκατέλειψε στιγμή τα επόμενα πολλά χρόνια που πέρασε στο μάταιο τούτο κόσμο.

VI.

Τη θυμάμαι τα τελευταία χρόνια της ζωής της, τα καλοκαίρια που κατέβαινα στο χωριό. Αλύγιστη, σκληρή, διαχειρίστηκε με ατσαλένιο χέρι την κληρονομιά της, αλύγιστη και σκληρή γέρασε, λες κι αυτές οι ιδιότητες είχαν εντυπωθεί στην ψηλόλιγνη φιγούρα της. Όσο ζούσε, δεν πούλησε τίποτε από το βιος που της άφηκε ο Καπογιάννης. Το αβγάτισε. Όταν διάβαινε από τα στραπούντα του χωριού, οι γυναίκες που κάθονταν στις αφοδιές έπαυαν τις ομιλίες και τη χαιρετούσαν με σεβασμό. Αυτή κουνούσε το κεφάλι της σιωπηλά και συνέχιζε το δρόμο της.
Τα καλοκαίρια τής άρεσε να κάθεται στο μαγαζί, ένα παλιό λιοτρίβι πάνω στη θάλασσα που το είχε νοικιάσει για ταβέρνα. Εκεί, σε ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο, δεχόταν κι όσους έρχονταν να της γυρέψουν κάτι. Οι χωριανοί κάποια χάρη, κάποιο δάνειο. Οι ξένοι να αγοράσουν κάποιο από τα υπέροχα παραθαλάσσια χτήματά της, ο τουρισμός εκείνα τα χρόνια μετέτρεπε σε πλούσιους τους επενδυτές μέσα σ’ ένα καλοκαίρι. Αυτή έπαιζε αγέρωχα ένα μικρό κομπολόι και, αφού άκουγε τις προσφορές, που όλο και ανέβαιναν, έδιωχνε τους υποψήφιους γαμπρούς, που αποχωρούσαν άπραχτοι, με σκυμμένο κεφάλι. Μέχρι που ένα καλοκαίρι δεν την ξαναείδα. Το πού πήγε το βιος της μέγα μυστήριο.

(Το διήγημα αυτό έχει δημοσιευτεί στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Πορτόνι»)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/649395742096611/…


37588649_648232562212929_2868529767039107072_n

ΔΥΟ ΕΛΙΕΣ / ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ 1945- 2016

22/7/2018

(Το αναρτώ ξανά με αφορμή την έκθεση των έργων του στο Μουσείο Ασιατικής Τέχνης)

Πιο πολύ από τα έργα με το χρώμα αγαπάω τα χαρακτικά. Όλη η ψυχή του καλλιτέχνη στη μύτη από το εργαλείο που χαράζει και δίνει ζωή μετά στο χαρτί.

Όσο κι αν ο Γιώργος ήταν γνωστός για τα λάδια του και τις αδρές πινελιές του χρώματος που έδειξαν μια Κέρκυρα γκλοριόζα, κοσμική, φωτοφόρα, που γέμισε αστικά σπίτια με χρώμα και χαρά, τοπία αστικά και εξοχικά και υγιή γυμνή γυναικεία σάρκα, εγώ προτιμώ τούτες τις εικονοποιημένες ασπρόμαυρες ιστορίες, που παίρνουν το νήμα από τους παλιούς κερκυραίους χαράκτες και συνεχίζουν την αφήγηση.

Μου θυμίζουν λίγο πώς διασώθηκαν τα ομηρικά έπη, από τον πρώτο τυφλό ποιητή πώς έπαιρνε σειρά ο επόμενος και τα τραγουδούσε και προσέθετε κι αυτός το δικό του στίχο.

Όταν τα πρωτοείδα ήταν σαν να άνοιξα ένα παλιό, σκονισμένο βιβλίο στην Τούρη στους Καρουσάδες κι ανακάλυψα μια ανέκδοτη ιστορία του Θεοτόκη.

Γιατί με συγκινούν τόσο πολύ οι Δυο Ελιές; Δεν ξέρω. Ή μάλλον ξέρω, αλλά δεν μπορώ να το περιγράψω με μια λέξη.
Τι βλέπω σ’ αυτές; Βλέπω τα γεράματα; Βλέπω το αιωνόβιο; Βλέπω την αντιπαράθεση; (είναι σαν ένα δίδυμο σε μια συνομιλία αντιπαράθεσης).
Βλέπω τη μοναξιά; (αυτό πρέπει να οφείλεται στην έλλειψη φύλλων).

Στις Δυο Ελιές ίσως συναντιόνταν μυστικά δυο ερωτευμένοι ή μπορεί να γίνονταν οι συμφωνίες για το κοντραμπάντο του σιταριού. Ποιος ξέρει.

Το χαρακτικό μιλάει και μου λέει μια ιστορία. Το χαρακτικό μιλάει και λέει στον καθένα μια διαφορετική ιστορία. Μας παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί σε μια Κέρκυρα που δεν είναι μόνο μια γυαλιστερή, τουριστική επιφάνεια αλλά ένα νησί μυστικό, εσωτερικό, σε μια κάθοδο στον πραγματικό εαυτό μας, σε μια ευκαιρία αναστοχασμού.
Σ’ ευχαριστούμε γι’ αυτό Γιώργο….

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/648232558879596/…


37635079_647198245649694_6977520727104684032_n

ΚΕΡΚΥΡΑ

21/7/2018

Κι όταν όλα θα έχουν περάσει
Τα καλά και τα κακά
Οι έγνοιες κι οι καημοί
Ακόμη και η άπληστη λαχτάρα του ενός για τα χείλια του άλλου
Θα μείνει εκείνο το κομμάτι με τις ελιές
Που βλέπαμε μαζί τη θάλασσα.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/647198242316361/…


37407800_646246609078191_251219539155484672_n

ΑΦΑΙΡΕΣΗ

20/7/2018

Στη θάλασσα δεν φυσούσε και πίσω στο δωμάτιο από τη λαχτάρα γεμίζαμε τα σεντόνια με την άμμο που κουβαλούσαμε.
Δροσιά από τα μισόκλειστα παντζούρια,
ημίφως,
δαγκώματα της αλατισμένης σάρκας
και σύκα πάνω στο τραπέζι.
Δεν άφησα για τον εαυτό μου ούτε μια μικρή γωνιά για το χειμώνα, αχόρταγη σε όλα
κι ενώ από μικρή ήξερα ότι το καλοκαίρι έχει μέσα του
το σπέρμα του θανάτου.
Και στην στροφή του, εσύ (πώς μπόρεσες),
τον ανήγγειλες το θάνατο, με φωνή ήρεμη και σταθερή
και άρχισες τις αφαιρέσεις, πριν ακόμη στεγνώσουν τα αλατισμένα αγγίγματα και πριν ξεμελανιάσουν οι δαγκωματιές.
Έτσι είναι όμως,
η αφαίρεση είναι μια πράξη αδυσώπητη
κι ο καθένας πρέπει να την αντιμετωπίσει με μια άλλη αφαίρεση.
Κι εγώ,
που δεν μπορούσα να πάρω πίσω τα λόγια,
τα αγγίγματα, τα κρυφά γέλια,
τις νύχτες στα δροσερά σεντόνια,
αφού δεν είχα πια ούτε μια σπιθαμή μέσα μου ακατοίκητη από εσένα, είχα μόνο τα μαλλιά μου να αφαιρέσω,
αυτά που χάιδευες κάθε βράδυ,
που μύριζες,
που κοιμόσουν πάνω τους σαν μαξιλάρι,
αυτά λοιπόν
, σαν άλλη Ιωάννα της Λωρραίνης
μπροστά στο δήμιο έπρεπε να θυσιάσω
για να μην σε παραδώσω
στη μνήμη
μικρό
και ανάξιο


37384992_645204525849066_8706075249327734784_n

ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΠΑΛΑΙΑ ΕΠΙΠΛΑ

19/7/2018

Ο δικηγόρος Τριβόλης, με αρχοντικό παράστημα και ντύσιμο ανάλογο, ανέβαινε κάθε μέρα, χειμώνα – καλοκαίρι τα λιγοστά σκαλιά που έμπαζαν στο γραφείο του, στη μέση της πιάτσας, ή αλλιώς, στο βασίλειο της σκόνης. Ήταν απορίας άξιον πώς αυτός, ο οποίος συντηρούσε σε άψογη κατάσταση ένα από τα παλαιότερα και ωραιότερα μέγαρα της πόλης, που υπέκυπτε στις απαιτήσεις τόσο της αρχοντογεννημένης συμβίας του όσο και των λογής – λογής βοηθών της (παραδουλεύτρες, μάγειροι κ.ο.κ.), που την άφηνε κάθε μέρα να του βάζει ένα τσαντσαμίνι στη μπουτονιέρα του φρεσκοσιδερωμένου κουστουμιού του, φτιαγμένο από τα καλύτερα κασμίρια του Λονδίνου το χειμώνα και από τα καλύτερα ινδικά λινάρια το καλοκαίρι, εργαζόταν σε ένα χώρο στενό, μια κάμαρα τρισάθλια, ένα γραφείο στη μέση, κληρονομιά από τον παππού του στον πατέρα του και μετά σ’ αυτόν, αντίκα υπέροχη αλλά έντεχνα κρυμμένη κάτω από στρώματα σκόνης και φακέλλων σε σωρούς. Δυο – τρεις ξεπατωμένες βιενέζικες καρέκλες πάνω σε τριζάτες, άβαφες λάριζες. Λάμπα με φως ασθενικό. Τζάμια αδιαφανή από την σκόνη χρόνων. Μια ραφιέρα με ελάχιστα βιβλία. Η γυναίκα του είχε προσπαθήσει με μπρίο τα πρώτα χρόνια του γάμου τους να βάλει τάξη σε εκείνη την αθλιότητα. Ακόμη περισσότερο είχε προσπαθήσει να τον πείσει να μεταφέρει το γραφείο του σε μία από τις πολλές ιδιοκτησίες τους, ευάερη, κεντρική, ψηλοτάβανη. Επί ματαίω. Μην πασχίζεις Κλειώ, της ανακοίνωσε μια μέρα στεγνά. Εμένα μου αρέσει εδώ. Στη σκόνη των αιώνων. Σε ένα μέρος που ο χωριάτης δεν φοβάται να πατήσει μη τυχόν και λερώσει τα χαλιά και τα μόγανα. Από αυτούς ζούμε.

Και πράγματι ο Τριβόλης δεν ξαναοχλήθηκε καθώς ήταν δικηγόρος μοναδικός, με πελατεία τεράστια, από όλα τα κοινωνικά στρώματα και ιδιαίτερα αγαπητός στην τάξη των μέχρι χθες σχεδόν δούλων χωρικών αλλά ήδη δυναμικών μικροκαλλιεργητών και μικρεμπόρων.

Συνήθεια αγαπημένη κάθε μεσημέρι και κάθε βράδυ, πριν από την επιστροφή δηλαδή στην οικία για τα γεύματα, η συναναστροφή του με τον φαρμακοποιό Τεμπονέρα και με τον καθηγητή Σερεμέτη. Η συναναστροφή αυτή λάμβανε χώρα εντός του φαρμακείου Τεμπονέρα, πλησίον του πάλαι ποτέ θεάτρου Σαν Τζιάκομο, ώρες ιερές που ακόμη και οι πελάτες σέβονταν και σταματούσαν να ζητούν παυσίπονα και επουλωτικά και ενέσεις και σουλφαμίδες αλλά σιγούσαν λες και έμπαιναν στην εκκλησιά και περίμεναν να τελειώσει την κουβέντα του πότε ο σεβαστός δικηγόρος, πότε ο ευγενής σπετσιέρης και πότε ο σοφός δάσκαλος, ακόμη κι αν αυτά που έλεγαν δεν τα κατανοούσαν.

Στο τέλος ο δικηγόρος έπαιρνε την άγουσα για το μέγαρό του στα Μουράγια, ο σπετσιέρης ανέβαινε πάνω από το μαγαζί (εφτά κεφάλια παιδιά και η συμβία του τον περίμεναν για το φαγητό) κι ο φτωχός δάσκαλος για ένα λιτό, μοναχικό γεύμα σε ένα στενό της Οβριακής.

Πολλοί τα μετέπειτα χρόνια έλεγαν ότι εκείνες οι συναντήσεις έδιναν όχι μόνο τον τόνο, αλλά και τον προσανατολισμό στη μικρή μας πόλη, λέγαν ότι εκείνοι οι τρεις ήταν κάτι σαν η ύπατη τριανδρία του τόπου, δίναν γραμμή για τα πολιτικά, ανέβαζαν στον Παρνασσό νέους ποιητές, επικύρωναν εμπορικές συμφωνίες και προξενιά, εξημέρωναν αν θες τα ήθη. Κάποιοι, πιο ρομαντικοί, λέγαν ότι έκαναν και αγαθοεργίες στα κρυφά, φρόντιζαν να σπουδάσουν παιδιά με προσόντα από τις κατώτερες τάξεις, απάλυναν τις συνέπειες από τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, κι όλα αυτά ενώ απήγγειλαν σονέτα ή μιλούσαν μεταξύ τους στα λατινικά χάριν παιδειάς.

Όταν είδα την αγγελία ότι πωλούνται παλαιά έπιπλα, είδα το γραφείο και έψαξα την ιστορία του. Η πωλήτρια μου είπε ότι ήταν το γραφείο του Τριβόλη. Την πίστεψα. Κι όμως τα αντικείμενα δεν έχουν σημασία. Πιο σημαντικό είναι να γράψει κάποιος την ιστορία τους.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/645204519182400/…


37284684_644477919255060_3966177829980209152_n

Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΩΝ ΣΥΚΩΝ

18/8/2018

Βαθύ μεσημέρι, καύμα, η άσφαλτος σχεδόν έρημη. Εκείνη την ώρα τον πετυχαίνω πάντα : ένα ταλαίπωρο μηχανάκι, κι αυτός, μετρίου αναστήματος, μέσης ηλικίας, μόλις έχει γλυτώσει από κάποια καυτή κουζίνα ξενοδοχείου (τον προδίδει η στολή του, κομψή αλλά ταλαιπωρημένη από το δύσκολο οχτάωρο, τα πρώτα κουμπιά ανοιγμένα στο λαιμό).
Είναι στο δρόμο της επιστροφής, βιάζεται να πάει σπίτι του, να πλυθεί, να αλλάξει και μετά ποιος ξέρει εάν θα μπορέσει στ’ αλήθεια να ξεκουραστεί ή εάν θα πρέπει να συνεχίσει κάποια άλλη εργασία στις δύσκολες θερμοκρασίες του Αυγούστου. Και κάθε μεσημέρι τέτοια ώρα, γυρνώντας από τη δουλειά, σταματάει στην άκρη του σχεδόν έρημου δρόμου και κλέβει τα σύκα που ώριμα στάζουν το μέλι τους.
Τη συκιά αυτή δεν καταδέχεται κανείς να την τρυγήσει, ούτε καν ο νόμιμος ιδιοκτήτης της, εκεί παρατημένη στο μεταίχμιο ασφάλτου και χώματος.
Αυτός όμως, θυμάται όλες τις συκιές που έχει τρυγήσει από παιδί, όταν μέσα στην μεσημεριάτικη κάψα και παρά τις παραινέσεις και εντολές των μεγάλων να ξαπλώνει στη δροσερή κάμαρα μέχρι να περάσει η μεγάλη ζέστη, εκείνος, άνοιγε κρυφά την πόρτα στο κατώι, αφού κατέβαινε προσεχτικά την ξύλινη σκάλα με τα σανίδια που το κάθε ένα είχε διαφορετικό τρίξιμο, ανάλογα που θα το πατούσες, κι έφευγε τρέχοντας μέσα από τις ελιές. (Αχ ελευθερία! Πόσο γλυκιά η θύμησή σου!).
Εκείνη την εποχή ήταν σαν να μην υπήρχε ιδρώτας, να μην υπήρχε κούραση. Με κάποιο μυστικό τρόπο όλα τα γειτονόπουλα το έσκαγαν την ίδια εκείνη απόκρυφη ώρα κι αφού περιδιάβαιναν τα μακρινά χτήματα αντικρίζοντας εικόνες χαμένου παραδείσου (πουλιά τρυγούσαν ανενόχλητα απίδια και σταφύλια κρεμασμένα βαριά πάνω στα κλαδιά, πολύχρωμα έντομα βόμβιζαν ανεξέλεγκτα στην ησυχία της μεσημβρίας, φίδια χοντρά πλεγμένα στους κορμούς των δέντρων σε κοιτούσαν κατάματα με μεγάλα, αθώα μάτια, μικρά βατράχια παραφύλαγαν το θήραμά τους μέσα στα σκοτεινά νερά από τις αρχαίες γούρνες) – ναι, ήταν ένας κόσμος αθώος, αθώος γιατί περιείχε το καλό και το κακό, ένας κόσμος πριν από την Πτώση- κατέληγαν λοιπόν στις συκιές και γεύονταν τούτο το αριστούργημα, μέλι και αμβροσία μαζί, αθωότητα και σαγήνη, το φρούτο της ίδιας της Δημιουργίας.
Με κοιλιές χορτάτες, χέρια που μύριζαν καλοκαίρι και δόντια γεμάτα από τα σποράκια του σύκου, επέστρεφαν γαλήνιοι και πλήρεις (με την ίδια γαλήνη και πληρότητα που χρόνια μετά ανακάλυψαν ότι συνοδεύει το τέλος της ερωτικής πράξης), κρυφοπατούσαν αντίστροφα τα τριζάτα σανίδια και εμφανίζονταν νυσταγμένοι δήθεν και έκπληκτοι στους γονείς και κηδεμόνες που τους ξυπνούσαν – τάχα μου – από τη μεσημεριανή ανάπαυση τις πρώτες ώρες του απογεύματος, την ώρα που έπιανε να δροσίζει.
Κι έτσι ο κουρασμένος μάγειρας κάθε μεσημέρι δεν έκλεβε τα σύκα αλλά προσκυνούσε, ναι προσκυνούσε την χαμένη ανεπιστρεπτί παιδική του ηλικία, το σκασιαρχείο από την επιβεβλημένη ανάπαυση, ξαναγευόταν την αίσθηση του έρωτα πριν μάθει τι είναι ο έρωτας. Με λίγα λόγια εκείνη η μεσημβρινή κλοπή του έδινε τόση χαρά και ξεκούραση όσο ελάχιστα πράγματα πια στην ενήλικη ζωή του.

Στιγμιαία τον ζήλεψα.


37186642_642247746144744_2847997942168551424_n

Η ΕΠΟΧΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΕΘΑΜΕΝΕΣ ΣΑΥΡΕΣ

16/7/2018

Κάθε άνοιξη ο μικρός κήπος ζωντάνευε. Ακόμη και χωρίς ιδιαίτερες περιποιήσεις, θέριευε με καινούρια, ζωντανά πράσινα, με λουλούδια που αποκάλυπταν το χρωματιστό κεφάλι τους από τη μια στιγμή στην άλλη, με ζωντανά πλάσματα που ξυπνούσαν θαρρείς από νάρκη και τάραζαν τις φυλλωσιές και τις βραγιές.
Οι μικρές σαύρες είχαν την τιμητική τους. Πρασινωπές και στιλπνές, άλλαζαν χρώμα ανάλογα με το περιβάλλον και λιάζονταν ακίνητες με τις ώρες στους πρώτους ανοιξιάτικους ήλιους.

Οι γάτες ενθουσιάζονταν με τα καινούρια θηράματα, τις κυνηγούσαν, τις ταλαιπωρούσαν, τους έκοβαν τις ουρές τους αρχικά και κατόπιν, μετά από ώρα θανάσιμου παιγνιδιού, τις αποτελείωναν, μόνο και μόνο για να τις φέρουν με καμάρι στο κατώφλι του σπιτιού και να τις αποθέσουν στα πόδια μας.

Πρέπει να γλίτωσα κάνα – δύο, οι οποίες συνέχισαν τη ζωή τους στον κήπο, ως ανάπηροι πολέμου, χωρίς την ουρά τους. Μικρό το κακό μπροστά στη ζωή, μου είπες.

Αλλά όπως ο καιρός περνούσε και κουραζόμαστε κι εμείς, έτσι κάποια ανύποπτη στιγμή (ανύποπτη, γιατί ακόμη και σήμερα δεν μπορώ να την προσδιορίσω με ακρίβεια), οι σαύρες του κήπου παρέδωσαν τα όπλα. Σταμάτησαν την αντίσταση στις γάτες, σταμάτησαν τα πάντα.

Εξακολουθούσαν να μένουν ακίνητες και να μην κάνουν τίποτε για να αποφύγουν τους κυνηγούς. Ήταν σαν να μην τις ενδιέφερε τίποτε πια, σαν να είχαν παραιτηθεί από την ίδια τη φύση τους.
Οι γάτες, αφού ασχολήθηκαν μερικές φορές, μετά βαρέθηκαν μπροστά στις μαρμαρωμένες σαύρες, το κυνήγι είχε χάσει τη χαρά του, η φύση της γάτας και της σαύρας είχε χάσει την ισορροπία της.

Κι έτσι, ενώ πια δεν έβρισκα κολοβωμένες σαύρες να σώσω, ξαφνικά άρχισα να βλέπω ακίνητες, νεκρές, αρτιμελείς σαύρες. Την πρώτη τη βρήκα κάτω από το κρεβάτι μας. Η πρασινωπή, στιλπνή σαύρα είχε δώσει τη θέση της σε ένα γκρίζο λείψανο, σαν κάποιος να είχε ρουφήξει ξαφνικά την πνοή από μέσα της κι αυτή να βρήκε παρηγοριά κάτω από το κρεβάτι μας και να περίμενε το τέλος.

Τι έπαθες, με ρώτησες βλέποντας το ταραγμένο βλέμμα μου. Πώς κάνεις έτσι, στην εξοχή ζούμε, το σπίτι είναι γεμάτο ζωύφια και απρόσκλητους επισκέπτες.

Εγώ όμως δεν ταράχτηκα μόνο με τη σαύρα. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πόσο, παρασυρμένοι από την αγωνία της επιβίωσης, είχαμε χάσει τη φύση μας, είχαμε χάσει την ικανότητα να αντιδράμε κι έτσι περιφερόμαστε γκρίζες σκιές, σκοτεινά φαντάσματα του κάποτε εαυτού, μετρώντας απλώς τις μέρες να κυλάνε προς ένα αναπόδραστο τέλος.

Κι εσύ μια γκρίζα σκιά έχεις γίνει αγάπη μου, μια γκρίζα σκιά που έχεις σταματήσει να μου κρατάς το χέρι εδώ και καιρό χωρίς να το καταλάβεις.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/642247742811411/…


37127045_640795216289997_5895511692355305472_n

ΡΙΧΝΩ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

16/7/2018

Όταν την άφησε ο Μάρκος έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Χωρίς να το καταλάβει κι ενώ έλεγε στον εαυτό της ότι θα τα καταφέρει άρχισε να μειώνει σταδιακά τις εξόδους της από το σπίτι κι έτσι έφτασε στη μέση του καλοκαιριού, ενώ είχαν ήδη περάσει μήνες, όταν αντίκρυσε τυχαία τον εαυτό της στον καθρέφτη, χλωμό είδωλο του κάποτε εαυτού, και τρόμαξε στ΄ αλήθεια. Τούτη δω δεν ήταν η αναράιδα που καθρεφτιζόταν στο πηγάδι. Δεν ήταν ωραίο, δεν ήταν ρομαντικό. Ήταν άσχημο. Αποφάσισε να κάνει ένα μπάνιο και άρχισε να μαζεύει σε σακούλες τα προς ανακύκλωση υπολείμματα των τελευταίων μηνών, ό,τι την είχε κρατήσει ζωντανή σε πλαστική συσκευασία : κουτιά από κόκα – κόλα, κεσεδάκια από γιαούρτι, μπουκάλια από χυμούς που βρίσκονταν διασκορπισμένοι στο σπίτι σε μικρούς σωρούς και βρίσκονταν ακόμη και κάτω από το κρεβάτι της, στο μπάνιο, στον υπολογιστή που ήταν μήνες κλειστός, στο πάτωμα, πάνω στη σερβάντα που είχε από τη μάνα της. Κι έκλαψε μετά από μήνες γοερά όταν αντίκρυσε το μόγανο λεκιασμένο και θυμήθηκε όχι το Μάρκο, που χωρίς καμία συναίσθηση άφηνε τα κλειδιά του εκεί, επίτηδες θαρρείς και χάραζε το μαλακό ξύλο, αλλά τη μάνα της με τα ωραία, λεπτά της δάχτυλα να γυαλίζει το υπέροχο έπιπλο με λινέλαιο κι αυτή μικρή και με κοτσίδες να την παρατηρεί έκθαμβη βλέποντας το λούστρο να παίρνει ζωή.

Κι έτσι αποφασίζοντας ότι ήρθε η ώρα να ξαναβγεί στον κόσμο, φόρτωσε στο αυτοκίνητο την ανακύκλωση και τράβηξε να βρει κάδους, πέρα από το πέτρινο στοιχειωμένο πηγάδι, όπου μια κόρη προδομένη από τον έρωτά της τα βράδια τραβούσε κατά κει και καθρεφτιζόταν στο νερό του, πότε μαύρο τις σκοτεινές νύχτες, πότε ασημένιο τις νύχτες με φεγγάρι. Ώσπου ένα βράδυ η κόρη βούτηξε στο πηγάδι θαρρώντας ότι την καλούσε ο καθρεφτισμός του έρωτά της.

Αλλά δεν την ενδιέφερε πια αυτή η ιστορία. Έψαχνε απλώς κάδους ανακύκλωσης.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/640795212956664/…


37028775_639397716429747_884413369170264064_n

ΚΗΠΑΡΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

13/7/2018

Η Θέκλη περπατούσε στο πάτημα ανάμεσα στα κηπάρια για να φτάσει στο δικό της. Δεν είχε μόνο τις ελιές της σήμερα στο μυαλό της. Σκέψεις μαύρες και πολλές ρυτίδιαζαν το μέτωπό της που ήταν καμαρωμένο και τα γαϊτανόφρυδά της είχαν σμίξει. Δεν πρόσεχε καθόλου τη βηματισιά της και το ροκέτο της μπλέχτηκε στον τρόχαλο στρίβοντας
για το κηπάρι της.
Μόνο τότε σήκωσε το βλέμμα κι εκεί ξεθόλωσε, αυτό πάντα συνέβαινε στη Θέκλη, από μικρό κορίτσι που ανέβαινε με τη συνονόματη νόνα της όλο το δρόμο ποδαράτο από το σπίτι για να φτάσουν σε τούτο το μακρινό κηπάρι που ήταν η προίκα της νονίτσας της και κατόπι θα γενότανε η δικιά της,
έτσι της έλεγε.
Με γαλιφιές λοιπόν και παινέματα τηνε καλόπιανε και κάνανε το δρόμο, μα μόλις στρίβανε στην ελιά του Αυγουστή της περνάγανε όλα καθώς της κοβότανε η ανάσα : ετούτο το κηπάρι της Θέκλης νόνας και κατόπι της Θέκλης της κανονικιάς ήταν ένα κηπάρι που τραμπαλιζότανε μεταξύ γης και ουρανού, νόμιζες που κρεμότανε απάνου από τη θάλασσα, άπλωνες το χέρι σου να πιάσεις έναν κλώνο της ελιάς και νόμιζες ότι ακουμπούσες τον Ορθόλιθο, έλεγες που συνομιλούσες με το Θεό, ακόμη και η περιποίηση και το μάζεμα της ελιάς εκεί πάνω
αποκτούσε μια υπερφυσική διάσταση.
Έτσι κι εκείνο το καλοκαιρινό απόγευμα η Θέκλη, πνιγμένη από τον έρωτά της για το Νιόνιο, πνιγμένη από τις υποσχέσεις του ότι θα αφήσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του, πνιγμένη από την τελευταία δήλωσή του ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτε από τα παραπάνω, πνιγμένη από τις μυρωδιές από τα θρούμπια κι από τα μελισσόχορτα, πνιγμένη από το ροκέτο της που δεν μπορούσε να κρύψει πια τη γκαστρωμένη της κοιλιά, πνιγμένη από τις ματιές κι από τις κρυφές κουβέντες, πνιγμένη από την τελευταία εικόνα του αδύναμου έρωτά της να ακουμπάει τα χέρια του πάνω στη φουσκωμένη της κοιλιά και να της σιγοψιθυρίζει με τρυφερότητα «μ’ ένα πόνο ψυχή μου, μ’ ένα πόνο», εκεί, στο μέρος που έβρισκε παρηγοριά και ορμήνεια, που συνομιλούσε μυστικά μ’ όσους την αγαπούσαν στη σφαίρα του αόρατου (τη νονίτσα της στα σίγουρα, μια κατσίκα που είχε μικρό κορίτσι), αντιλαμβανόμενη ότι δεν θα άντεχε τη ζωή χωρίς το Νιόνιο και συνάμα να περιφέρει τον καρπό του έρωτά τους, βούτηξε αποφασιστικά και ήρεμα στο κενό.

Την βρήκαν την άλλη μέρα
. Ένα συμπονετικό σκινάρι την είχε κρατήσει αγκαλιά όλη νύχτα και δεν την είχε παραμορφώσει.
Την βρήκαν με γαλήνια έκφραση στο πρόσωπό της.
Και να εγώ σήμερα, εξ αίματος απόγονος, να κάθομαι στο κηπάρι της και να κοιτάω τον ήλιο να βουτάει στη θάλασσα.
Με έχουν μεθύσει κι εμένα οι μυρωδιές από τα θρούμπια και τα μελισσόχορτα. Κλαίω κι εγώ τη μεγάλη μου αγάπη. Οι ψυχές μας συναντήθηκαν κι αγαπήθηκαν αλλά δεν μπόρεσαν να μείνουν μαζί. Δεν μπορούσε να αγαπήσει τις γυναίκες, ήταν ένας άγονος αγώνας. Έκλαψα πολύ και βασανίστηκα σαν τη Θέκλη. Προχώρησα. Γνώρισα κάποιον άλλον κι έμεινα έγκυος. Η κοιλιά μου είναι πια εμφανής. Με είδε προχτές στην πλατεία. Με κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Μ’ ένα πόνο ψυχή μου, μ’ ένα πόνο» μου είπε με τόση τρυφερότητα που λύγισα.

Σήμερα εδώ, στο ουράνιο κηπάρι,
ακούω τη Θέκλη από τον κόσμο του αόρατου να με συμβουλεύει. «Σωστά έπραξες» μου λέει. «Η ζωή προχωράει, η ζωή εξελίσσεται. Μ’ εμένα ήταν αλλιώς. Και στο κάτω – κάτω, τι είναι αυτό που νομίζουμε ότι θέλουμε; Μήπως είναι μια αντανάκλαση του εαυτού μας στον καθρέφτη και μόνο; Η ζωή όμως δεν φτιάχνεται με αντικατοπτρισμούς, η ζωή φτιάχνεται με γεγονότα. Προχώρα!»
Εκείνη τη στιγμή το μωρό με κλώτσησε πιο ζωηρά από ποτέ κι εκεί στο κηπάρι της, μεταξύ γης και ουρανού, την ώρα που ο ήλιος βουτούσε στη θάλασσα, αντιλήφθηκα την αλήθεια και υποσχέθηκα να του δώσω το όνομά της.
Είναι κρίμα να χαθεί από την οικογένεια.


36973623_638301456539373_3425181541762859008_n

ΜΕ ΤΟ ΒΕΛΟΝΙ

12/7/2018

Είχε ήδη τριανταρίσει και επέστρεψε στο νησί μετρώντας τις αποτυχίες του.
Φύση φιλόδοξη και περιπετειώδης είχε προλάβει να φαλιρίσει στα εμπόρια και στο γάμο του.

Ευτυχώς την τσέπη του ζέσταινε το χαρτί του διαζευκτηρίου, απορούσε κι εκείνος πώς τα είχε καταφέρει κι απελευθερωμένος από το παρελθόν πίσω στον τόπο της καταγωγής του θα προσπαθούσε χωρίς βαρίδια να σχεδιάσει το μέλλον του.

Στο χωριό του Όρους την αντίκρυσε στο σκαλοπάτι της εξώπορτάς της, σκυμμένη με προσοχή πάνω σ’ ένα εργόχειρο.

Δεν κατάλαβε τι τον έκανε να σταματήσει, η γλυκιά ομορφιά της ή η θρησκευτική σχεδόν προσήλωσή της πάνω στο ύφασμα.

Όταν αυτή επιτέλους σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε αυτός αντιλήφθηκε ότι η συνάντηση δεν ήταν τυχαία.
Αυτή ήταν μόλις δεκαέξι χρονών.
Αυτός δεν κρύφτηκε καθόλου και εξιστόρησε τα πάντα στα μελλοντικά πεθερικά του.
Ο πεθερός του, άνθρωπος ξύπνιος και ανοιχτόμυαλος για την εποχή του, κατανόησε κι αυτός το μοιραίο της συνάντησης και διείδε αμέσως τις ευτυχείς προοπτικές για το ζευγάρι.

Σύντομα ο γάμος τους συνδύασε εκτός από τη φλόγα του έρωτα και τις ικανότητες του νέου ζευγαριού : τις ιδιαίτερες δεξιότητες της νύφης στο εργόχειρο με το επιχειρηματικό πνεύμα του γαμπρού.
Το ζεύγος τη σελήνη του μέλιτος προτίμησε να την περάσει στην πρωτεύουσα όπου η νύφη παρακολούθησε μετ’ επαίνων την καλύτερη σχολή κοπτικής – ραπτικής και εργοχείρου που της έδωσε τη δυνατότητα να διδάξει και να ανοίξει τη δική της σχολή.

Ο γαμπρός αντίστοιχα ενημερωνόταν για τις ραπτομηχανές τελευταίας τεχνολογίας και το κόστος λοιπών υλικών για να καταλήξει να παραγγείλει τις ανυπέρβλητες βέβαια SINGER.

Επέστρεψαν στο χωριό και έφτιαξαν την πρώτη σχολή διδάσκοντας την τέχνη στα κορίτσια των χωριών του Όρους και δίνοντάς τους μια εναλλακτική στη λασπωμένη ζωή με το τσαπί στο χέρι και το συνεχές σκύψιμο με όλους τους καιρούς για το μάζεμα της ελιάς.

Γρήγορα έγιναν ονομαστοί και μπήκαν στην πόλη, έπιασαν διαμέρισμα και μετέφεραν τη σχολή δίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα στα κορίτσια των χωριών να μένουν μέσα ως οικότροφες.

Το γούστο της, η καλαισθησία της, η καθοδήγησή της στα κορίτσια ήταν ονομαστές.
Από τα χέρια της πέρασαν γενιές ολόκληρες.
Γενιές που με το βελόνι τάισαν οικογένειες, προίκισαν κόρες, σπούδασαν παιδιά, τα έβγαλαν πέρα σε αρρώστιες, με το βελόνι, πριν έρθει το πρετ – α – πορτέ και τα σαρώσει όλα.

Οι μαθήτριές της τη θυμούνταν με αγάπη, συχνά – πυκνά περνούσαν τα καλοκαίρια από το χωριό όταν ξεκαλοκαίριαζαν για να τη χαιρετίσουν, καμιά φορά κι από την πόλη για ένα καφέ όταν κατέβαιναν για δουλειές. Κάνα – δύο κάναν μόνο ότι δεν την ξέρουν.
Η μία είχε παντρευτεί με πλούσιο δικηγόρο και ξέχασε ότι έμαθε να επιβιώνει με το βελόνι.
Αυτός , φυσιολογικά, έφυγε πρώτος. Αυτή έζησε ήρεμα αρκετά χρόνια ακόμη. Η εγγονή της με καμάρι μου δείχνει φωτογραφίες της κομψής καλλονής ανάμεσα στις μαθήτριές της.
Φορούν όλες όμορφες, λιτές στολές.
Προφανώς είναι το πρώτο τους έργο στο μάθημα της κοπτικής – ραπτικής.
Μου δείχνει τα βραβεία της και την πρώτη της ραπτομηχανή.

Πήγα και στην κηδεία της. Ήταν αρκετές μαθήτριες της, γιαγιάδες όλες πια. Νομίζω μάλιστα, δεν είμαι και σίγουρη καθώς στις κηδείες πάντα κλαίω και τα μάτια μου είναι θολωμένα, ότι μία από αυτές, πέταξε μαζί με το χώμα στον τάφο και μια μικρή κουβαρίστρα.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/638301453206040/…


36718480_633334430369409_1149390384359538688_n

ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑ

8/7/2018

Πηγαίνεις στο σούπερ – μάρκετ με σαράντα βαθμούς υπό σκιάν. Είναι γεμάτο τουρίστες – ιστιοπλόους που ψωνίζουν προμήθειες για μια βδομάδα διακοπών σε σκάφος. Κοιτάζεις έκθαμβη τα γεμάτα καρότσια – θα μπορούσαν να θρέψουν ένα μικρό χωριό. Ψέμματα, τόσο πολύ τρώμε πια όλοι μας, σαν ένα μικρό χωριό. Διαλέγεις τα δικά σου ψώνια όταν αντικρίζεις το Γεράσιμο. Την τελευταία φορά που τον είχες δει σου είχε κόψει ένα κοτόπουλο στον πάγκο με τα κρέατα –είχατε να βρεθείτε από το Γυμνάσιο – και σου είχε πει απνευστί την ιστορία της ζωής του. Πόσα λίγα έπαιρνε δουλεύοντας στα κρέατα στο σούπερ – μάρκετ και πως η κοπέλα του, η οποία νόμιζε πώς η ζωή είναι να πίνεις χαλαρούς καφέδες σε ειδυλλιακά μέρη, δεν ήθελε να δουλεύει με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ζήσουν μαζί.

Στους 40 βαθμούς ο Γεράσιμος χαμογελάει μέσα από την καινούρια του στολή προϊσταμένου. Τον συγχαίρεις για την αναβάθμιση αλλά ξέρεις – χωρίς να το πείτε- ότι τον συγχαίρεις για μια καινούρια ζωή : για μια κοπέλα που τον θέλει γι’ αυτό που είναι, ένας χαρωπός άντρας που δουλεύει υπάλληλος στο σούπερ – μάρκετ, μια κοπέλα που δουλεύει κι αυτή κάπου ταπεινά αλλά που το βράδυ γυρνάει σε ένα σπίτι με τον Γεράσιμο και χτίζουν μια καθημερινότητα παρέα.

Βγαίνοντας, στα φανάρια βλέπεις πάνω στο μηχανάκι τους τον κύριο Άκη και την κυρία Λέλα. Είναι κι οι δυο κοντά στα εβδομήντα, η Λέλα με μαύρη ρίζα σε ντεκαπέ μαλλί, πρόσωπο γερασμένης Μπριζίτ Μπαρντό, κοιλιά και μπούτια που επιμένει να περιφέρει μέσα σε σορτσάκια. Ο κύριος Άκης, με χοντρό μουστάκι και γυαλιά πιλότου, επιμένει να πίνει μπίρες προσθέτοντας στο προκοίλι της ηλικίας και στο ζάχαρο. Σε χαιρετάνε. Επιστρέφουν σπίτι από το μπάνιο τους.

Ξέρεις, ότι τα τελευταία σαράντα χρόνια κολυμπάνε αγκαλιά στη θάλασσα λες κι είναι ακόμη το νεαρό, ερωτευμένο ζευγάρι του άλλοτε. Ξέρεις ότι ο Άκης ακόμη θεωρεί ότι η Λέλα είναι η πιο όμορφη κοπέλα στο Μαντούκι (κοπέλα, ναι και σήμερα κοπέλα τη λέει). Ξέρεις ότι αυτή η τρυφερότητά τους στο νερό δεν είναι παρά μια αντανάκλαση της τρυφερότητας που τους κράτησε τόσα χρόνια μαζί, σε εύκολα και κυρίως σε δύσκολα. Τόσο πολύ τα ξέρεις αυτά που ακόμη κι εσύ όταν τους αντικρίζεις βλέπεις το ζευγάρι στη φωτογραφία του γάμου τους, χωρίς νυφικό και βιαστικά μετά το κλέψιμό τους, για το οποίο μιλάνε ακόμη.

Σκουπίζεις τον ιδρώτα που τρέχει παρά τον κλιματισμό του αυτοκινήτου. Πλησιάζεις στη γειτονιά. Τα αδέσποτα είναι μαζεμένα γύρω από τα μπολ με φαγητό και νερό που βγάζει κάθε μέρα η Μίνα, πόσο μάλλον σήμερα με τον καύσωνα. Η Μίνα δεν είναι καμία παλιακή γεροντοκόρη χωρίς έννοιες που έχει αφιερωθεί στα ζώα. Η Μίνα, όμορφη και μοντέρνα, φροντίζει άντρα, γιο, κατάκοιτα πεθερικά κι όλα τα ζώα της γειτονιάς. Κι εσένα φροντίζει με ένα μαγικό τρόπο : η καλημέρα που επιφυλάσσει για τον καθένα, ο τρόπος με τον οποίο σε ρωτάει με αληθινό ενδιαφέρον τι κάνεις, η τρυφερότητα που αναδύεται από κάθε πόρο της κάνουν τη Μίνα το αρχέτυπο της μάνας. Παρηγοριά ακόμη και στις δύσκολες καιρικές συνθήκες.

Στην είσοδο της πολυκατοικίας συναντάς το Γιώργο. Δεν θα πας για μπάνιο; Του λες. Ο Γιώργος, αφού σου κρατάει την πόρτα του ασανσέρ για να μπεις με τα ψώνια σου εξηγεί ότι σήμερα είναι Σάββατο και τα τελευταία χρόνια, βρέξει – χιονίσει ο Γιώργος πάει στη γιαγιά του που είναι κατάκοιτη στο Γηροκομείο. Ο Γιώργος θα χάσει σήμερα την παρέα του για να πάει στη γιαγιά που τον κουνάρησε και να της κρατήσει το χέρι στους σαράντα βαθμούς υπό σκιάν, να της δώσει λίγες κουταλιές πορτοκαλάδα και να της πει τα νέα της εβδομάδας. Κι ας μην καταλαβαίνει πια τόσα πράγματα η γιαγιά του Γιώργου. Ο Γιώργος δεν τα λέει όλα αυτά. Ο Γιώργος απλά σου λέει ότι είναι η μέρα της γιαγιάς του. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις εσύ.

Σε ένα συνοικιακό, λούμπεν καφενείο, με φτηνό καφέ κι ένα αιρ – κοντίσιον που πνέει τα λοίσθια, ο Θανάσης είναι καρφωμένος στον πάγκο του μπαρ από το πρωί. Γιατί κάθε πρωί έχει βάρδια μια μικρή Αλβανίδα, η Μιράντα, ένα πλάσμα σα λουλούδι ξεριζωμένο και πεταγμένο μέσα στο βρώμικο καφέ, που ο Θανάσης και μόνο που τη βλέπει θέλει να την τραβήξει στην αγκαλιά του.

Ο Θανάσης δεν πρόκειται να το κάνει ποτέ αυτό : δεν είναι μόνο τα τριάντα χρόνια που τους χωρίζουν, δεν είναι ότι αν ο Θανάσης ήθελε παρέα θα την έβρισκε στο παραδίπλα μαγαζί, δεν είναι ότι κάπου στο βάθος υπάρχει μια κυρία Θανάση με την οποία λένε οριακά καλημέρα το πρωί. Ο Θανάσης θέλει να βρίσκεται απλά εκεί, να παρατηρεί τη Μιράντα να σερβίρει και να την προστατεύει, με την παρουσία του και μόνο από κάθε κακό που μπορεί να της συμβεί στη βάρδια της. Δεν της κολλάει, δεν της μιλάει πέρα από τα τυπικά.

Στο Θανάση αρκεί που η Μιράντα υπάρχει και την καλύπτει με ένα τέτοιο πέπλο προστασίας που η μικρή το νιώθει και στ’ αλήθεια, ακόμη και η σημερινή βάρδια με τους σαράντα βαθμούς κι ενώ η υπόλοιπη παρέα της είναι στη θάλασσα δεν την ενοχλεί, δεν την ενοχλεί.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/633334427036076/…


36723790_632333233802862_3447723879479377920_n

ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΙΚΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

6/7/2018

Αυτό είναι ένα πικρό τραγούδι.

Ένα τραγούδι νέγρικο. Ένα τραγούδι της απελπισίας.

Μιλάει για τη Σάλυ και το Τζο. Και το αντάμωμά τους εκείνο το μοιραίο καλοκαίρι.

Εκείνο το καλοκαίρι που η σάρκα του ενός διψούσε για τη σάρκα του άλλου. Κρεβάτι είχαν τα χωράφια με το βαμβάκι. Και τον ουρανό από πάνω τους για σκέπασμα. Κι ο πόθος τους ριγούσε τα καλαμπόκια. Και ανατρίχιαζε τα κορίτσια πάνω στην πρώτη ήβη. Και μέρωνε τα σκυλιά. Κι ακόμη κι ο αφέντης ήταν πιο μαλακός εκείνο το καλοκαίρι που έσμιξαν η Σάλυ και ο Τζο.

Μα η Σάλυ έπρεπε να γυρνάει πίσω στον άντρα της. Εκείνος μύριζε το Τζο πάνω στο δέρμα της. Και στο μικρό χαμόγελο στην άκρη των χειλιών της τον μύριζε. Και τα μικρά της έκλαιγαν ζητώντας την. Κι ο Τζο μετά το σμίξιμο μασούσε καλαμπόκια και τραγουδούσε τραγούδια που πρέπει να είχε ακούσει από τη μάνα του. Κι εκείνη από τη μάνα της πίσω στην Αφρική. Τραγουδούσε κι ήταν σα να έκλαιγε γιατί έφευγε η αγάπη του από κοντά του. Και μετρούσε τις ώρες μέχρι να ξανασμίξουν.

Και τότε ξαφνικά εκείνο το καλοκαίρι της χαράς χάθηκε όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα σύννεφα που από άσπρα σαν το βαμβάκι έγιναν μολυβένια. Τότε με τα πρώτα αστραπόβροντα ο άντρας της Σάλυ έσφαξε το Τζο με το μαχαίρι που έκοβε το καλαμπόκι. Του Τζο, ακόμη και την ώρα που ψυχορραγούσε, δεν του έφευγε εκείνο το πικρό χαμόγελο από τα χείλη, θύμηση του σμιξίματός του με τη Σάλυ, θύμηση του χωρισμού τους μετά τον έρωτα.

Έφυγε η χαρά εκείνο το καλοκαίρι, γι’ αυτό ετούτο είναι ένα πικρό τραγούδι.

Κι εγώ είμαι μια χοντρή, ξυπόλητη γρια γυναίκα που ετούτο το απόγευμα του καλοκαιριού κάθομαι στα σκαλοπάτια και κοιτάω τα μπαμπακοχώραφα. Και μου βγαίνει μόνο ένα πικρό τραγούδι.

Για το Τζο και για το κορίτσι που ήμουν εκείνο το καλοκαίρι.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/632333230469529/…


36575366_630206854015500_4553119818609328128_n

ΕΝΑ ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΤΗ ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟ

4/7/2018

Καλοκαίρι, φως σκληρό, εσύ, εγώ κι ένα δωμάτιο καταμεσής ενός χωραφιού. Το χωράφι είναι ξερό, κίτρινο και καφέ, άνυδρο. Το δωμάτιο είναι ένα τίποτε, ένα ξύλινο κρεβάτι, κρύα πλακάκια, στο μπάνιο μια βρύση στάζει.

Είναι όμως καλοκαίρι κι εδώ βρίσκουμε καταφύγιο από την κάψα.

Είναι καλοκαίρι, εσύ, εγώ, δυο παιδιά στα είκοσί μας σ’ ένα δωμάτιο στη Φολέγανδρο.

Γυρνάμε από τη θάλασσα περπατώντας, κρατιόμαστε από το χέρι. Αγγίζουμε τις καυτές πέτρες της ξερολιθιάς. Αλάτι παντού στο σώμα σου, στ’ ακροδάχτυλά μου, καλοκαίρι· εσύ κι εγώ.
.
Στο δωμάτιο καταμεσής του χωραφιού δεν υπάρχει χρόνος, δεν υπάρχουν άλλοι. Δεν υπάρχουν λέξεις σκληρές, ούτε άστοχες κουβέντες για να ματώσουν τη στιγμή.

Το καλοκαίρι στα νησιά αυτό τουλάχιστον το μάθημα στο μαθαίνει : μόνο το τώρα υπάρχει, εσύ κι εγώ. Οι στόχοι, τα όνειρα, οι άλλοι, οι επιθυμίες για το Άλλο δεν έχουν θέση σ’ ένα δωμάτιο στη Φολέγανδρο.

Υπάρχεις μόνο εσύ κι εγώ και τα είκοσί μας χρόνια. Το καύμα του μεσημεριού και η δροσερή θαλασσινή σπηλιά που είναι το δωμάτιο στη Φολέγανδρο.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/630206850682167/…


36496815_627800867589432_8755027504156114944_n

ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΕΙΣ…

2/7/2018

Τηνε ξεχώρισε ένα λιόγερμα του Αυγούστου.

Τον είχανε ζαλίσει οι βόμβοι κι οι μυρωδιές.

Όλη μέρα στο χτήμα, ζέστη, ιδρώτας και κάματος κι εκείνος απολάμβανε αυτό που είχε μάθει από παιδί να θεωρεί δικό του.

Μέσα στην αβάσταχτη γλύκα του τοπίου και τα γρέτζα πρόσωπα των υπολοίπων το δικό της καταύγαζε σαν λευκός κρίνος, σαν χλωμή σελήνη, λες κι αυτή η σκληρή αγροτική ζωή περνούσε από πάνω της και δεν την ακουμπούσε αλλά αντίθετα την εξύψωνε σε κάτι πέραν του κόσμου τούτου, τόσο παράταιρη από τα υπόλοιπα παιδιά της μάνας της, τόσο διαφορετική από τις υπόλοιπες κοπέλες του χωριού της.
Κι ας τους χώριζε χάσμα τεράστιο, ήταν τέτοιος ο κεραυνός που ένιωσε εκείνο το λιόγερμα κι ήταν τέτοιος ο χαρακτήρας του που την στεφανώθηκε χωρίς πολλά – πολλά. Και την επέβαλλε. Κι ας έκανε η μάνα του η κοντέσσα να του μιλήσει κάνα δίχρονο.

Ήτανε τόση η ομορφιά της που έμπαινε στα σαλόνια στολισμένη με τα λούσα που της έφερνε κι αμέσως έλιωναν οι πάγοι.
Κι ήτανε τέτοια η γλυκάδα στο βλέμμα της που σαν σε κοιτούσε γαλήνευες σα να ξυπνούσες αποκαρωμένος στον ελαιώνα.

Είχε γίνει θρύλος στα χωριά του Όρους και οι κοπέλες στις ελιές την καλοτυχούσανε και τραγουδούσανε το « Δε θέλω να δουλεύεις», φήμες λέγανε ότι το’ χανε γράψει γι’ αυτήν. Κι ας περνούσανε τα χρόνια, η ομορφιά της έμενε εκεί, άθικτη, υπέροχη, μνημειώδης.

Κι όμως αυτή η κούκλα από αλάβαστρο είχε τα ταπεινά χέρια της καταγωγής της : τετράγωνα, με κοντά δάχτυλα, ζαρωμένα, αφυδατωμένα με πανάδες από τους ήλιους και την κακοπέραση, κουβαλούσαν συσσωρευμένους αιώνες μόχθου και χειρωνακτικής εργασίας, ασύμβατα τελείως με την καλλονή που τα έφερε και που παρ’ όλες τις μετέπειτα περιποιήσεις αρνούνταν πεισματικά να ευπρεπιστούν.

Η μπιζνόνα μου σε όλες της τις φωτογραφίες εμφανίζεται με γάντια.
Τα χέρια της ταπεινής καταγωγής της επιμελώς κρύβονται.

Όταν μετά τις γέννες της τα βρέφη εμφανίζονται στην κοντέσσα πεθερά της εκείνη το πρώτο που κοιτάει είναι τα χεράκια τους. Με στεναγμούς ανακούφισης μπροστά στα αριστοκρατικά μακριά τους δάχτυλα ασπάζεται τα εγγόνια.

Η μπιζνόνα μου χαμογελάει με συγκατάβαση. Εκείνη ξέρει καλύτερα τους νόμους της γενετικής, δεν έχει ξεγεννήσει τσάμπα τόσες μαρτίνες.

Γνωρίζει ότι κάποια χαρακτηριστικά έχουν την τάση να πηδάνε τις γενεές αλλά πάντα επανεμφανίζονται.

Εγώ δεν είμαι τόσο όμορφη όσο εκείνη αλλά δεν έχω παράπονο. Έχω όμως τα χέρια της.
Ατόφια.
Σπουδαίο πράγμα.
Μου δείχνουν από πού έρχομαι.
Με κρατάνε σταθερά στη γη.
Μου έχουν μάθει να την περιποιούμαι.
Να φυτεύω και να σκαλίζω.
Να μαζεύω τις ελιές.
Να κλαδεύω τ’ αμπέλια.
Να ζυμώνω ψωμί.
Να το μοιράζομαι.
Να αγαπάω.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/627800864256099/…


36286696_624810937888425_3359565410826452992_n

ΕΠΙΘΥΜΙΑ

29/6/2018

Η Δέσπω σερβίριζε στην ταβέρνα του αντρός της, στα έγκατα της πόλης. Η ταβέρνα ήταν τρεις τοίχοι μαυρισμένοι από τη λαδοφωτιά, πατημένο χώμα για πάτωμα, δύο ξύλινα, γρέτζα τραπέζια και μπάγκοι. Η ταβέρνα σερβίριζε κρασί από το νότο στο χρώμα του θολού κεχριμπαριού. Δεν υπήρχαν μεζέδες, δεν υπήρχε φαγητό. Οι απόκληροι της πόλης, ο Νιόνιος με το κάρο του, θεληματάρηδες και μοναχικοί εργατικοί στέκονταν σαν απολιθώματα και κατέβαζαν τα καρτούτσα χωρίς κουβέντες, αργά και τελετουργικά, μαζί με το Μίκιο, κατ’ επίφαση ταβερνιάρη και σύζυγο της Δέσπως, στην πραγματικότητα μια χλωμή νυχτοπεταλούδα χωρίς ενέργεια για τη ζωή, συμπότη των πελατών του, βάρος της γυναικός του και μαζί αγάπη της ζωής της, ψυχή ευγενικιά και άβουλη και έμβλημα του σκοτεινού μαγαζιού τους. Κι έτσι η Δέσπω, άκληρη καθώς ο θεός δεν έστερξε να της στείλει καρπό στην κοιλιά της, πονετική αλλά και ξύπνια, σκέφτηκε για να ζήσει εαυτόν και το Μίκιο να νοικιάζει την κάμαρή της πάνω από την ταβέρνα με την ώρα σε ζευγάρια που φλέγονταν ν’ ανταμώσουν αλλά σε κείνους τους καιρούς έπρεπε να κρύβουν την επιθυμία της σάρκας σαν αρρώστια και σαν στίγμα.

Η πόλη κάτω από την πόλη, πίσω από τα μαγαζιά και τα τίμια σπίτια, βογγάει από ηδονή. Δεν είναι μόνο η κάμαρα της Δέσπως που προσφέρει καταφύγιο. Τα ερειπωμένα φρούρια προστατεύουν τους εραστές. Στη μίνα κάθε βράδυ κάνουν πραγματικότητα τη φαντασία τους οι άντρες που επιθυμούν άλλους άντρες. Στην πλατεία της Λεμονιάς υπάρχει ένα σπίτι ονομαστό. Ο ψαράς που φέρνει το ψάρι στην κοντέσα κάνει μια στάση στην κουζίνα να χαϊδέψει τα μπούτια της μικρής ψυχοκόρης. Κι ο κόντες πίνοντας την τσιτσιμπύρα του στο Λιστόν λιμπίζεται τη δεσποινίδα Μηνιάτη που περνάει μπροστά του με τις φίλες της : το στήθος της διαγράφεται αγαλματένιο μέσα από τη μουσελίνα.

Αχ Κορυφώ που κρύβεις τόσα μυστικά. Σε μια άλλη κάμαρα η σιόρα Φιόρη βοηθάει τις άμυαλες να ξεφορτωθούν έμβρυα κρυφών ερώτων. Στο πίσω μέρος μιας σπετσερίας ένας γέρος φαρμακοποιός πουλάει φάρμακα για τη στύση και για τη γονιμότητα. Ο πιλοποιός κύριος Νείλος κάθε βράδυ γλεντάει αλλού. Η γυναίκα του, ένα κορίτσι όμορφο σαν Μαντόνα, γέννησε ένα όμορφο, καθυστερημένο αγόρι. Η σύφιλη είναι βαριά κληρονομιά. Ετούτο δω το αγόρι σκέφτομαι, τόσο όμορφο, τόσο στερημένο μέσα στην αθωότητά του είναι ο σύγχρονος Ερωτιδέας.

Αχ Κορυφώ. Οι ώρες, οι μέρες περνάνε μέσα στη βροχή, μέσα στην προσμονή. Η επιθυμία φουντώνει μαζί με την όστρια. Η Δέσπω στρώνει το κρεβάτι στην κάμαρη. Αφήνει το κλειδί στο περβάζι στη σκάλα. Ακούει τα βήματά της, τα τακούνια της χτυπάνε στις πλάκες. Θα ανεβεί και θα τον περιμένει. Εκείνος έρχεται πέντε λεπτά μετά. Κατεβαίνει γρήγορα στην ταβέρνα. Ο Μίκιος, άγιος με φωτοστέφανο, της χαμογελάει σαν αρνί. Η καρδιά της αγαλλιάζει. Από πάνω ακούγονται σε λίγο οι θόρυβοι του έρωτα.

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/624810934555092/…


36261304_621961971506655_6232370830693629952_n

ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΛΙΜΠΡΕΤΟ

28/6/2018

Η πόλη που γεννήθηκα είναι χτισμένη εδώ κι αιώνες. Ο πυρήνας της, εκεί που μεγάλωσα, είναι μια μήτρα φτιαγμένη να σε κρατήσει προφυλαγμένο από τις επιδρομές. Τα σπίτια, τα περισσότερα σπίτια δηλαδή, είναι στενά και ψηλά, για να κερδίσουν χώρο, για να στεγάσουν όσους περισσότερους μπορούν. Το καλοκαίρι τα παράθυρά τους μένουν κλειστά κατά τη διάρκεια της ζέστης της ημέρας . Η ζέστη αυτή, βοηθούμενη από την υγρασία, γίνεται αποπνικτική. Η πόλη τότε κοιμάται πίσω από τα κλειστά πατζούρια ή ακριβέστερα ρίχνει τους ρυθμούς της, αντίδοτο στην επιβίωση. Έτσι γεννήθηκε ο μύθος για την ραθυμία των ντόπιων, άλλωστε όλες οι μυθολογίες μια πραγματικότητα προσπάθησαν να περιγράψουν.

Η πόλη είναι ένα καβούκι που αρνείται να παραδοθεί. Υπάρχουν ακόμη σπίτια που έχουν ελάχιστες μετατροπές από τους περασμένους αιώνες. Υπάρχουν πέτρινοι τοίχοι που αν ακουμπήσεις το αυτί σου θα ακούσεις τις συνομιλίες των ενοίκων, εννοώ όλων των ενοίκων που τα έχουν κατοικήσει.

Υπάρχουν μοροφίντα που αν τα ξύσεις προσεκτικά θα φανερωθούν οι στρώσεις της μπογιάς σαν το ουράνιο τόξο : ένα παλ ουράνιο τόξο, πράσινο βεραμάν, γαλάζιο γκρι του Ιονίου, ώχρα και ροζ της στάχτης. Αν τα προσέξεις και δεν τα σκεπάσεις βιαστικά με καινούριο χρώμα θα διαβάσεις την ιστορία της πόλης. Παράθυρα, τοίχοι, σκεπές και παλιές καμινάδες σου λένε πολλά.

Παράθυρα που θα ανοίξουν δειλά με το λιόγερμα για να μπει αέρας στο σπίτι, να αναδευτεί η υγρασία, να δροσίσει.

Παράθυρα κλειστά το μεσημέρι. Το πρώτο δεξιά είναι πάντα λιμπρέτο. Πίσω από τις γρίλιες κοιτάζει πάντα την κίνηση του καντουνιού.

Παράθυρα κλειστά νωρίς το απόγευμα. Ανοίγει ξαφνικά. Δυο χέρια τινάζουν την άμμο από μια πετσέτα θάλασσας. Οι κόκκοι πέφτουν από ψηλά και μέσα στην ησυχία ακούγονται θαρρείς να σκάνε στις μαλτεζόπλακες.

Δυο χέρια απλώνουν σε ένα λεπτό σκοινάκι ένα μπανιερό. Στάζει νερό στις πλάκες, στάλες χοντρές. Ένας περαστικός που του ήρθε η στάλα στο κεφάλι κοιτάει ψηλά. Το παράθυρο είναι και πάλι κλειστό.

Δυο χέρια ανοίγουν το παράθυρο και πετάνε ένα παιδικό δόντι στα απέναντι κεραμίδια.

Δυο χέρια ανοίγουν το παράθυρο τη νύχτα. Με με αφήσεις, θα πέσω. Απαλά δυο χέρια την τραβάνε πίσω. Απαλά σβήνει το φως στην κάμαρα. Απαλά έρχεται ο ύπνος στην πόλη.

(Η φωτογραφία είναι του Άγγελου Παππά)

https://www.facebook.com/…/a.235451276824…/621961964839989/…