ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

44916303_2166006170085133_699492804916674560_n

Όχι!

28/10/2018

Η ζωή των ανθρώπων ξεκινάει πάντα με ένα «Όχι».

Κανένας , εξ όσων γνωρίζω , δεν βγήκε από την κοιλιά της μάνα του χασκογελώντας.

Όλοι κλαίγοντας γοερά ήρθαμε στον κόσμο.

Οι σταρ της ψυχανάλυσης λένε ότι έτσι εξηγείται και η αρνητικότητα των παιδιών .

‘Ώσπου να μεγαλώσουν λένε συνέχεια «όχι».

Μεσήλικες το γυρίζουν στο «ναι μεν αλλά» και γερνώντας λένε «ναι» σε όλα.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο λαομίσητες κυβερνήσεις στηρίζονται βασικά στην Τρίτη ηλικία.

Η περίπτωση μου είναι λίγο πιο σύνθετη.

Βγαίνοντας από την κοιλιά της μάνας μου αντιστάθηκα με κάθε τρόπο.

Γαντζώθηκα στα τοιχώματα τόσο που η μαμή με τράβαγε για ώρα λυσσασμένα από το κεφάλι.

Το αποτέλεσμα ήταν να βγω τελικά με μια λακκούβα στο κρανίο από τον αντίχειρα της.

Αυτή η λακκούβα φαίνεται ότι κάτι πείραξε μέσα στο μικρό μου το μυαλό και ως παιδί έλεγα πάντα «ναι».

Πειράχτηκε κάποιο νεύρο του εγκεφάλου μου και δεν μπορούσα να πω «όχι».

Έφτασα στο σημείο να τρώω με το ζόρι την πάνα από το φρέσκο γάλα, που μου βράζε η μάνα μου, αδιαμαρτύρητα και με απανωτές τάσεις για εμετό.

Θυμάμαι μια φορά που ήμουν μαθητής είχα κατέβει στην Σόλωνος να αγοράσω κάτι εργαλεία σχεδίου.

Είχα ώρα και αποφάσισα να γυρίσω στα πόδια.
Πέρασα την πύλη του Αδριανού και έστριψα στην Λεωφόρο Συγγρού.

Στο πρώτο περίπτερο με σταματάει μια γυναίκα που τηλεφωνούσε.
-«Μπορείς να με βοηθήσεις να βάλω μερικές κούτες βιβλία σε ένα ταξί;»
-«Ναι» είπα χωρίς δισταγμό και την ακολούθησα.

Στο δρόμο μου είπε ότι ήταν κόρη ενός αξιωματικού του στρατού και ότι είχε σπουδάσει αγγλική φιλολογία.

Με πήγε σε ένα παλιό ακατοίκητο νεοκλασικό στου Μέτς με κλειστά πατζούρια, μισοσκότεινο και γεμάτο βιβλία και αράχνες. Με έριξε σε έναν παλιό καναπέ στρωμένο με βιβλία άγγλων συγγραφέων , με ξεβράκωσε και με βίασε.

Σα ζάμπα ήτανε αλλά , λίγο που ήμουνα πρωτάρης, λίγο που δεν θα είχα μούτρα να παρουσιαστώ στην τάξη, έκανα την ανάγκη φιλότιμο και παραδόθηκα άνευ όρων.

Έτσι, άλλωστε, εξηγείται και η απέχθεια μου, έκτοτε , για την αγγλική λογοτεχνία.

Πέρασαν τα χρόνια και έγινα πασίγνωστος ως «ο πάντα πρόθυμος».

Ξαφνικά , εκεί που οι συνομήλικοι μου το γύρισαν στο «ναι» , κάτι μπερδεύτηκε μέσα στο μυαλό μου και άρχισα ξαφνικά να λέω «όχι».

Χαϊδεύω το κεφάλι μου στο σημείο που έχει μείνει το βαθούλωμα από το δάχτυλο της μαμής.

Λες;

Με συναντάει ο Μάντζαρος στο δρόμο.
-«Θα πάρεις ένα λαχείο;»
-«όχι» του λέω και φεύγω.
Με κοιτάει αποσβολωμένος.

Με σταματάει ο Γιάννης.
-«Έχεις ένα ευρώ;»
-«Όχι» του λέω.
-«Τι έχεις πάθει ορέ!»
-«θα σου εξηγήσω άλλη ώρα» του λέω και φεύγω.

Περνάνε κάτι κνίτες.
-«Θα πάρετε τον Ριζοσπάστη;»
-«όχι»

Με συναντάει ένας «παράγοντας του τόπου».
-«θα μπεις στο ψηφοδέλτιο;»
-«όχι».

-«Θέλεις έναν καφέ;»
-«Όχι»

-«Πάμε μια βόλτα;»
-«Όχι».

-«Θάρθεις το βράδυ;»
-«Όχι»

Πίνω το τσιπουράκι μου μόνος σήμερα το πρωί στην Γαρίτσα.

Σταματάει μια γυναίκα με το σκυλάκι της εσχάτως χωρισμένη.

Μου λέει διάφορα αδιάφορα.

Τα μάτια της και τα χείλη της ,όμως, μου λένε: «θέλεις να παρθούμε;»
-«όχι» της λέω.
-«Τι «όχι»;» μου λέει.
-«Όχι..» της λέω «..και πάλι «όχι».

Απομακρύνεται αμήχανα και γεμάτη ερωτηματικά.

Από ότι φαίνεται περνάω την περίοδο του «όχι».

Αργότερα , ποιος ξέρει, μπορεί να ισορροπήσω και να το γυρίσω στο «ναι μεν αλλά..».

Η καλύτερα στο «Ναι. Αλλά όμως…»

——————————————————————————————————————————————–

Βαγγέλης

22/10/2018

Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται εφτά χρόνια απουσίας του Βαγγέλη.
Μου λείπει.
Γι αυτό γράφω σήμερα.

Ο Βαγγέλης έψηνε το χειμώνα κάστανα στο Σαρόκο. Το καλοκαίρι το γύριζε σε αστάκια και κατηφόριζε με το καρότσι του στα Κουρτελάτσα.

Τα παλιά χρόνια , καθώς λέει η σιόρα Βιτόρια (που τα ξέρει όλα) δούλευε στου «Σαντάφη… μπορτνοζιέρης.. και έκανε δρόμους και αεροδρόμια στην έρημο τσι Σαχάρας».

Στην αρχή νόμιζα ότι επρόκειτο για κάποια άγνωστη τεχνική εταιρεία ώσπου κατάλαβα με κόπο ότι αναφερότανε στον… Καντάφι.

Ο Βαγγέλης μετά τον «Σαντάφι», λοιπόν, δεν ξαναγύρισε στην Ήπειρο, ήρθε στην Κέρκυρα και έγινε πασίγνωστος ψήστης Καστάνων και καλαμποκιών.

Έβαλε και ταμπέλα σε χαρτόνι που έγραφε ότι «τα δικά του αστάκια δεν είναι … μαιταλαγμένα».

Τον είχανε στην μπούκα οι υπόλοιποι ψήστες.

Σε κάποια συνέλευση της πολυκατοικίας οι «διοκτήτες» τον ανακηρύξαν πανηγυρικώς διαχειριστή ένεκα του ότι κανένας δεν δεχότανε την θέση.

Η πλειοψηφία του σώματος των «διοκτητών» ήταν Πασόκοι αλλά προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα της εξεύρεσης διαχειριστού ψηφίσανε με πόνο ψυχής τον δεξιό Βαγγέλη.

Οι ανακοινώσεις του Βαγγέλη στην είσοδο της πολυκατοικίας αφήσανε εποχή.
Έχω ολόκληρο αρχείο.

Θυμάμαι μια φορά που έβγαλε ανακοίνωση διότι οι «φυτίτριες του δεφτέρου φονάζουνε όλι νήχτα και κάνουνε όργια».

Η αλήθεια ήταν ότι κάποια φοιτήτρια ήταν αρκετά «εκδηλωτική» κατά την διάρκεια της σεξουαλικής πράξης.

Κατά ένα περίεργο τρόπο αυτό ενοχλούσε αφάνταστα μόνο το εκλογικό σώμα των ηλικιωμένων και τους ένωνε σε έναν ανίερο διακομματικό συνασπισμό.

Ο Βαγγέλης με πίεζε να πάρω θέση.

«Ρε Βαγγέλη μου δεν γίνεται όποιος σταμάτησε να γαμεί να υποχρεώσει και τους άλλους να σταματήσουν».

Ο Αστυνομικός που ήρθε βρέθηκε σε δύσκολη θέση.
Αφού ανέκρινε την «φυτίτρια» ανακοίνωσε ότι δεν μπορεί να ασκηθεί δίωξη διότι «δεν υπάρχει νόμος που να ορίζει πόσο πρέπει να φωνάζει κανείς κατά την διάρκεια του σέξ».

Ευτυχώς η θερμή «Φυτίτρια» μετακόμισε και ησυχάσανε τα πνεύματα .

Η επιχείρηση για την «αποκατάσταση της τάξεως» όμως συνεχίστηκε με αφορμή το «Πόμολο».

Το Πόμολο της εξώπορτας κάποια στιγμή άρχισε να κουνάει.

Σκέφτηκα να το φτιάξω αλλά όλο το ανέβαλα ώσπου καποιανού τουμεινε στο χέρι.

Το άφησε κάτω, το είδε ο Βαγγέλης και έγινε έξαλλος.
«Αυτό το κωλόπαιδο το έκανε. Αλλά δεν φταίει αυτό. Φταίει η μάνα του η πουτάνα που τόχει κακομαθημένο. Τώρα θα του δείξω εγώ»

Ανεβαίνει επάνω να ενημερώσει την φράξια των ηλικιωμένων του Τρίτου και Τέταρτου που όταν αγοράσανε τα διαμερίσματα πίστευαν ότι θα μείνουν για πάντα νέοι.

Ώσπου να τους κατεβάσει να «δούνε τα χάλια μας» είχα πάρει ένα κατσαβίδι και ξαναβίδωσα το πόμολο.

Κατέβηκαν με μπαστούνια, πί , και πατερίτσες σαν φαντάροι του Ελληνοιταλικού μετώπου.

Μόλις είδανε ότι το πόμολο ήταν στη θέση του κοιταχτήκανε. «Πάει τάχασε. Είναι να ψάχνουμε για άλλο διαχειριστή».

Ανεβήκανε ξανά όλοι μαζί ξανά με τον Βαγγέλη να προσπαθεί να τους πείσει ότι το πόμολο πριν λίγο ήταν βγαλμένο.

Ώσπου να πάρει το σακί με τα αστάκια ο Βαγγέλης και να ξανακατέβει είχα ξαναβγάλει το πόμολο και το άφησα κάτω.

Κόντεψε να πάθει συμφόρηση.

Άρχισε να βρίζει ξανά το «κωλόπαιδο» και την «πουτάνα την μάνα του» και εκείνη ακριβώς την στιγμή εμφανίζεται το «κωλόπαιδο» με την παρέα του και του δίνει ένα φούσκο.

Ο Βαγγέλης αρχίζει να φωνάζει «βοήθεια με σκοτώνουνε».

Ακούει η αστυνομία «βοήθεια με σκοτώνουνε» και έρχεται με πολυβόλα.

Ανέλαβα να τους εξηγήσω πως έχουν τα πράγματα και τα στρατεύματα της τάξεως αποχώρησαν αφού συμβούλευσαν τα εμπλεκόμενα μέρη να υποβάλουν μηνύσεις.

Ήταν τόσο αποφασιστική η παρέμβασή μου ώστε ανέβηκα πολύ στα μάτια του «Κωλόπαιδου» …. Συγνώμη… του Παναγιωτάκη , τόσο που με κάλεσε και στο επεισοδιακό πάρτυ Χιπ Χοπ που έκαναν στο σαλόνι της «πουτάνας» …συγνώμη… της μάνας του.

Πέρασαν τα χρόνια και ο Βαγγέλης συγκάλεσε έκτακτη συνέλευση.

Κατέβηκε αργά τα σκαλιά προς την είσοδο που είμαστε μαζεμένοι.

Φορούσε μια ρόμπα γκρενά των έξι ευρώ που την έβλεπα κάθε μέρα στη βιτρίνα του κινέζικου της Πολυχρονίου Κωνσταντά και ένα ζευγάρι παντόφλες με τον Μίκυ Μάους που κάπου τις βρήκε.

Υπέβαλε την παραίτηση του δηλώνοντας ότι «η κατάσταση δεν διορθώνεται με τίποτα».

Η αλήθεια ήταν ότι είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση.

Προχθές γύρναγα σπίτι μου αργά.

Καθώς πέρναγα από την έρημη πλατεία τόνε θυμήθηκα.

Τον είχα δει ένα βράδυ αργά, μόνο, με εκείνο το ραδιοφωνάκι με την δερμάτινη θήκη και το λουρί να χορεύει ηπειρώτικα στη μέση του Σαρόκου με τα χέρια απλωμένα και το βλέμμα του ψηλά.

Αξέχαστος!

——————————————————————————————————————————————

44273444_2149494121736338_947379934781767680_n

Η Επανάσταση των γαιδάρων

16/10/2018

Ο Θοδωρής γεννήθηκε στην Κέρκυρα από μάνα Κερκυραία και πατέρα Ηπειρώτη.

Έτσι συμβαίνει συνήθως.

Σπάνια θα δεις Κερκυραίο να παντρεύεται Ηπειρώτισσα.

Συνήθως ο φιλότιμος , υπομονετικός και εργατικός Ηπειρώτης μπλέκεται στα δίχτυα μιας τσαχπίνας και λουσάτης Κερκυραίας με ελάχιστες αντιστάσεις στους πειρασμούς.

Ο Πατέρας του Θοδωρή ήρθε στην Κέρκυρα σε νεαρή ηλικία και δούλεψε σκληρά ως αχθοφόρος στου μακαρίτη του Περικλή επί σαράντα συναπτά έτη χωρίς ένσημα.

Τα χρόνια εκείνα οι γάιδαροι δεν κολλούσαν ένσημα με αποτέλεσμα μια ολόκληρη γενιά γαιδάρων να λιμοκτονεί στα γεράματά της.

Ο Θοδωρής στην αρχή κουβάλαγε σακιά με ελιές και ξύλα και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς.

Μια φορά κουβάλησε και ένα φορτίο αυγά από τ΄ Αγύρου στον Ύψο.

Αργότερα που ήρθαν οι καμιονέτες του βάλανε σαμάρι και κουβάλαγε Ξερακιανές Αγγλίδες τουρίστριες.

Ακολούθησαν οι πιο μαύρες μέρες της επαγγελματικής του καριέρας όπου κοψομεσιάστηκε κουβαλώντας Γερμανίδες τουρίστριες με κυτταρίτιδα.

Λίγο που οι καμιονέτες κυριάρχησαν στην αγροτική ζωή του τόπου, λίγο που οι γάιδαροι γίνανε τουριστικά très banal έμεινε ο Θοδωρής άνεργος στα γεράματα.

Μετά τον θάνατο του Περικλέους ο γιός του ο Ηρακλής ανέλαβε αφεντικό του ανέργου Θοδωρή.

Ο Ηρακλής , μαζί με την τεράστια περιουσία του Περικλή κληρονόμησε και έναν άνεργο γάιδαρο.

Η μοίρα του Θοδωρή φαινόταν προδιαγεγραμμένη ώσπου ο Ηρακλής ανακάλυψε τα ΕΣΠΑ.

Ας πάρουμε όμως τα πράματα από την αρχή.

Οι Γερμανίδες τουρίστριες που τις κουβαλούσε ο Θοδωρής στη πλάτη του είχανε εντωμεταξύ γίνει ευρωβουλευτίνες των Πρασίνων και μάθανε ότι κινδυνεύει να χαθεί το είδος (των γαιδάρων).

Ανασύρθηκαν μνήμες από τα νεανικά τους χρόνια και τις διακοπές τους στα Ελληνικά νησιά και βάλανε βέτο στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο.

Σκιάχτηκαν οι Βρυξέλες και να γλυτώσουν από τις «οικολόγριες» κάνανε ένα νόμο για την σωτηρία των γαιδάρων.

Ο Νόμος ευχόταν να διασωθεί το είδος (των γαιδάρων) διά μέσω της χρησιμοποίησής τους ως παραγωγών γάλακτος έτσι ώστε και το οικονομικό κίνητρο να υπάρχει και να μην διαταραχτεί η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.

Διέδωσαν δε μέσω επιστημόνων ότι το γάλα της γαϊδάρας είναι πιο ωφέλιμο για τα παιδιά από το γάλα της μάνας τους και τοιουτοτρόπως απενοχοποίησαν και τις μαμάδες ψηφοφόρους τους που δεν θηλάζουν τα παιδιά τους για λόγους αισθητικής.

Το πρόβλημα όμως ήταν ότι έτσι το μοντέλο «έμπαζε» .

Οι Γαϊδάρες δεν είναι αγελάδες ούτε κατσίκες.

Κάνουν λίγο γάλα και αυτό το δίνουν στα γαϊδουράκια τους.

Έτσι το γάλα της γαϊδάρας θα ήταν πανάκριβο στην αγορά, χώρια που ο παραγωγός που έπαιρνε το γάλα της γαϊδάρας θα ήταν υποχρεωμένος να ταΐζει τα γαϊδουράκια με Νουτρίτσια.

Αυτό όλο το παρασκήνιο δεν τόξερε ο Ηρακλής.
Διάβασε μόνο τις επικεφαλίδες και αποφάσισε να κάνει επιχείρηση εκτροφής γαιδάρων επιδοτούμενη από τα ΕΣΠΑ για την «σωτηρία του είδους» και αυτού του ιδίου.

Οι «εγκαταστάσεις της επιχείρησης» του Ηρακλή έγιναν έξω από το χωριό σε ένα χτήμα που κληρονόμησε από τον πατέρα του τον Περικλή.

Σύντομα το κοπάδι των γαιδάρων έφτασε τα 20 κεφάλια.

Η αυστηρή οδηγία προέβλεπε ότι οι Γάιδαροι θα έπρεπε να έχουν δωρεάν στέγη, τροφή, καθαριότητα και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Έτσι ο Ηρακλής έγινε το αφεντικό 20 γαιδάρων.

Τα πράγματα όρχησαν να περιπλέκονται ακόμα περισσότερο όταν ο Περικλής ανακάλυψε ότι «αλλιώς του τάχανε πεί» .

Δεν έφτανε που επιδότηση άκουγε και επιδότηση δεν έβλεπε άρχισε και το δούλεμα στο καφενείου του χωριού όπου ετέθησαν πλέον τα βαθύτερα υπαρξιακά ερωτήματα του προβλήματος.

«Κατά ποίαν έννοιαν ο Ηρακλής ήταν το αφεντικό και κατά ποίαν ο Θοδωρής υπηρέτης».

Μήπως θα έπρεπε να αναθεωρηθούν οι έννοιες;

Το δούλεμα προς τον Ηρακλή είχε βάση διότι οι γάιδαροι άρχισαν να συνηθίζουν στην νέα κατάσταση και τα νέα γαϊδουράκια άκουγαν τρομακτικές ιστορίες με σαμάρια από τους γονείς τους για να τρώνε το φαί τους αλλά δεν γνώριζαν τι «παραπεί σαμάρι».

Ο Ηρακλής βρέθηκε παγιδευμένος.

Δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τους γαιδάρους διότι θα ο νόμος για την προστασία των ζώων ήταν αυστηρός αλλά και δεν ημπορούσε να δηλώνει αφεντικό από την στιγμή που είχε μετατραπεί σε υπηρέτη γαιδάρων.

Ώσπου κάποια μέρα ξέσπασε η ιστορικής σημασίας «Επανάσταση των γαιδάρων» στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης.

Για την ακρίβεια δεν επρόκειτο για καμιά αιματηρή εξέγερση αλλά μάλλον για έναν καυγά λόγω ερωτικής αντιζηλίας.

Το θέμα είναι ότι γκρέμισαν τον φράχτη της επιχείρησης.

Ο δυστυχής Ηρακλής αναθάρρεψε διότι σου λέει: «αν τα αφεντικά το εκμεταλλευτούν και φύγουν θα γλυτώσω και εγώ γιατί τι υπηρέτης θα είμαι χωρίς αφεντικά;»

Οι νεότεροι γάιδαροι είναι αλήθεια ότι βγήκαν από το φράχτη από περιέργεια και έκαναν την βόλτα τους αλλά ποιός αφήνει τα σίγουρα για να γυρνάει τσου λόγγους σαν την άδικη κατάρα;

Έτσι που λες αγαπητέ αναγνώστη.

O Ηρακλής συνεχίζει μέχρι σήμερα να καθαρίζει και να εμπορεύεται την «Κόπρο του Αυγείου» που, εδώ που τα λέμε, είναι και το μόνο έσοδο της επιχείρησης και οι γάιδαροι ζουν μέσα στην ρουτίνα αναζητώντας κάποια δημιουργική απασχόληση.

Κάποιος σκέφτηκε να αναθέσουν του Ηρακλή καμιά δεκαριά άθλους να δούνε αν θα τα καταφέρει.

——————————————————————————————————————————————

41619212_2103688592983558_8637352306553126912_n

10/9/2018

Με αφορμή το (προηγούμενο) πόστ της Βάντα αλλά και με αφορμή τα αποτελέσματα των εκλογών στην Σουηδία γράφω τα παρακάτω.

Αυτό που ζούμε (και στην Ελλάδα) και που του δίνουμε απλόχερα διάφορους χαραχτηρισμούς όπως «λαικισμός» , «εθνικισμός», «αρχαιολαγνεία» , «φασισμός» κλπ δεν έχει καμία άμεση σχέση με τον ιστορικό φασισμό που βίωσε η ανθρωπότητα.

Περισσότερο μοιάζει με μια κατάσταση μεταβατική προς ένα νέο φασιστικό φαινόμενο που δύσκολα μπορεί κανείς να προβλέψει την κατάληξή του.

Παρόλα αυτά πολλοί είναι αυτοί που για διάφορους λόγους σπεύδουν να ξεμπερδέψουν μαζί του χαραχτηριζοντάς το «φασιστικό».

Το σημαντικότερο είναι ότι όσοι ενδιαφέρονται να το χρησιμοποιήσουν για δικούς τους σκοπούς μηχανεύονται διάφορους τρόπους.

Η ΕΕ δεν θέλει να τεθεί υπό αμφισβήτηση το ευρωπαϊκό οικοδόμημα από «Εθνικιστικά , λαϊκιστικά κινήματα» εκτός ελέγχου.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός βολεύεται με ένα ρεύμα που κόβει ψήφους από την ΝΔ και τρομάζει τους δικούς του ψηφοφόρους.

Ο Γαλιατσάτος «διαβλέπει» κάποιο υποτιθέμενο «αυγό του φιδιού» στην Λευκίμμη προκειμένου να καλύψει την απραξία του (και του κυβερνώντος κόμματος) σε σχέση με τα σκουπίδια.

Το ΚΚΕ ψάχνει να βρει αφορμή για να την κοπανήσει από οποιαδήποτε λαϊκή εκδήλωση που δεν την έχει υπό τον έλεγχό του.

Αλλά και η υπόλοιπη «εκτός των τειχών» αριστερά, το ένα της μυρίζει και το άλλο της βρωμάει όταν δεν έχει την ικανότητα να παίξει το ρόλο που της αντιστοιχεί.

Ποτέ δεν υπήρξε πραγματικό λαϊκό κίνημα , εξέγερση η επανάσταση απαλλαγμένη από όσα ενοχλούν τις ευαίσθητες μύτες.

Η φωτογραφία με τον ξεβράκωτο , την Ελληνική σημαία και την εικόνα της Παναγίας δεν είναι φασισμός, ούτε για γέλια . Μπορεί να γίνει φασιστικό αν δεν είναι εκεί το άλλο μισό των κολασμένων.

Η Φωτογραφία περισσότερο ήταν ένας λυγμός ενός λαού που κάτι θέλει να πει και δεν ξέρει πώς.

Με ενοχλεί πολύ η κατάντια της αριστεράς που χασκογελάει με αυτήν την εικόνα .

Έχει δίκιο η Βάντα.

———————————————————————————————————————————————

7-2

Βαγγέλης

6/9/2018
————-

Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται εφτά χρόνια απουσίας του Βαγγέλη.

Μου λείπει.

Γι αυτό γράφω σήμερα.

Ο Βαγγέλης έψηνε το χειμώνα κάστανα στο Σαρόκο. Το καλοκαίρι το γύριζε σε αστάκια και κατηφόριζε με το καρότσι του στα Κουρτελάτσα.

Τα παλιά χρόνια , (καθώς λέει η σιόρα Βιτόρια που τα ξέρει όλα) δούλευε στου «Σαντάφη… μπορντοζιέρης.. και έκανε δρόμους και αεροδρόμια στην έρημο τσι Σαχάρας».

Στην αρχή νόμιζα ότι επρόκειτο για κάποια άγνωστη τεχνική εταιρεία ώσπου κατάλαβα με κόπο ότι αναφερότανε στον… Καντάφι.

Ο Βαγγέλης μετά τον «Σαντάφι», λοιπόν, δεν ξαναγύρισε στην Ήπειρο, ήρθε στην Κέρκυρα και έγινε πασίγνωστος ψήστης Καστάνων και καλαμποκιών.

Έβαλε και ταμπέλα σε χαρτόνι που έγραφε ότι «τα δικά του αστάκια δεν είναι … μαιταλαγμένα».

Τον είχανε στην μπούκα οι υπόλοιποι ψήστες.

Σε κάποια συνέλευση της πολυκατοικίας οι «διοκτήτες» τον ανακηρύξαν πανηγυρικώς διαχειριστή ένεκα του ότι κανένας δεν δεχότανε την θέση.

Η πλειοψηφία του σώματος των «διοκτητών» ήταν Πασόκοι αλλά προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα της εξεύρεσης διαχειριστού ψηφίσανε με πόνο ψυχής τον δεξιό Βαγγέλη.

Οι ανακοινώσεις του Βαγγέλη στην είσοδο της πολυκατοικίας αφήσανε εποχή.

Έχω ολόκληρο αρχείο.

Θυμάμαι μια φορά που έβγαλε ανακοίνωση διότι οι «φυτίτριες του δεφτέρου φονάζουνε όλι νήχτα και κάνουνε όργια».

Η αλήθεια ήταν ότι κάποια φοιτήτρια ήταν αρκετά «εκδηλωτική» κατά την διάρκεια της σεξουαλικής πράξης.

Κατά ένα περίεργο τρόπο αυτό ενοχλούσε αφάνταστα μόνο το εκλογικό σώμα των ηλικιωμένων και τους ένωνε σε έναν ανίερο διακομματικό συνασπισμό.

Ο Βαγγέλης με πίεζε να πάρω θέση.

«Ρε Βαγγέλη μου δεν γίνεται όποιος σταμάτησε να γαμεί να υποχρεώσει και τους άλλους να σταματήσουν».

Ο Αστυνομικός που ήρθε βρέθηκε σε δύσκολη θέση.

Αφού ανέκρινε την «φυτίτρια» ανακοίνωσε ότι δεν μπορεί να ασκηθεί δίωξη διότι «δεν υπάρχει νόμος που να ορίζει πόσο πρέπει να φωνάζει κανείς κατά την διάρκεια του σέξ».

Ευτυχώς η θερμή «Φυτίτρια» μετακόμισε και ησυχάσανε τα πνεύματα .

Η επιχείρηση για την «αποκατάσταση της τάξεως» όμως συνεχίστηκε με αφορμή το «Πόμολο».

Το Πόμολο της εξώπορτας κάποια στιγμή άρχισε να κουνάει.

Σκέφτηκα να το φτιάξω αλλά όλο το ανέβαλα ώσπου καποιανού τουμεινε στο χέρι.

Το άφησε κάτω, το είδε ο Βαγγέλης και έγινε έξαλλος.

«Αυτό το κωλόπαιδο το έκανε. Αλλά δεν φταίει αυτό. Φταίει η μάνα του η πουτάνα που τόχει κακομαθημένο. Τώρα θα του δείξω εγώ»

Ανεβαίνει επάνω να ενημερώσει την φράξια των ηλικιωμένων του Τρίτου και Τέταρτου που όταν αγοράσανε τα διαμερίσματα πίστευαν ότι θα μείνουν για πάντα νέοι.

Ώσπου να τους κατεβάσει να «δούνε τα χάλια μας» είχα πάρει ένα κατσαβίδι και ξαναβίδωσα το πόμολο.

Κατέβηκαν με μπαστούνια, πί , και πατερίτσες σαν φαντάροι του Ελληνοιταλικού μετώπου.

Μόλις είδανε ότι το πόμολο ήταν στη θέση του κοιταχτήκανε. «Πάει τάχασε. Είναι να ψάχνουμε για άλλο διαχειριστή».

Ανεβήκανε ξανά όλοι μαζί ξανά με τον Βαγγέλη να προσπαθεί να τους πείσει ότι το πόμολο πριν λίγο ήταν βγαλμένο.

Ώσπου να πάρει το σακί με τα αστάκια ο Βαγγέλης και να ξανακατέβει είχα ξαναβγάλει το πόμολο και το άφησα κάτω.

Κόντεψε να πάθει συμφόρηση.

Άρχισε να βρίζει ξανά το «κωλόπαιδο» και την «πουτάνα την μάνα του» και εκείνη ακριβώς την στιγμή εμφανίζεται το «κωλόπαιδο» με την παρέα του και του δίνει ένα φούσκο.

Ο Βαγγέλης αρχίζει να φωνάζει «βοήθεια με σκοτώνουνε».

Ακούει η αστυνομία «βοήθεια με σκοτώνουνε» και έρχεται με πολυβόλα.

Ανέλαβα να τους εξηγήσω πως έχουν τα πράγματα και τα στρατεύματα της τάξεως αποχώρησαν αφού συμβούλευσαν τα εμπλεκόμενα μέρη να υποβάλουν μηνύσεις.

Ήταν τόσο αποφασιστική η παρέμβασή μου ώστε ανέβηκα πολύ στα μάτια του «Κωλόπαιδου» …. Συγνώμη… του Παναγιωτάκη , τόσο που με κάλεσε και στο επεισοδιακό πάρτυ Χιπ Χοπ που έκαναν στο σαλόνι της «πουτάνας» …συγνώμη… της μάνας του.

Πέρασαν τα χρόνια και ο Βαγγέλης συγκάλεσε έκτακτη συνέλευση.

Κατέβηκε αργά τα σκαλιά προς την είσοδο που είμαστε μαζεμένοι.

Φορούσε μια ρόμπα γκρενά των έξι ευρώ που την έβλεπα κάθε μέρα στη βιτρίνα του κινέζικου της Πολυχρονίου Κωνσταντά και ένα ζευγάρι παντόφλες με τον Μίκυ Μάους που κάπου τις βρήκε.

Υπέβαλε την παραίτηση του δηλώνοντας ότι «η κατάσταση δεν διορθώνεται με τίποτα».

Η αλήθεια ήταν ότι είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση.

Προχθές γύρναγα σπίτι μου αργά.

Καθώς πέρναγα από την έρημη πλατεία τόνε θυμήθηκα.

Τον είχα δει ένα βράδυ αργά, μόνο, με εκείνο το ραδιοφωνάκι με την δερμάτινη θήκη και το λουρί να χορεύει ηπειρώτικα στη μέση του Σαρόκου με τα χέρια απλωμένα και το βλέμμα του ψηλά.

Αξέχαστος!