ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΣΚΙΝΑΣ

46089018_2190739797611770_4665721199546859520_o

12/11/2018

—————————————————————————————————————————————-

45992125_2190738264278590_4679421445141430272_o

Όσες φορές*

12/11/2018

Το σούρουπο άπλωνε τη σκιά του πέρα απ’ την πασχαλιά. Δεκάδες αλλόκοτες μορφές ξεπηδούσαν σαν μεταξοσκώληκες μέσα από τα κουκούλια, αφήνοντας πίσω το συμβατικό της προηγούμενης μορφής για χάρη της γοητείας του καινούργιου. Μια υπόσχεση αιωρούνταν στα κλαδιά της αγριοκερασιάς. Γλιστρούσε στον κορμό της όπως το ρετσίνι και απλώνονταν στο έδαφος μέσα σε ένα παραλήρημα παραπόταμων που αναζητεί το δέλτα. Με μια κίνηση αέναη, το χθες κολυμπούσε αμέριμνο, απαλλαγμένο από ενοχές, στις ανυπόστατες εκβολές του πεπρωμένου. Η βελόνα βάδιζε στα γνώριμα αυλάκια, χαράζοντας νέες διαδρομές, σκορπίζοντας ερμηνείες στρεβλές, ξυπνώντας τα λουλούδια μέσα στον πίνακα. Μίκραινε τις αποστάσεις, τις έκαιγε σα κομμάτι χαρτί τυλιγμένο…

«Όσες φορές με λαχτάρα
στο στόμα έχω δώσει τροφή
τόσες φορές μιαν ανάσα έχω πάρει
για να κάνω αρχή
που θ’ αντέξει…»

«Μια αρχή που θα αντέξει», μουρμούρισε, αφήνοντας το βλέμμα του μετέωρο να θολώνει γοργά, έρμαιο στης μνήμης την ορμή. Ο νους φτερούγισε πίσω κρατώντας τα γκέμια σφιχτά, καμαρωτός πάνω στο γαλάζιο του άρμα. Στο διάβα του χώριζε τις εικόνες στα δύο, ανοίγοντας δρόμο, μέσα απ’ τις αρχές που δεν άντεξαν. Κι εκείνες έντρομες, έκαναν στην άκρη όπως το λάθος, όταν νιώθει πως το κοιτάζεις καχύποπτα. Μια σταγόνα γιατί κύλησε απορημένη, σ’ ένα μάγουλο δίχως απαντήσεις. Ήταν η παρόρμηση της στιγμής, η γλυκιά ζάλη του αυθορμητισμού, μήπως ήταν της μοναξιάς το παγωμένο αέρινο χάδι, αυτό που σε νότες αιχμάλωτο τον κρατούσε; Έστρεψε το κεφάλι αργά. Ο γέρικος πίνακας σαν Άτλας κρατούσε γερμένος μπροστά, χρώματα, δέντρα, λουλούδια και κείνο το σύννεφο, που όλο ξεμάκραινε, παίρνοντας μαζί του μια ακόμη στροφή…

«Λίγες σταγόνες κλεμμένης αγάπης
μου πουλήσανε χθες,
αλλάξαν την σκέψη μου
μ’ άλλαξαν ρούχα, να κοίτα αν θες
να πιστέψεις…»
Μια ψευδαίσθηση στάθηκε με αμηχανία, σαν κοτσύφι φοβισμένο απ’ του Βοριά τη μανία. Και τότε, με μιας ο άνεμος άλλαξε ρότα, το φως στράφηκε στο σκοτάδι, κι όλα τα τύλιξε μια γυάλινη, θολή σιγή. Σαν κάτι να τον στρίμωξε μέσα στο μάτι του βώλου, αφέθηκε να κυλήσει ανάμεσα στα ψεύτικα κύματα και, κοίταξε το δωμάτιο μέσα απ’ τα μάτια ενός παιχνιδιού. Τότε, ήρθαν στα αυτιά του τα λόγια κείνα που πάντα ξεχνούσε, γι’ αυτό και την αλήθεια αναζητούσε.

«Στη στέγη απ’ τ’ απόγευμα μόνο με βρήκε
η νύχτα να ζω.
Και μ’ ένα τρελό κι έντονο χτυποκάρδι,
ένα άλλο μυαλό
να κερδίζω…»

Στην πιο γρήγορη σβούρα που αμολήσαμε ποτέ, αυτήν της αγάπης…

ΣΣΤ* Το τραγούδι στο οποίο αναφέρεται το κείμενο είναι το «Όσες φορές» του Κώστα Τουρνά, από τις μέρες των POLL.

—————————————————————————————————————————————–

45641520_2186516381367445_1117214619681685504_n

«Έξη»

9/11/2018

Τότε…

Αντανακλάσεις παιδικής αφέλειας, πάνω από τα στάσιμα νερά του ποταμού. Έξη διαφορετικοί κύκλοι παλινδρομούν γύρω από το αρμίδι του καθενός, αφήνοντας ίχνη μιας τροχιάς ιδανικά δανεικής… Άλλοτε μεγαλώνουν, άλλοτε μικραίνουν και, κάποιες στιγμές μένουν ακίνητοι. Δίχως τον παραμικρό κυματισμό. Τα αυτοσχέδια καλάμια αφήνουν τη σκιά τους να πλανάται στη θολή υδάτινη επιφάνεια. Εκείνη τρεμοπαίζει, κόβεται σε μικρά κομμάτια, διαχέεται, αμβλύνει τις γωνίες της, ταξιδεύει στο ρυθμό των κύκλων, στο βυθό του χρόνου. Μια παρέα, μια εικόνα, μια στιγμή, έξη ανθρώπινες διαδρομές που συναντήθηκαν για λίγο, όσο κρατάει την ανάσα της μια λέξη, όσο χρειάζεται για να πέσει η αυλαία…

Τώρα…

Εκείνος ο κόμπος που σφίγγει στο λαιμό σαν μαντίλι, ένας γόρδιος δεσμός που ψάχνει την κοφτερή λεπίδα της αποφασιστικότητας για να λυτρωθεί και να λυτρώσει, γεννήθηκε ξανά μέσα από μια χούφτα νότες παλιομοδίτικες. Φοίνικας που ξυπνά μέσα απ’ τους εφιάλτες μιας χρήσης, μιας νύχτας, μιας λέξης, μιας ζωής… Η γοητευτική, μελωδική μελαγχολία αρχίζει να σκαρφαλώνει στα βλέφαρα. Τους δίνει λόγο για να ανθίσουν μνήμες. Να τις αναθρέψουν από μπουμπούκια, μέχρι να πάρουν την μορφή του υγρού λουλουδιού. Μια φευγαλέα ματιά στα στενά σοκάκια του πεπρωμένου…

Τελειώνει η μασκαράτα

Τελειώνει η μεταμφίεση του κλόουν

Η αυλαία πέφτει

Η μουσική ξεψυχάει απαλά

Οι νότες του curtain falls, ψαλιδίζουν τα πόδια κάθε προσπάθειας για αντίσταση, μέχρι που την κάνουν να μοιάζει με παραπονιάρη νάνο. Σε ένα κόσμο μουδιασμένο από το μίσος, χαμένο μέσα στη ζάλη μιας εφήμερα ανούσιας κυριαρχίας, μιας ματαιόδοξης εξουσίας – τροχοπέδη στο άρμα της ελπίδας, τούτα τα γεμάτα συναίσθημα στιχάκια φαντάζουν ικανά να γλύψουν τις πληγές, να μικρύνουν τις αποστάσεις, να γιατρέψουν τον πόνο της απώλειας. Σαν ξύλινη σβούρα στο βρεγμένο πλακόστρωτο, οι επιφυλάξεις ζαλισμένες υποχωρούν. Κάνοντας βήματα προς τα πίσω τυφλά, παίρνουν τη θέση τους στη γωνιά, πειθήνιοι θεατές. Η πόρτα τρίζει στους ξεχαρβαλωμένους μεντεσέδες και, ανοίγει αργά, βασανιστικά…

«Ο χρόνος είναι στο πλάι μας ξανά», μουρμούρισα.

——————————————————————————————————————————————-

45160704_2175348865817530_8939354323540770816_n

Του ανέμου

1/11/2018

Άφησε το βλέμμα να χαθεί για λίγο στο μολυβί του ουρανού, τόσο όσο κρατά η ανάσα μιας στιγμής. Το μάτι τρεμόπαιξε σα κερί στο χορό των κιτρινισμένων φύλλων. Τα περιστέρια φτερούγισαν σε ένα σιωπηλό σκοπό, αφήνοντας πίσω τους ένα βουβό φθινοπωρινό απομεσήμερο. Και τότε ξαφνικά, ο χρόνος κοντοστάθηκε. Για μια στιγμή σταμάτησε να σκαλίζει ρυτίδες. Κι εκείνο, ήταν το δικό του βήμα στη λήθη…

—————————————————————————————————————————————–

43452082_2136881119664305_857583163738685440_n

Emanuele Serra trio

7/10/2018

Εξαιρετική εμπειρία για τους φίλους της τζαζ χθες στο «Πολύτεχνο». Ο Ιταλός ντράμερ Emanuele Serra(που ζει στο νησί), με το σχήμα του(Davide Logiri πιάνο, Andres Alaru D.μπάσο), χάρισε ηχοχρώματα σπάνιας ομορφιάς. Το κουαρτέτο συμπλήρωσε η έκτακτη συμμετοχή του γνωστού στο Κερκυραϊκό κοινό σαξοφωνίστα Δήμου Δημητριάδη. Πάντα τέτοια, παιδιά! Σας ευχαριστούμε για την υπέροχη βραδιά!

——————————————————————————————————————————————-

38454874_2048884838463934_1045556534911696896_n

ΓΛΥΦΑ

5/8/2018

Σε όλη τη διαδρομή ένιωθα να μ’ ακολουθεί ένα περίεργο συναίσθημα. Ένα γνώριμο αεράκι, οικείο, ξεχασμένο στη σκιά κάποιας γωνιάς του χρόνου, άφηνε πίσω του τα ανέμελα καλοκαίρια της νιότης για να συνοδέψει λίγες στιγμές διαφυγής από την ενήλικη καθημερινότητα. Μαζί του κουβαλούσε μια σπιάντζα γιομάτη θύμισες.

Λίγο πιο κάτω από το πολύβουο Μπαρμπάτι, που πλέον παραδόθηκε κι αυτό στην τουριστική «εξέλιξη» των ημερών μας, τα Γλυφά εξακολουθούν να ενώνουν το χθες με το σήμερα σε λίγα μόλις τετραγωνικά αμμουδιάς.

Μια κομμένη σκηνή από το “Far from the madding crowd”, ένα ντελίριο απλότητας και γαλήνης, λίγα μέτρα μόλις μακριά από τις ξαπλώστρες, προσφέρει το πολυπόθητο σημείο διαφυγής στην μισοτελειωμένη ακουαρέλα.
Εκείνη που πολιορκούν χρόνια τώρα κάθε λογής νερομπογιές, σε τόσες μα τόσες συναισθηματικές αποχρώσεις.
Κι ο τρελός χορός των εικόνων με παράσυρε σε ένα στρόβιλο από αποκόμματα οικογενειακών περιοδικών του ’70, καρέ εικονογραφημένων από εφημερίδες, «χαρτάκια» από κείνα που παίζαμε «τοίχο» στις γειτονιές, προγράμματα από κινηματογραφικές προβολές, σχισμένες σελίδες από λευκώματα φυτολογίας, κιτρινισμένες φωτογραφίες με «δοντάκια» τριγύρω, γράμματα που έμειναν στο συρτάρι…

Το δροσερό άγγιγμα του νερού έδωσε ακόμη μεγαλύτερη δύναμη στα φτερά της απόδρασης. Κι εκείνη, γυρίζοντας επιδεικτικά την πλάτη στη βουή των συμβιβασμών και της ρουτίνας, βούτηξε αναζητώντας το λευκό του κοχυλιού.

«Βγες έξω! Τα χείλη σου έχουν μελανιάσει!»

Ο απόηχος εκείνων των Αυγουστιάτικων απογευμάτων, αντήχησε ξανά με μια απαλή χροιά, σαν του βελούδου που ξεφτίζει στο τίναγμα του ανέμου.

Μέσα σε μια ξελογιάστρα ευδαιμονία, γλυκιά σαν την πλάνη, άφησα τα καινούργια σημάδια για χάρη των παλιών.

Αφέθηκα στη γοητεία του ξασπρισμένου βότσαλου, του ψημένου απ’ τη μανία του ήλιου ξύλου, ξεβράστηκα σε άγνωστες παραλίες του νου, για όσο κρατάει η ανάσα του ονείρου. Κι έπειτα, η σιγή θάμπωσε την ανάσα στο τζάμι.

Ο βράχος που παύει να αντιστέκεται στο κύμα και παραδίνεται στο βρεγμένο του χάδι, ο ήλιος που ξεμακραίνει πίσω από την πειρατική σημαία με φόντο την μελαγχολική όψη της βουνοπλαγιάς, οι σκιές που ορθώνουν το ανάστημα τους πάνω απ’ του σούρουπου το θερινό σινεμά, ένα νεύμα με το κεφάλι στραμμένο πίσω κι ένα βλέμμα που δε χορταίνει ποτέ να αγκαλιάζει στιγμές…


38072382_2039017582783993_4005246750880169984_n

ΜΠΑΡΚΑ ΣΤΟΥ ΧΑΡΤΙΟΥ ΤΗ ΒΑΡΚΑ…

( Απόσπασμα)

30/7/2018

Είναι η θάλασσα που με φόρα χτυπάει αλύπητα το βράχο,
ή εκείνος, που αποζητά το υγρό της μαστίγωμα;
Όποια κι αν είναι η απάντηση,
αυτό που ανεξίτηλα τη χρωματίζει,
έχει το πινέλο του βαθιά βουτηγμένο στο χθες…
Κι από εκεί,
από τις πηγές της ύπαρξης καθενός,
ξεκινά το κοπιαστικό του ταξίδι ο χρόνος,
μέχρι που κατάκοπος ξαπλώνει
κάτω απ’ του πλάτανου τη σκιά.
Εκείνη η ανάσα δροσιάς,
χαϊδεύει μ’ ανεμελιά τις στιγμές μας,
για ν’ αντέξουν στης κακοτοπιάς το διάβα.
Στης καθημερινότητας τη φλόγα.
Για να τινάξουν της σκέψης τα γκρίζα μαλλιά.
Ζωντανά και πάλι να δείξουν,
ατίθασα, με πάθος γεμάτα
και δίψα για γνώση,
σαν τότε
που πάνω τους φύτρωναν τούφες βιασύνης,
λαχτάρας
για μπλε στου ματιού το φευγιό.


38171783_2040978642587887_6112140642945597440_n

ΜΠΑΡΚΑ ΣΤΟΥ ΧΑΡΤΙΟΥ ΤΗ ΒΑΡΚΑ
(Απόσπασμα 1)

1/8/2018

Ένα απόσπασμα από μια νέα μου δουλειά,
που ισορροπεί μεταξύ λογοτεχνικής πραγματικότητας
και εικονογραφημένης αυταπάτης,
μέσα από τα μάτια του Κόρτο…

Είμαι εδώ, ζωντανός, έχω μάθει να παλεύω.
Να σηκώνομαι ξανά, να κοιτάζω ψηλά, πάνω από σύννεφα
και φουρτούνες.
Όσο χάνω, τόσο πεισμώνω
. Άντεξα σε ανέμους και σε φλόγες.
Θα αντέξω και τώρα.
Όμως, τούτη τη φορά οι πληγές δε θα γιάνουν.
Θα μείνουν ανοιχτές, σε κάθε τράνταγμα να ξεματώνουν,
να θυμίζουν τις μέρες που αφέθηκα μέσα στην πλάνη,
κι εκείνη με ξέβρασε πάνω στα βράχια.
Κι αν καμιά φορά με το νου μου πίσω γυρίσω,
αποζητώντας ρεβάνς απ’ το χρόνο να πάρω,
θα’ ναι ένα ακόμη λιβάδι δίχως χορτάρι,
παραλήρημα ανούσιο, στου ονείρου
το απατηλό μαξιλάρι…

Σ.Σ»τ» : Εκ παραδρομής δημοσιεύσαμε χθές το 2ο απόσπασμα και όχι τη σημερινή εισαγωγή ας μας συγχωρήσει ο Γ.Κ