ΜΑΣΚΟΦΟΡΟΣ ΕΚΔΙΚΗΤΗΣ

samuel-allan-highwayman-3

Παρουσιάσεις ταινιών, αφιερώματα, παραλειπόμενα. Ο κόσμος της έβδομης τέχνης μέσα από την μάσκα του συντάκτη μας.

—————————————————————————————————————————————–

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

City beneath the sea(1953)

27/11/2018

Χορταστική περιπέτεια, με δράση, χιούμορ, βουντού και προκαταλήψεις, δολοπλοκίες, αλλά και ρομάντζο, από την δεκαετία που όλα αυτά αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα των ταινιών του Χόλλυγουντ, αυτήν του`50. Δύο μεγάλοι πρωταγωνιστές σε εξαιρετικές ερμηνείες και ένα ναυάγιο στον βυθό προς ανέλκυση, με τους πολλούς κινδύνους να παραμονεύουν τόσο κάτω, όσο και πάνω απ` τη θάλασσα. Δύσκολα αντιστέκεται ο θεατής ακόμη και σήμερα, σε τέτοιες παραγωγές, που δείχνουν ολοκληρωμένες σαν προτάσεις και πολύ ελκυστικές. Η συμβουλή μας: επενδύστε δίχως σκέψη, στα 87 αυτά έγχρωμα λεπτά του City Beneath the Sea!

Αυτού του είδους τα φιλμ στα χρόνια της δεκαετίας του`70, κυριαρχούσαν στα θερινά σινεμά θυμάμαι και αδημονούσαμε να περάσουν οι ενδιάμεσες ταινίες που μας χώριζαν από αυτά. Ήταν ένα κίνητρο για νοερά ταξίδια και τα μάτια ρουφούσαν αχόρταγα την εικόνα των εξωτικών παραδείσων, του πράσινου και του γαλάζιου της θάλασσας, αλλά και των βυθών γεμάτων θησαυρούς, που περίμεναν τους τολμηρούς τυχοδιώκτες. Κινηματογραφική αδρεναλίνη για τουλάχιστον μια γενιά. Δυστυχώς στην συντριπτική τους πλειοψηφία όλες αυτές οι ταινίες, δεν πέρασαν μετέπειτα σε vhs ή dvd, κι έτσι δεν μπόρεσαν οι επόμενες γενιές να τα δουν και να αντλήσουν συγκινήσεις, ή να κάνουν συγκρίσεις αν θέλετε, με τα αντίστοιχα «ξαναζεσταμένα πιάτα» που σερβίρουν εδώ και χρόνια τα στούντιο. Ούτε δόθηκε φυσικά η δυνατότητα σε πολλούς από εμάς, να αποκτήσουμε στις ταινιοθήκες μας ένα τμήμα των χρόνων της νιότης και της ανεμελιάς. Μόνη πηγή πλέον, η αγορά τους μέσω διαδικτύου, αλλά χωρίς Ελληνικούς υπότιτλους.

Το φιλμ αποτέλεσε μια από τις καλύτερες στιγμές στην καριέρα του σκηνοθέτη Budd Boetticher και από τις πιο επιτυχημένες συνάμα. Ένας σκηνοθέτης που επένδυσε πολύ στον βυθό και την γοητεία των περιπετειών στην θάλασσα. Στο υποβρύχιο U-Boat Prisoner (1944), δεν αναφέρεται καν το όνομα του στους τίτλους έναρξης, κάτι που δεν συνέβη όμως στο Killer Shark (1950), μια από τις πρώτες ταινίες με θέμα καρχαρίες. Από τα υπόλοιπα φιλμ του, ξεχωρίζουν τα Seminole (1953), με τους Ροκ Χάτσον και Άντονι Κουήν, The Man from the Alamo (1953), με τον Γκλέν Φόρντ, East of Sumatra (1953), με το δίδυμο Άντονι Κουήν και Σούζαν Μπώλ, Seven Men from Now (1956), ένα από τα καλύτερα γουέστερν του Ράντολφ Σκοτ, με τον οποίο έκαναν πολλές ταινίες μαζί και το στόρι που έγραψε για το Two Mules for Sister Sara (1970 – Κλίντ Ήστγουντ, Σίρλει μακ Λέην).

Το City beneath the sea βασίζεται στην ομώνυμη νουβέλα του Harry E. Rieseberg και το σενάριο τροποποίησε για την μεγάλη οθόνη ο Jack Harvey. Την παραγωγή για λογαριασμό των στούντιο της Universal Pictures, ανέλαβε ο Albert J. Cohen. Έξοχη η διεύθυνση φωτογραφίας του Charles P. Boyle(για τον Μπόιλ χρειάζεται να μιλάμε για μέρες, για το έργο που άφησε!), το ίδιο και το μοντάζ του Edward Curtiss. Στην μουσική τώρα, είχαμε τριπλή συμμετοχή από μουσικοσυνθέτες. Τους Herman Stein, Milton Rosen και Henry Mancini(!), που παραδόξως κανείς τους δεν μνημονεύεται στα credits! Το αποτέλεσμα της συνεργασίας τους δεν γίνεται να αποτυπωθεί σε κείμενο! Η παραγωγή είναι ιδιαίτερα προσεγμένη σε όλους τους τομείς. Ειδικά εφέ, σκηνικά, κοστούμια, πουθενά δεν βρίσκει κανείς ψεγάδι, όσο προσεκτικά και αν παρατηρήσει τα πλάνα. Ενδεικτικό άλλωστε της πίστης που είχε στο φιλμ η Universal.

Στο καστ, εκτός των δύο κεντρικών χαρακτήρων που υποδύονται εξαιρετικά πειστικά οι Robert Ryan και Anthony Quinn, βρίσκουμε και τους Mala Powers, Suzan Ball(είχε παίξει και στο East of Sumatra της ίδιας χρονιάς με τον Κουήν), George Mathews, Karel Stepanek, Lalo Rios, John Warburton, την βετεράνο Barbara Morrison, τον πάντα αξιόπιστο καρατερίστα Woody Strode και τον μάλλον Ελληνικής καταγωγής Peter Mamakos. Ούτε εδώ συναντά κανείς αδύναμους κρίκους και ανεπαρκείς ερμηνείες. Η ταινία έχει και πολλά γυρίσματα στην Τζαμάικα, όπως και υποβρύχια πλάνα με θέα την βυθισμένη πόλη και το φορτίο χρυσού. Στην χώρα μας προβλήθηκε με τίτλο «Ο θησαυρός της Τζαμάικα». Ο Anthony Quinn έχει μερικές ευρηματικές σκηνές με την Suzan Ball, που δεν ξέρω αν ήταν στο σενάριο ή βγήκαν αυθόρμητα και που δείχνουν μια θαυμάσια χημεία μεταξύ τους. Ξεχωριστή και η σκηνή του καμπαναριού της βυθισμένης πόλης, που χτυπάει καθώς σείεται από τον υποθαλάσσιο σεισμό και επαληθεύει την αρχαία προφητεία.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Δύο στενοί φίλοι και επαγγελματίες δύτες, με εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες, φθάνουν στην εξωτική Τζαμάικα, για λογαριασμό μιας τοπικής εταιρείας. Το κίνητρο τους θα μεγαλώσει σε πενταψήφιο αριθμό δολαρίων, όταν θα πληροφορηθούν πως κλήθηκαν να ανασύρουν μια ποσότητα χρυσού από το βυθό της θάλασσας, αξίας 1 εκατομμυρίου δολαρίων, από το πλοίο Λέιντι Λακ. Το πλοίο έχει όμως ναυαγήσει πάνω από την βυθισμένη πόλη του Πόρτ Ροαγιάλ, την οποία ο θρύλος συνοδεύει με μια τρομερή προφητεία. Κατά την παραμονή τους στο Κίνγκστον οι δύο φίλοι θα γνωρίσουν τον έρωτα, αλλά και πολλές δολοπλοκίες που λαβαίνουν χώρα τόσο στην επιφάνεια της θάλασσας, όσο και κάτω από αυτήν…

—————————————————————————————————————————————-

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Cisco Pike(1972)

19/11/2018

Κλασσικό drug movie, οριακά στην peace & love εποχή. Είναι 1972(Γενάρης), οπότε ακόμη πλανάται στην ατμόσφαιρα λίγο από λουλούδια και live fast – die young φιλοσοφία. Έχουν κάτι ξεχωριστό αυτά τα φιλμ, σαφώς κατατάσσονται στα καλτ, ενώ χαρακτηρίζονται και από μια τραχύτητα στο λόγο, η οποία κυριάρχησε στις αστυνομικού τύπου ταινίες των `70ς. Η συγκεκριμένη, όπως και πολλές από αυτές τις ταινίες, δεν διεκδικεί δάφνες ποιότητας, αλλά καταφέρνει να κρατήσει τον θεατή με τον ρυθμό και το σενάριο. Στα θετικά της, η παρουσία των Kris Kristofferson και Gene Hackman στο καστ, όπως και άλλων ποιοτικών ηθοποιών της εποχής.

Ο Kris Kristofferson, αν και κατά βάση υπηρέτησε περισσότερο την country μουσική και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία, είχε πολύ έντονη παρουσία και στον κινηματογράφο. Το 1976 με το A Star Is Born παίρνει και την «Χρυσή Σφαίρα» καλύτερου ανδρικού ρόλου, ενώ στο ενεργητικό του καταγράφονται συμμετοχές σε σχεδόν όλων των ειδών οι ταινίες, από κωμωδίες μέχρι επιστημονικής φαντασίας και από ταινίες δράσης μέχρι δράματα. Πολλές από αυτές έγιναν και μεγάλες επιτυχίες. Ξεχωρίζω τα Pat Garrett and Billy the Kid(1973), Bring Me the Head of Alfredo Garcia και Alice Doesn’t Live Here Anymore, αμφότερα του`74, το πολύ ιδιαίτερο The Sailor Who Fell from Grace with the Sea του`76, αλλά και το γνωστό σε όλους Convoy(1978). Αυτά όσων αφορά τα `70ς, γιατί από το `80 και μετά γύριζε ταινίες ασταμάτητα και καλύτερα να ακολουθήσετε τον πιο κάτω σύνδεσμο, ώστε να ενημερωθείτε καλύτερα.

http://en.wikipedia.org/wiki/Kris_Kristofferson

Πέραν του Kristofferson, υπήρχαν κι άλλοι εξαιρετικοί συντελεστές στο φιλμ. Να ξεκινήσουμε από τον «κακό» της υπόθεσης, τον Gene Hackman, που και εδώ είναι πειστικότατος σαν «διεφθαρμένος με αιτία» αστυνομικός. Από κοντά και ο Harry Dean Stanton, που έχει συμμετάσχει σε πάρα πολλά τέτοιου τύπου φιλμ, road movies, b movies, drug movies, country και όλα τα παρακλάδια αυτού του καλτ οικοδομήματος. Έχει έναν ωραίο τρόπο να δένει με χιούμορ τις δραματικές στιγμές και να περνούν κάπως πιο ελαφρά, απ` το μάτι του θεατή. Πολύ ουσιαστική η παρουσία του και εδώ. Η Karen Black είναι η σύντροφος επί σκηνής του Kristofferson, ενώ εμφανίζεται και ο σταρ της κάντρι Doug Sahm. Η ταινία βγήκε από τα στούντιο της Sony Pictures, σε παραγωγή Gerald Ayres και σκηνοθεσία από τον Bill L. Norton.

Ο Norton, έκανε ίσως την καλύτερη προσέγγιση στο είδος country ταινιών και δράσης μαζί(ήταν σεναριογράφος συγκεκριμένα), με το Outlaw Blues του`77 με τον Peter Fonda, που είχε δείξει το πρώτο κανάλι της κρατικής τηλεόρασης τον Οκτώβρη του`88, αλλά έκτοτε αγνοείται η τύχη του γενικώς, στην χώρα μας… Καμία εταιρεία διανομής ακούει;… Το “Cisco Pike” προσέφερε στην καριέρα του Kris Kristofferson και μια ακόμη επιτυχία, το The Silver Tongued Devil and I από το ομώνυμο του άλμπουμ εκείνης της χρονιάς, στο οποίο συμμετέχουν και το country & blues δίδυμο των Sonny Terry/Brownie McGhee. Μαζί τους και ο Doug Sham που σας έλεγα πιο πάνω. Το τραγούδι «Hootin’ and Hollerin'» που ακούγεται στην ταινία, έχει την συμμετοχή όλων των παραπάνω. Τέλος, για όσους επιθυμούν να αποκτήσουν το φιλμ, η Sony το κυκλοφόρησε πρόσφατα σε dvd, αλλά θα πρέπει να απευθυνθούν εκτός συνόρων, αφού στην χώρα μας πλέον κυκλοφορούν τα …απαραίτητα και μόνον αυτά…

ΥΠΟΘΕΣΗ

Ένας πρώην σταρ της κάντρι, κολυμπά στον επικίνδυνο βυθό της διακίνησης μαριχουάνας και προσπαθεί να απεμπλακεί από αυτόν, με την βοήθεια της κοπέλας του. Στο δρόμο του θα βρεθεί ένας διεφθαρμένος αστυνομικός, που θα τον εκβιάσει να διακινήσει μια πολύ μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών σε μόλις 2 μέρες, ζητώντας του τα κέρδη της πώλησης, κάτι που φυσικά περνάει πρώτα από πολλά γλιστερά μονοπάτια…

—————————————————————————————————————————————–

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Coffy(1973)

12/111/2018

Τρίτη και φαρμακερή γυναικεία blaxploitation, δυναμική παρουσία, με το “Coffy”(1973), μετά τα Foxy Brown(1974 – με την ίδια ηθοποιό) και Cleopatra Jones(1973 – με την Tamara Dobson). Και τα τρία ήταν μεγάλες εισπρακτικές επιτυχίες και επηρέασαν πολύ σκηνοθέτες όπως ο Quentin Tarantino, που δεκαετίες μετά απέδωσαν τον δικό τους φόρο τιμής στο είδος. Όπως όλες αυτές οι ταινίες έτσι και το Coffy, το μόνο που δεν στερείται είναι δράσης και …εχμ… ολίγον γυμνού!

Φάτε μάτια – ψάρια και εδώ λοιπόν, στην ταινία του Jack Hill που έχει κάνει και το σενάριο. Όπως κάθε blaxploitation ταινία που σέβεται τον εαυτό(και το κοινό της), έχει σαν ατού τις soul πινελιές ενός μεγάλου μουσικού. Στο “Coffy” είναι ο Roy Ayers αυτός που επενδύει μουσικά τα πλάνα, με μοναδικό τρόπο είναι αλήθεια. Τα κομμάτια που ακούγονται είναι εξαιρετικά όλα τους, άκρως αντιπροσωπευτικά της προσαρμογής του στην δεκαετία του `70. Το soundtrack του φιλμ είναι ένα διαμάντι πραγματικό. Σαν εταιρεία παραγωγής είχαμε και εδώ την American International Pictures, που σφράγισε θα έλεγα το κινηματογραφικό αυτό είδος, με πολλές και καλές ταινίες. 500.000 δολάρια το κόστος παραγωγής, 2 εκατομμύρια οι εισπράξεις, μόνον στην Αμερική και τον Καναδά και μόλις για την πρώτη χρονιά προβολής! Το έγκλημα σαφώς δεν πληρώνει, αλλά η τιμωρία του στις κινηματογραφικές αίθουσες, αποφέρει διόλου ευκαταφρόνητα κέρδη!

Για τα πλαίσια μέσα στα οποία κινήθηκαν αυτές οι ταινίες, έχουμε μιλήσει πολλές φορές ήδη. Ναρκωτικά, βία, πορνεία, διαφθορά σε όλα τα επίπεδα και τις αποχρώσεις. Οπότε παρακάμπτουμε την ανάλυση όλων αυτών, καθώς και το κοινωνικό τους υπόβαθρο και πάμε στα υπόλοιπα στοιχεία. Το φιλμ του Hill στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην πρωταγωνίστρια, την Pam Grier και ήταν ουσιαστικά μια «απάντηση» του σκηνοθέτη, στην μεγάλη επιτυχία του Cleopatra Jones της ίδιας χρονιάς, που γύρισε ο Jack Starrett. Ενώ ακολούθησε μια χρονιά μετά, το Foxy Brown πάλι με την Grier. Η ηθοποιός που γεννήθηκε στο περίφημο Salem της Βόρειας Καρολίνας, τόπο που ενέπνευσε πολλούς δημιουργούς θρίλερ, είχε ήδη γίνει διάσημη για την συμμετοχή της στα φιλμ που ονομάστηκαν women in prison films. Από το τίτλο καταλαβαίνετε φαντάζομαι και το αντικείμενο τους. Πιο γνωστά και επιτυχίες της ηθοποιού, τα The Big Doll House (1971), και The Big Bird Cage (1972).

Το καστ του “Coffy” συμπληρώνουν οι Booker Bradshaw, Robert DoQui, William Elliott, Allan Arbus και Sid Haig. Για τον πρώτο να πούμε ότι ήταν μουσικός με συμβόλαιο στην μεγάλη Motown, αλλά κρυφοκοίταζε πάντα το πανί και την μικρή οθόνη. Μάλιστα εμφανίστηκε και σε ένα επεισόδιο του Star Trek, όπως και σε άλλες σειρές(The Mod Squad, Bracken’s World, Planet Of The Apes και The F.B.I.). Ο Do Qui, παρά το γεγονός ότι έπαιξε σε πολλές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, η μόνη του αξιοπρόσεχτη παρουσία είναι εδώ, στο “Coffy”, στον ρόλο του προαγωγού(είχε παίξει και στο remake του Cloak & Dagger, στο οποίο αρχικά πρωταγωνιστούσε ο Gary Cooper – ήμαρτον! Δε θέλω να το φαντάζομαι καν!). Απ` τους υπόλοιπους μόνον ο Allan Arbus έχει να θυμάται πράγματα από την καριέρα του. Έπαιξε και με την Bette Davis και με τον Robert Downey Sr(προσέξτε το “Sr”, είναι ο πατέρας του “jr”!), αλλά και στην τριλογία The Omen. Μετά την Grier, νομίζω ότι ο μοναδικός που φαίνεται όπως λέμε σαν ηθοποιός, είναι αυτός.

Ρίξτε και μια ματιά στο παρακάτω link, για να διαβάσετε μια ενδιαφέρουσα και περιεκτική προσέγγιση στο blaxploitation genre.

http://en.wikipedia.org/wiki/Blaxploitation

ΥΠΟΘΕΣΗ

Μια νεαρή νοσοκόμα που διατηρεί σχέση με έναν φιλόδοξο πολιτικό, θα βρεθεί σε βίαια και εκδικητικά μονοπάτια, έπειτα από τον πολύ σοβαρό τραυματισμό ενός αστυνομικού φίλου της και την τραυματική εμπειρία της αδελφής της, στον κόσμο των ναρκωτικών. Προκειμένου να διεισδύσει στην κορυφή της ιεραρχίας των κακοποιών της πόλης και να βγάλει από την μέση τους υπεύθυνους για τον χαμό πολλών μαύρων αδελφών, θα προσποιηθεί την διεφθαρμένη. Όλα αυτά θα οπλίσουν την επαναληπτική της καραμπίνα και …όποιον πάρει ο χάρος!


Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

«Cult of the cobra»(1955)

6/11/2018

Ταινία καθοδηγούμενη από τον μυστικισμό της εξωτικής Ασίας και τις θρησκευτικές αιρέσεις, που πάντα γοητεύουν τον θεατή, το “Cult of Cobra”, έχει όλα αυτά που μπορούν να κρατήσουν κάποιον στην θέση του, για 80 λεπτά. Αγωνία, σασπένς, ωραίο παιγνίδι με τις σκιές, έξυπνο σενάριο. Γυρίστηκαν πολλά τέτοια φιλμ, στην διάρκεια των δεκαετιών του `50 και του `60, κυρίως και όλα σχεδόν πήγαν πολύ καλά και στα ταμεία. Εδώ έχουμε μια ιδιαίτερη περίπτωση, ενός φιλμ που μπήκε στο ράφι με τα καλτ και ηθοποιούς που το θυμόνταν με νοσταλγία, όταν λίγα χρόνια έπειτα τύχαιναν τηλεοπτικής εκτίμησης στη χώρα τους, με δικές τους εκπομπές.

Αυτοί που κατηγοριοποιούν τις ταινίες και τους τοποθετούν ετικέτες, έβαλαν εδώ δίπλα στον τίτλο, την λέξη “horror”. Δεν ξέρω αν σήμερα θα την τοποθετούσε κανείς στα φιλμ τρόμου, αλλά σίγουρα θα της έδινε μια θέση στα πολύ αγωνιώδη. Με μια εξαιρετική ατμόσφαιρα, που κρύβει πολλά και αφήνει τον θεατή να μαντέψει τα υπόλοιπα, χτίζει βήμα – βήμα ένα μύθο, καλλιεργεί μια αρχέγονη κατάρα και να την αφήνει να ίπταται πάνω από τα κεφάλια των θυμάτων. Υποψίες δημιουργούνται εξ αρχής, αλλά κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος, πως η δική του είναι η σωστή σε βάρος κάποιων άλλων. Αυτό το παιγνίδι με τα λόγια, τις εικασίες, τις σκιές και την μουσική που τονίζει τις σκηνές φόβου, είναι ένα από τα δυνατά της χαρτιά.

Η σκηνοθεσία ανήκει στον Francis D. Lyon, έναν άνθρωπο που υπηρέτησε την έβδομη τέχνη από άλλη …καρέκλα κυρίως, αφού ήταν από τους κορυφαίους μοντέρ της εποχής του! Μάλιστα, πήρε και βραβείο Όσκαρ για την δουλειά του στο Body and Soul (1947). Το σενάριο ανήκει στον Jerry Davis και η πολύ ωραία φωτογραφία, στον Russell Metty. Στις 145 σταμάτησε το κοντέρ, όσων αφορά στις ταινίες των οποίων ανέλαβε την διεύθυνση φωτογραφίας! Μεταξύ αυτών και τα The Stranger (1946), The Desert Hawk (1950), The Man From the Alamo (1953), Seminole (1953), Man without a Star (1955), Touch of Evil (1958) και The Misfits (1961). Ένας θρύλος του μοντάζ, κυριολεκτικά!

Το project αυτό, χρηματοδότησε η Universal Pictures και στους πρωταγωνιστικούς ρόλους εμφανίζονται οι Faith Domergue, Marshall Thompson, Richard Long, Jack Kelly, Kathleen Hughes και William Reynolds. Ο Long μαζί με την Barbara Stanwyck, άφησαν εποχή στην Αμερικάνικη τηλεόραση, με την σειρά The Big Valley, που πρόβαλε το ABC μεταξύ 1965 – 1969(112 επεισόδια). Ο Thompson τον ακολούθησε στο ίδιο σήριαλ, αφού έκανε ένα πέρασμα πρώτα από το Angel του CBS(1961), για 31 επεισόδια.

Και η Hughes ασχολήθηκε με την τηλεόραση και έγινε γνωστή για την συμμετοχή της στο Alfred Hitchcock Presents (1956–1957). Κάποια στιγμή εμφανίστηκε και στο καστ του M*A*S*H. Ο Reynolds είχε μακράν την καλύτερη καριέρα στην μικρή οθόνη και την μεγαλύτερη σε διάρκεια. Ήταν ο πρωταγωνιστής του The F.B.I. της ABC, που καθήλωνε τους Αμερικανούς το `61. Τέλος, ο Kelly συμμετείχε σε πολλά sci fi φιλμ και όταν αποφάσισε ότι ήρθε η στιγμή να τα αφήσει πίσω του, έπιασε κι αυτός τις τηλεοπτικές σειρές! Αρχή με το θρυλικό Gunsmoke, για να συνεχίσει με το εξίσου επιτυχημένο “The Mavericks”(κι αυτό γουέστερν). Το`73 παίρνει έναν μικρό ρόλο στο The Sting, ενώ κάποια στιγμή τα βάζει επί σκηνής σε μονομαχία, με τον Clint Eastwood, στο «Duel at Sundown», όταν ο Clint έκανε ακόμη το αγροτικό του! Το αποτέλεσμα, να μην σας το πω, γιατί ήδη θα το μαντέψατε!

ΥΠΟΘΕΣΗ

Πέντε Αμερικανοί φαντάροι(μέλη της πολεμικής αεροπορίας), φθάνουν στην μακρινή Ασία, για μια απαραίτητη στάση, αμέσως μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Εκεί θα παρακολουθήσουν κρυφά μια τελετή, μιας αίρεσης που πιστεύει στην μεταμόρφωση των ανθρώπων σε φίδια και ειδικά σε κόμπρες… Οι ιερείς θα τους ανακαλύψουν και θα αρχίσει το κρυφτούλι με τον θάνατο…

——————————————————————————————————————————————-

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

«Two lane blacktop»(1971)

25/10/2018

Θρυλικό road movie του Monte Hellman, με το οποίο πέρασε στην σινέ – αιωνιότητα και φυσικά καταξιώθηκε στις συνειδήσεις κάθε φίλου των αγώνων ταχύτητας. Γυρίστηκε με ελάχιστα κεφάλαια, αλλά κατάφερε να βγάλει προς τα έξω το κλίμα των παρασκήνιων, της φιλοσοφίας και του εσωτερικού κόσμου, μιας ολόκληρης γενιάς και δεν αρκέστηκε στις πίστες. Είναι γεμάτο αδρεναλίνη αλλά και ειρωνεία, σαρκασμό, αμφισβήτηση και πολλούς συμβολισμούς. Καυτηριάζει έναν τρόπο ζωής και το κατεστημένο που τον περικλείει και εκπροσωπεί επάξια των γενιά των late `60s.

Όλοι οι φίλοι αυτών των ταινιών, το έχουν πολύ ψηλά σε εκτίμηση και δεν θα ήταν υπερβολή, αν λέγαμε ότι αποτελεί σημείο – αναφοράς. Το “2 Lane Blacktop” σε αντίθεση με πολλά φιλμ χαμηλού προϋπολογισμού, δεν περίμενε δεκαετίες για να αναγνωριστεί από τους κριτικούς. Το περιοδικό Esquire το χαρακτήρισε σαν το καλύτερο φιλμ του 1971 και έδωσε σε έναν εκ των πρωταγωνιστών του το πρωτοσέλιδο του τεύχους Απριλίου εκείνης της χρονιάς. Όλα τα περιοδικά και οι εφημερίδες(The New York Times, Time, Village Voice, Chicago Reader, κ.α.), προχώρησαν σε διθυραμβικές κριτικές, αν και λόγω του θέματος του δεν προσέλκυσε τον αριθμό των θεατών που θα το χαρακτήριζαν σαν εισπρακτική επιτυχία.

Όμως έτσι συμβαίνει πάντα με ταινίες που απευθύνονται σε συγκεκριμένων ενδιαφερόντων θεατές. Είναι το ίδιο σημαντική σαν δημιουργία, όσο και τα Vanishing Point, Easy Rider και Electra Glide in Blue. Έχει πολλά σημαντικά στοιχεία στα πλάνα του, που δικαιολογούν ένα μεγάλο μέρος της φήμης που απέκτησε.

Κατ` αρχάς, διαδραματίζεται στον περίφημο U.S. Route 66, στην προ – αυτοκινητόδρομων εποχή, που ήρθε λίγα χρόνια αργότερα και σε αυτή την γωνία της Αμερικής. Ένας άλλος λόγος που απέκτησε τέτοια αναγνώριση, είναι οι πρωταγωνιστές. Ηθοποιοί και μη, των οποίων το ύφος απέχει πολύ μεταξύ τους. Εδώ κάνει την εμφάνιση του στην μεγάλη οθόνη και ο δημοφιλής τραγουδιστής και συνθέτης της folk, James Taylor, που σάρωσε κυριολεκτικά όλα τα μουσικά βραβεία από το 1970 ως το 1974, με υπέροχες συνθέσεις όπως τα “You`ve got a friend” και “Fire & Rain”.

Η παρουσία του στην ταινία είναι καταλυτική, καταθέτει άποψη και ξεδιπλώνει μια ακόμη πτυχή του ταλέντου του, αυτήν στην υποκριτική(αν και δεν έκανε πολλές ταινίες). Ο Taylor είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο της folk μουσικής και ένας από εκείνους που της έδωσαν την λάμψη της επιτυχίας. Ακόμη, στο “2 Lane Blacktop” προβάλλεται η άλλη εκδοχή του κοινωνικού πλαισίου της εποχής, αυτή των νέων, ανήσυχων και επηρεασμένων από τα ιδανικά της έκρηξης των χίπη.

Παρουσιάζει τα πράγματα από μέσα, ενώ δίνει την ευκαιρία στον θεατή να κάνει τις απαραίτητες συγκρίσεις και με την συμβατότητα όλων αυτών, με την εκπροσώπηση μιας πιο συντηρητικής άποψης, αυτήν που εκφράζει ο Warren Oates. Ο αστός που με το φανταχτερό του αυτοκίνητο, θα θελήσει να δώσει ένα μάθημα στους «ανόητους νέους», αλλά στο τέλος θα χάσει πολύ περισσότερα από όσα στοιχημάτισε… Ακόμη και την ίδια του την ματαιοδοξία. Τα αυτοκίνητα και οι συνθήκες αγώνων που καταγράφονται εδώ, λειτουργούν σαν μια μηχανή του χρόνου και προσδίδουν πλέον στο φιλμ μια γοητεία ντοκιμαντέρ, αφού τίποτα πλέον από όλα αυτά δεν υφίστανται. Τόσο σαν εξέλιξη και υποδομές, όσο και σαν συναίσθημα.

Υπάρχουν χαμένοι, υπάρχουν και κερδισμένοι, στην παραγωγή αυτή του Michael Laughlin και της ανεξάρτητης Cinema Center Films, για λογαριασμό της Universal Pictures. Πρωταγωνιστούν οι James Taylor, Warren Oates, η εξαιρετική πιτσιρίκα Laurie Bird, Dennis Wilson και ο νεαρός τότε Harry Dean Stanton, σε έναν μικρό ρόλο – έκπληξη!. Η μουσική είναι του Billy James, ενώ στην ταινία ακούγονται και πολύ όμορφα τραγούδια των `60ς και των `70ς(Moonlight Drive – DOORS, Stealin’ – ARLO GUTHRIE, Me and Bobby McGee – KRIS KRISTOFFERSON, Truckload Of Art – TERRY ALLEN, κ. α.).

Οι άνω των 40 θα ταξιδέψουν σίγουρα, επενδύοντας σε μια τέτοια προβολή… Να πούμε ακόμη ότι το Chevrolet 150 που θα δείτε στα πλάνα είναι 100% κατασκευασμένο από μερακλήδες και υπαρκτό σαν όχημα. Έγινε αντικείμενο θαυμασμού και πολλοί ήταν εκείνοι που θέλησαν να το αποκτήσουν. Τελικά, παρέμεινε στα υπόστεγα των στούντιο της Universal, τουλάχιστον μέχρι στιγμής.

Το 2003, η δισκογραφική εταιρία Plain Records, κυκλοφόρησε το tribute album «You Can Never Go Fast Enough”, στο οποίο συμμετείχαν οι Wilco, Sonic Youth, Will Oldham/Alan Licht, Calexico & Giant Sand, Suntanama, Steffen Basho-Junghans, Charalambides, Mark Eitzel/Marc Capelle, Roy Montgomery και Alvarius B, μαζί με σπάνιες ηχογραφήσεις των Cat Power, Roscoe Holcomb, Leadbelly & Sandy Bull. Το 1999, η εταιρία Anchor Bay Entertainment προχώρησε στην επανακυκλοφορία της ταινίας σε dvd περιορισμένων αντίτυπων, με 48σέλιδο φυλλάδιο και μεταλλική θήκη, το οποίο απλά εξαφανίστηκε σε χρόνο ρεκόρ!

Έτσι, η επανακυκλοφορία της Criterion Collection του 2007, έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς συλλέκτες ταινιών να το αποκτήσουν και μάλιστα με την γνωστή της ποιότητα στην εικόνα. Σε blue-ray βγήκε πέρσι(2012), από την σειρά Masters of Cinema. Ήταν η χρονιά που το Αμερικάνικο κογκρέσο, αναγνωρίζοντας την σπουδαιότητας της, την ενέταξε στην ταινιοθήκη του, σαν τμήμα της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Δύο νεαροί ταξιδεύουν στις Αμερικάνικες πολιτείες στα Ανατολικά, με ένα τροποποιημένο αυτοκίνητο αγώνων. Αυτό που επιδιώκουν είναι ο ανταγωνισμός και οι νίκες, σε μια πορεία που μοιάζει να μην έχει γραμμή τερματισμού. Αμφισβητούν τους συμβιβασμούς και τα πρότυπα της κοινωνίας τους και επιλέγουν να ζήσουν στην κόψη του ξυραφιού. Σε κάποιο σημείο της ατέρμονης αυτής διαδρομής, θα μπει στο αυτοκίνητο τους και μια κοπέλα, κάνοντας ωτοστόπ. Κι εκεί που το κίνητρο δείχνει ξαφνικά να ξεθωριάζει, έρχεται η μεγάλη πρόκληση. Ένας αστός, με ένα όχημα βιομηχανικό και καλογυαλισμένο, θα κοντραριστεί μαζί τους σε μια μεγάλη κούρσα αποδείξεων. Ο χαμένος δεν κινδυνεύει να χάσει μόνον την άδεια κυκλοφορίας και το αυτοκίνητο του, αλλά πολλά περισσότερα…


Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Cabo Blanco(1980)

21/10/2018

Υπάρχουν φορές που θεωρώ τις κριτικές εκτός από αναξιόπιστες και εμπαθείς. Εκατοντάδες αξιοπρεπέστατα φιλμ κάθε χρόνο, που δεν έχουν όμως “επενδύσει” σε αυτή την κατηγορία “επαγγελματιών”, θάβονται κάτω από χλευασμό και απαξίωση. Κάπως έτσι συνέβη και με το “Cabo Blanco”(“Ο σκληρός του Κάβο Μπλάνκο”), το οποίο μεταξύ άλλων αποκαλέστηκε ως “άθλιο αναμάσημα” της “Casablanca”. Μάλιστα…

Κι όλα αυτά για μια ταινία που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί με το αριστούργημα του Michael Curtiz, γιατί απλά δεν έχουν καμία σχέση τα δύο σενάρια! Δύο εντελώς διαφορετικές ιστορίες, μπαίνουν στο ίδιο μπλέντερ, μαζί με απίστευτες εκφράσεις τύπου “απερίγραπτα ανάρμοστο”. Όχι, δεν έχουμε να κάνουμε με μια ταινία – ορόσημο, ούτε με κάποια από τις κορυφαίες της χρονιάς της(1980).

Όμως το “Cabo Blanco” είναι ένα αξιόλογο φιλμ, με καλές ερμηνείες και, σίγουρα δεν αξίζει αυτούς τους άστοχους χαρακτηρισμούς, που γεννούν πολλά ερωτηματικά… Κρίμα πραγματικά, να ισοπεδώνονται δουλειές πάνω από τον μέσο όρο κάθε κινηματογραφικής σοδειάς, με τόσο προκλητικά μάλιστα τρόπο… Αλλά, ο τύπος βλέπετε παραμένει στο απυρόβλητο συνταγματικά, όταν “εκφράζει απλά την άποψη του”.

Ο J. Lee Thompson των 9 υποψηφιοτήτων για Όσκαρ(σιγά μην του έδιναν Όσκαρ για το The Guns of Navarone – 1961), των 3 Χρυσών Άρκτων(για τα Tiger Bay – 1959, Ice Cold in Alex – 1958, Woman in a Dressing Gown – 1957) και, του ενός Χρυσού Φοίνικα(για το Yield to the Night – 1956), ήταν πάντα στην “μπούκα” της ακαδημίας, που τον είχε καταχωρήσει στα κατάστιχα της ως “σκηνοθέτη ταινιών δράσης”. Λες και αυτές οι ταινίες πρέπει να γυρίζονται από μόνες τους, ή είναι όλες για πέταμα. Ευτυχώς που υπάρχουν τα Ευρωπαικά φεστιβάλ και δικαιώνονται δημιουργοί όπως ο Τόμσον, με πολύ μεγάλη προσφορά στον χώρο.

Χαρακτηριστικές και αξέχαστες δουλειές του, μεταξύ άλλων και τα North West Frontier (1959), Cape Fear (1962), Kings of the Sun (1963), What a Way to Go! (1964), Mackenna’s Gold (1969), Conquest of the Planet of the Apes (1972), The Greek Tycoon (1978)The Passage (1979), και, King Solomon’s Mines (1985). Ο σκηνοθέτης συνεργάστηκε επί μακρόν με τον Charles Bronson, γυρίζοντας συνολικά 9 ταινίες μαζί. St. Ives (1976), The White Buffalo (1977), Caboblanco (1980), 10 to Midnight (1983), The Evil That Men Do (1984), Murphy’s Law (1986), Death Wish 4: The Crackdown (1987), Kinjite: Forbidden Subjects (1989) και, Messenger of Death (1988). Από αυτά το πλέον υποτιμημένο όπως αναφέραμε στον πρόλογο, ήταν το “Cabo Blanco”(τη στιγμή που ταινίες του σαφώς κατώτερες, πήραν εξαιρετικές κριτικές…).

https://en.wikipedia.org/wiki/J._Lee_Thompson

Η ταινία φιλοξενεί ένα από τα καλύτερα soundtrack που έγραψε ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης Jerry Goldsmith στην δεκαετία του ’70. Πανέμορφες μελωδίες, που ανεβάζουν επίπεδο το καλό, πρωτότυπο σενάριο των Morton S. Fine και, Milton S. Gelman, συνεργάτες και οι δύο του σκηνοθέτη επί μακρόν. Πολύ καλή και η διεύθυνση φωτογραφίας του Álex Phillips Jr..

Το καστ έχει απ’ όλα. Πυγμή από τον πλέον αξιόπιστο Charles Bronson, υποκριτική παιδεία από τον Jason Robards, μια ξανθιά Γαλλίδα που ήθελε να γίνει ηθοποιός(ακόμη δεν ξέρω αν τα κατάφερε), την Dominique Sanda, τον παλαίμαχο και εξαιρετικό Fernando Rey, έναν νεαρό υποσχόμενο ονόματι Simon MacCorkindale(φέρνει λίγο του Έρικ Ρόμπερτς, αλλά μάλλον έπρεπε να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του στην πολεμική αεροπορία) και, τον Denny Miller, που καθιερώθηκε σαν μονοκόμματος μπράβος(συνήθως ναζί), λόγω του σωματότυπου του(μπέιζμπολ έπαιζε ο άνθρωπος), συμπληρώνοντας το καστ πλήθος ταινιών και τηλεοπτικών σειρών. Εδώ η συνύπαρξη όλων είναι μια χαρά πάντως, χάρη στο πολύ καλό κάστινγκ που είχε προηγηθεί. Λίγο τα χαλάει η Σαντά με τα τους θεατρινισμούς και το υπερβολικά μελό της παίξιμο, αλλά σε γενικές γραμμές δεν υστερεί άλλος.

https://en.wikipedia.org/wiki/Jerry_Goldsmith
https://en.wikipedia.org/wiki/Charles_Bronson
https://en.wikipedia.org/wiki/Jason_Robards
https://en.wikipedia.org/wiki/Dominique_Sanda
https://en.wikipedia.org/wiki/Fernando_Rey
https://en.wikipedia.org/wiki/Denny_Miller
https://en.wikipedia.org/wiki/Simon_MacCorkindale

Η ταινία έκανε εισιτήρια. 10 εκατομμύρια δολάρια δεν είναι και λίγα. Γυρίστηκε στο Μεξικό, ενώ υποψήφιος για τον ρόλο του Τερέδο(στρατιωτικού διευθυντή της πόλης), ήταν και ο Orson Welles. Για τον ρόλο του τυχοδιώκτη Αμερικανού που φυγοδικεί και κρύβεται πίσω από ένα ψεύτικο όνομα, η παραγωγή είχε αρχικά στο νου έναν εκ των Paul Newman και, Steve McQueen. Τελικά ο ρόλος πήγε στον Μπρόνσον. Όσο για την σκηνοθεσία, πρώτη επιλογή ήταν ο John Huston .

Ενδιαφέρον παραλειπόμενο από τα γυρίσματα, το γεγονός ότι η Σαντά που ήταν ισοϋψής του Μπρόνσον, ανγκάστηκε να γυρίσει πολλές σκηνές μαζί του ξυπόλυτη, ώστε να μην φαίνεται ψηλότερη! Cabo Blanco στα Μεξικάνικα σημαίνει “Λευκό ακρωτήρι”. Η ταινία προβλήθηκε στις Ελληνικές αίθουσες, με τον τίτλο “Ο σκληρός του Κάβο Μπλάνκο”. Να πούμε ακόμη ότι στο μοντάζ κόπηκαν 30 λεπτά κατ’ απαίτηση των στούντιο. Για όσους ενδιαφέρονται να μάθουν περισσότερα, υπάρχει κι ένα ντοκιμαντέρ διάρκειας 14 λεπτών, με υλικό από τα παρασκήνια της ταινίας, που επιμελήθηκε ο Lance Hool το 2016, με τίτλο “The legend of Cabo Blanco”.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Τέσερα μόλις χρόνια μετά την λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, κι ενώ νικητές και χαμένοι αναζητούν την λήθη, στο μακρινό Περού θα διεξαχθεί ένα δραματικό κυνήγι θησαυρού. Φυγόδικοι ναζί, διευθαρμένοι πολιτικοί και στρατιωτικοί της Λατινοαμερικάνικης χώρας, Άγγλοι μυστικοί πράκτορες, ένας Αμερικανός τυχοδιώκτης και, η πρώην ερωμένη ενός Γάλλου αντιστασιακού, επιδίδονται σε ένα κρυφτούλι θανάτου, με έπαθλο το βυθισμένο “Βρετάνη” και τον αμύθητο θησαυρό που κρύβει στα αμπάρια του…

—————————————————————————————————————————————-

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Cabo Blanco(1980)

21/10/2018

Υπάρχουν φορές που θεωρώ τις κριτικές εκτός από αναξιόπιστες και εμπαθείς. Εκατοντάδες αξιοπρεπέστατα φιλμ κάθε χρόνο, που δεν έχουν όμως “επενδύσει” σε αυτή την κατηγορία “επαγγελματιών”, θάβονται κάτω από χλευασμό και απαξίωση. Κάπως έτσι συνέβη και με το “Cabo Blanco”(“Ο σκληρός του Κάβο Μπλάνκο”), το οποίο μεταξύ άλλων αποκαλέστηκε ως “άθλιο αναμάσημα” της “Casablanca”. Μάλιστα…

Κι όλα αυτά για μια ταινία που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί με το αριστούργημα του Michael Curtiz, γιατί απλά δεν έχουν καμία σχέση τα δύο σενάρια! Δύο εντελώς διαφορετικές ιστορίες, μπαίνουν στο ίδιο μπλέντερ, μαζί με απίστευτες εκφράσεις τύπου “απερίγραπτα ανάρμοστο”. Όχι, δεν έχουμε να κάνουμε με μια ταινία – ορόσημο, ούτε με κάποια από τις κορυφαίες της χρονιάς της(1980).

Όμως το “Cabo Blanco” είναι ένα αξιόλογο φιλμ, με καλές ερμηνείες και, σίγουρα δεν αξίζει αυτούς τους άστοχους χαρακτηρισμούς, που γεννούν πολλά ερωτηματικά… Κρίμα πραγματικά, να ισοπεδώνονται δουλειές πάνω από τον μέσο όρο κάθε κινηματογραφικής σοδειάς, με τόσο προκλητικά μάλιστα τρόπο… Αλλά, ο τύπος βλέπετε παραμένει στο απυρόβλητο συνταγματικά, όταν “εκφράζει απλά την άποψη του”.

Ο J. Lee Thompson των 9 υποψηφιοτήτων για Όσκαρ(σιγά μην του έδιναν Όσκαρ για το The Guns of Navarone – 1961), των 3 Χρυσών Άρκτων(για τα Tiger Bay – 1959, Ice Cold in Alex – 1958, Woman in a Dressing Gown – 1957) και, του ενός Χρυσού Φοίνικα(για το Yield to the Night – 1956), ήταν πάντα στην “μπούκα” της ακαδημίας, που τον είχε καταχωρήσει στα κατάστιχα της ως “σκηνοθέτη ταινιών δράσης”. Λες και αυτές οι ταινίες πρέπει να γυρίζονται από μόνες τους, ή είναι όλες για πέταμα. Ευτυχώς που υπάρχουν τα Ευρωπαικά φεστιβάλ και δικαιώνονται δημιουργοί όπως ο Τόμσον, με πολύ μεγάλη προσφορά στον χώρο.

Χαρακτηριστικές και αξέχαστες δουλειές του, μεταξύ άλλων και τα North West Frontier (1959), Cape Fear (1962), Kings of the Sun (1963), What a Way to Go! (1964), Mackenna’s Gold (1969), Conquest of the Planet of the Apes (1972), The Greek Tycoon (1978)The Passage (1979), και, King Solomon’s Mines (1985). Ο σκηνοθέτης συνεργάστηκε επί μακρόν με τον Charles Bronson, γυρίζοντας συνολικά 9 ταινίες μαζί. St. Ives (1976), The White Buffalo (1977), Caboblanco (1980), 10 to Midnight (1983), The Evil That Men Do (1984), Murphy’s Law (1986), Death Wish 4: The Crackdown (1987), Kinjite: Forbidden Subjects (1989) και, Messenger of Death (1988). Από αυτά το πλέον υποτιμημένο όπως αναφέραμε στον πρόλογο, ήταν το “Cabo Blanco”(τη στιγμή που ταινίες του σαφώς κατώτερες, πήραν εξαιρετικές κριτικές…).

https://en.wikipedia.org/wiki/J._Lee_Thompson

Η ταινία φιλοξενεί ένα από τα καλύτερα soundtrack που έγραψε ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης Jerry Goldsmith στην δεκαετία του ’70. Πανέμορφες μελωδίες, που ανεβάζουν επίπεδο το καλό, πρωτότυπο σενάριο των Morton S. Fine και, Milton S. Gelman, συνεργάτες και οι δύο του σκηνοθέτη επί μακρόν. Πολύ καλή και η διεύθυνση φωτογραφίας του Álex Phillips Jr..

Το καστ έχει απ’ όλα. Πυγμή από τον πλέον αξιόπιστο Charles Bronson, υποκριτική παιδεία από τον Jason Robards, μια ξανθιά Γαλλίδα που ήθελε να γίνει ηθοποιός(ακόμη δεν ξέρω αν τα κατάφερε), την Dominique Sanda, τον παλαίμαχο και εξαιρετικό Fernando Rey, έναν νεαρό υποσχόμενο ονόματι Simon MacCorkindale(φέρνει λίγο του Έρικ Ρόμπερτς, αλλά μάλλον έπρεπε να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του στην πολεμική αεροπορία) και, τον Denny Miller, που καθιερώθηκε σαν μονοκόμματος μπράβος(συνήθως ναζί), λόγω του σωματότυπου του(μπέιζμπολ έπαιζε ο άνθρωπος), συμπληρώνοντας το καστ πλήθος ταινιών και τηλεοπτικών σειρών. Εδώ η συνύπαρξη όλων είναι μια χαρά πάντως, χάρη στο πολύ καλό κάστινγκ που είχε προηγηθεί. Λίγο τα χαλάει η Σαντά με τα τους θεατρινισμούς και το υπερβολικά μελό της παίξιμο, αλλά σε γενικές γραμμές δεν υστερεί άλλος.

https://en.wikipedia.org/wiki/Jerry_Goldsmith
https://en.wikipedia.org/wiki/Charles_Bronson
https://en.wikipedia.org/wiki/Jason_Robards
https://en.wikipedia.org/wiki/Dominique_Sanda
https://en.wikipedia.org/wiki/Fernando_Rey
https://en.wikipedia.org/wiki/Denny_Miller
https://en.wikipedia.org/wiki/Simon_MacCorkindale

Η ταινία έκανε εισιτήρια. 10 εκατομμύρια δολάρια δεν είναι και λίγα. Γυρίστηκε στο Μεξικό, ενώ υποψήφιος για τον ρόλο του Τερέδο(στρατιωτικού διευθυντή της πόλης), ήταν και ο Orson Welles. Για τον ρόλο του τυχοδιώκτη Αμερικανού που φυγοδικεί και κρύβεται πίσω από ένα ψεύτικο όνομα, η παραγωγή είχε αρχικά στο νου έναν εκ των Paul Newman και, Steve McQueen. Τελικά ο ρόλος πήγε στον Μπρόνσον. Όσο για την σκηνοθεσία, πρώτη επιλογή ήταν ο John Huston .

Ενδιαφέρον παραλειπόμενο από τα γυρίσματα, το γεγονός ότι η Σαντά που ήταν ισοϋψής του Μπρόνσον, ανγκάστηκε να γυρίσει πολλές σκηνές μαζί του ξυπόλυτη, ώστε να μην φαίνεται ψηλότερη! Cabo Blanco στα Μεξικάνικα σημαίνει “Λευκό ακρωτήρι”. Η ταινία προβλήθηκε στις Ελληνικές αίθουσες, με τον τίτλο “Ο σκληρός του Κάβο Μπλάνκο”. Να πούμε ακόμη ότι στο μοντάζ κόπηκαν 30 λεπτά κατ’ απαίτηση των στούντιο. Για όσους ενδιαφέρονται να μάθουν περισσότερα, υπάρχει κι ένα ντοκιμαντέρ διάρκειας 14 λεπτών, με υλικό από τα παρασκήνια της ταινίας, που επιμελήθηκε ο Lance Hool το 2016, με τίτλο “The legend of Cabo Blanco”.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Τέσερα μόλις χρόνια μετά την λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, κι ενώ νικητές και χαμένοι αναζητούν την λήθη, στο μακρινό Περού θα διεξαχθεί ένα δραματικό κυνήγι θησαυρού. Φυγόδικοι ναζί, διευθαρμένοι πολιτικοί και στρατιωτικοί της Λατινοαμερικάνικης χώρας, Άγγλοι μυστικοί πράκτορες, ένας Αμερικανός τυχοδιώκτης και, η πρώην ερωμένη ενός Γάλλου αντιστασιακού, επιδίδονται σε ένα κρυφτούλι θανάτου, με έπαθλο το βυθισμένο “Βρετάνη” και τον αμύθητο θησαυρό που κρύβει στα αμπάρια του…

—————————————————————————————————————————————–

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

«La spiaggia»(1954)

15/10/2018

Εξαιρετική ηθογραφία, δοσμένη με μαεστρία από τον Alberto Lattuada. Μια δραματική απόχρωση των παθών, των καθημερινών υποχωρήσεων και της αλλοτρίωσης, με έμφαση στον κοινωνικό διαχωρισμό. Μια τομή γεμάτη συμβολισμούς και μηνύματα, αλλά και προτάσεις. Χωρίς ηθικολογίες και ξεσπάσματα μοιρολατρίας. Σε ορισμένα σημεία γίνεται υπερβολικά ρεαλιστική, ενώ σε κάποια άλλα επιλέγει μια πιο ανάλαφρη αφήγηση. Όπως και να έχει είναι μια σπουδαία ταινία, που δεν έτυχε στην χώρα ιδιαίτερης προβολής.

Δραματοποιημένη παλίρροια συναισθημάτων, που πλημμυρίζει τον θεατή σταδιακά, καθώς αρχίζει να κυλά μπροστά από την ανυποψίαστη αμμουδιά μια αλμυρή απόχρωση αδικίας, για να καλύψει σχεδόν τα πάντα και τους πάντες. Η ταινία δεν αποτελεί κλασική δημιουργία της Ιταλικής σχολής, αφού παρεκκλίνει αρκετά. Καλύπτει το φάσμα της παραβολής και, της αλληγορίας, αλλά δεν αναλώνεται σε χίμαιρες. Δεν αφήνει τον θεατή σε μια γλυκανάλατη ουτοπία παραμυθιού. Ούτε του γεννά ερωτήματα. Είναι ξεκάθαρα όλα. Η πόρνη που ζητάει μια καινούργια ζωή, που νιώθει όπως όλοι, που έχει ανάγκη από αγάπη, να δώσει και να πάρει, να αποτελέσει κομμάτι της κοινωνίας όπως εκείνη την ορίζει, λανθασμένα ιδανική.

Τα καθώς πρέπει μέλη της μικροαστικής και μεσοαστικής υποκρισίας, που αναζητούν νέα θύματα προς λιθοβολισμό, για να καλύψουν τους τεράστιους συμβιβασμούς τους, την ανικανότητα να αισθανθούν πραγματικά και, πάνω από όλα, για να συντηρήσουν τον μύθο μιας τακτοποιημένης ζωής, ευπρεπούς και ματαιόδοξης. Είναι όλοι παρόντες. Οι θεατές και οι θεατρίνοι. Το λάθος και το σωστό. Τα κάστρα στην αμμουδιά συμβολίζουν την αποτυχημένη εξ αρχής προσπάθεια. Το κύμα, παίζει τον ρόλο του εξαγνισμού, αλλά θα έρθει πολύ αργά, βασανιστικά, για να σκεπάσει τους φόβους, αφού πρώτα μουλιάσει κάθε αντίσταση, κάθε φραγμό.

Η ταινία του Lattuada δείχνει ασυμβίβαστη, τραχιά, όπως η αλήθεια. Υψώνει την φωνή της στον κυνισμό και την μικροπρέπεια, καταδεικνύει την άνιση πάλη ενάντια σε κάθε υφής βρωμιά, όπως και το δικαίωμα για μια δεύτερη ευκαιρία στην ζωή. Είναι μια μεγάλη «συγνώμη» όλων προς όλους, μια συμφιλίωση, αλλά δεν στέκεται μόνον εκεί. Αναζητά την ρίζα του κακού, κι όταν την βρίσκει, την ακολουθεί για να καταγράψει τα αυλάκια που αφήνει στο χώμα. Ο Μιλανέζος σκηνοθέτης, που παράτησε την αρχιτεκτονική για χάρη της έβδομης τέχνης, προτίμησε στην μακρά και επιτυχημένη καριέρα του να γκρεμίζει. Στερεότυπα και υπεκφυγές. Η θητεία του δίπλα στον μεγάλο Φελίνι(Luci del Varietà – 1950), όπως και η καθαρή του ματιά πάνω σε θέματα ταμπού, τον οδήγησε σε δημιουργίες που χαρακτηρίζονται ως τομές.

Με το La steppa του ’62, πέρασε τις πύλες του φεστιβάλ Βερολίνου και, από εκεί κι έπειτα ακολούθησε μια ανεξάρτητη πορεία από τους περισσότερους συναδέλφους του, πιο ουσιαστική και λιγότερο φαντασμαγορική. Επικεντρώθηκε και δούλεψε πάνω στις έννοιες, ανέλυσε συναισθήματα, άφησε την ταινία να κυλήσει ελεύθερα πάνω στα πλάνα. Εξύμνησε τον ιδεαλισμό(Giacomo l’idealista – 1942), αφηγήθηκε τα καμώματα της σάρκας(Il delitto di Giovanni Episcopo – 1947), θύμωσε με την ανθρώπινη κακία(Il mulino del Po – 1949), κατέγραψε την διαδρομή της πνευματικής φτώχειας(Il Cappotto – 1952). Όταν τα χειροκροτήματα και οι επευφημίες αντηχούσαν στις αίθουσες για τις βραβεύσεις των συναδέλφων του, εκείνος αναζητούσε τον παραλήπτη μιας ζωής πνιγμένης στο μίσος(Lettere di una novizia – 1960). Πολύ μεγάλος σκηνοθέτης.

https://en.wikipedia.org/wiki/Alberto_Lattuada

Το “La Spiaggia” έχει από όλα όσα υπηρέτησε ο Lattuada. Αυτά στα οποία αφιέρωσε την κινηματογραφική του πορεία. Το σενάριο(παλιά του τέχνη κόσκινο), το έγραψε ο ίδιος, με την βοήθεια των Luigi Malerba , Rodolfo Sonego και, Charles Spaak. Παραγωγή από τον ίδιο, με την στήριξη της Titanus, που πάντα προωθούσε ριζοσπαστικές δουλειές, μακριά από τα τετριμμένα. Θα μπορούσε να είναι ένα ντοκιμαντέρ, ή ένα μεγάλης διάρκειας βίντεο κλιπ, αν απομόνωνε κανείς τους διαλόγους και, άφηνε μόνη της την μουσική υπόκρουση. Ο Piero Piccioni καταφέρνει να αποσπάσει την προσοχή του θεατή με την εξαιρετική μουσική που έγραψε.

Κι αυτό σε τέτοιες ταινίες, βαριές όπως τις αποκαλούμε, είναι κατόρθωμα πραγματικό. Υπάρχουν σκηνές που χρειάζεται να τις δεις 2 και 3 φορές, ή να χαμηλώσεις τον ήχο. Δεν ξέρω αν αυτό είναι πλεονέκτημα, ή όχι, πάντως είναι πολύ όμορφες οι νότες του συνθέτη. Η φωτογραφία του Mario Craveri αν και προσεκτική, θεωρώ ότι μειονεκτεί. Είχε μια μεγάλη ευκαιρία να τονίσει τα υλικά, τις σκιές, το βάθος, τον χώρο και τις λήψεις των πρωταγωνιστών, να κάνει μια δουλειά αξιομνημόνευτη. Όμως, περιορίστηκε σε στυλιζαρισμένα πλάνα. Δεν βοήθησε το φιλμ. Όταν σου στήνουν την καρέκλα στην παραλία και, βάζουν πάνω να καθίσει ένα χαρακτήρα όπως αυτόν του στρατηγού, κι εσύ απομακρύνεις το πλάνο βιαστικά προς το πλάι, για να δούμε για πολλοστή φορά την είσοδο του ξενοδοχείου, νομίζω ότι συνιστά ατόπημα. Μέτριο και το μοντάζ του Mario Serandrei.

Οι συντελεστές σε τόσο σημαντικές τεχνικές κατηγορίες, ή αποθεώνουν την ταινία, ή την αδικούν. Εδώ, είχαμε μάλλον το δεύτερο. Στο καστ ξεχωρίζουν τρείς μορφές. Οι δύο είναι αναμενόμενες, καθώς πρόκειται για τους πρωταγωνιστές. Martine Carol(η μετανοημένη και σεμνή πόρνη), Raf Vallone(ο δήμαρχος που θέλει να της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία). Ο καρατερίστας όμως Carlo Bianco, δεν συγκαταλέγονταν σε εκείνους που θα αιχμαλώτιζαν το βλέμμα του θεατή. Παρόλα αυτά, παίζοντας ένα αντιπαθητικό και μυστηριώδη αρχικά ρόλο, καταφέρνει στην συνέχεια ξεδιπλώνοντας τις πτυχές της προσωπικότητας του, να σε κερδίσει με την αυθεντικότητα και τον κυνισμό του. Είναι ο δισεκατομμυριούχος που εξουσιάζει τους πάντες και τα πάντα και, που ορίζει την ύπαρξη όλων. Πολύ δύσκολος ρόλος. Και, η φευγάτη και νευρική Valeria Moriconi, που υποδύεται την πρώην πλούσια που κατρακυλά στον βούρκο των παθών της, στέκεται πολύ καλά.

Όπως και το ζεύγος των νεόπλουτων εργοστασιαρχών ψυγείων, Mario Carotenuto και, Clelia Matania. Ο σκηνοθέτης τους ξεγυμνώνει με μια δόση εκδικητικότητας προς αυτό που συμβολίζουν. Κορυφαία σκηνή της ταινίας κατ’εμέ, εκείνη του περιπάτου στην παραλιακή, προς το φινάλε του φιλμ, όπου ο «κακός» και «διεφθαρμένος» άρχοντας της μικρής πόλης, προσφέρει το μπράτσο του στην πόρνη για να περπατήσουν μαζί, μπροστά από τα έκπληκτα μάτια όλων. Πολύ ευρηματική σκηνή και, έντονα φορτισμένη συναισθηματικά.

https://en.wikipedia.org/wiki/Martine_Carol

https://en.wikipedia.org/wiki/Raf_Vallone

ΥΠΟΘΕΣΗ

Μια πόρνη πηγαίνει με την μικρή της κόρη για διακοπές στις αριστοκρατικές παραλίες της Ριβιέρα. Η άφιξη της στο Ποντόρνο, μια μικρή παραθαλάσσια πόλη που ζει από τους τουρίστες, θα την φέρει αντιμέτωπη με τις επιλογές της και, θα ξυπνήσει την θέληση για μια ολική ανατροπή. Καθοδηγούμενη από την θέληση της αυτή, θα κρύψει το παρελθόν προσποιούμενη την χήρα, προσπαθώντας παράλληλα να προστατέψει και το παιδί. Μια απρόσμενη γνωριμία με τον δήμαρχο της πόλης, φαντάζει σαν μια αχτίδα ελπίδας που μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο του ξενοδοχείου. Όμως, δεν είναι ικανή να σκεπάσει το χθες, όπως και το θαλασσινό αεράκι δεν μπορεί να καλύψει την μυρωδιά της υποκρισίας…

——————————————————————————————————————————————

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

HAMMER FILMS – Ο ΤΡΟΜΟΣ ΠΟΥ ΗΡΘΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ 50 και τελευταίο μέρος

10/10/2018

Στην δεκαετία του`60 η Hammer επεκτάθηκε και σε άλλες διαστάσεις τρόμου, υπογράφοντας ταινίες από ζόμπι μέχρι γυναίκες των σπηλαίων! Κι αυτή η περίοδος είναι από τις καλύτερες της επίσης. Τα The Plague of the Zombies, The Reptile, One Million Years B.C.(με την Raquel Welch), Slave Girls, When Dinosaurs Ruled the Earth, Creatures the World Forgot, Taste of Fear, Maniac, Paranoiac, Nightmare, Hysteria, Fanatic, The Nanny, Crescendo, Straight on Till Morning, Fear in the Night και πολλά ακόμη παρόμοιου τύπου φιλμ, συνέδεαν την Αγγλική εταιρεία με τις αντίστοιχες Αμερικάνικες παραγωγές B Movies.

Άλλες ταινίες εκείνης της περιόδου, με σχετική – μεγάλη επιτυχία, ήταν και οι The Abominable Snowman of the Himalayas (1957), The Two Faces of Dr. Jekyll (1960), μια εκδοχή του βιβλίου του Robert Louis Stevenson Jekyll & Hyde, Never Take Sweets from a Stranger (1960), με τους Patrick Allen και Felix Aylmer, The Curse of the Werewolf (1961), με την πρώτη εμφάνιση του Oliver Reed, The Phantom of the Opera (1962), με τον Herbert Lom, The Gorgon (1964), She (1965), βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Rider Haggard, The Witches (1966), Quatermass and the Pit (1967) Αμερικάνικος τίτλος «Five Million Years to Earth» (1968), The Anniversary (1968), με την μεγάλη Bette Davis, The Lost Continent (1968) με τον Eric Porter και θέμα την Ατλαντίδα.

Το 1968, η εταιρεία θα παρασημοφορηθεί από την Βασίλισσα Ελισάβετ για την συνεισφορά της στην τέχνη, σε μια τελετή που πήρε μέρος στα Pinewood Studios, κατά την διάρκεια των γυρισμάτων του φιλμ Dracula Has Risen from the Grave!!! Φανταστείτε τώρα σκηνικό, με την βασίλισσα να απονέμει τον εν λόγω τίτλο σε ένα φόντο τρόμου και βαμπίρ!!! Στα μέσα της δεκαετίας του`70 βγήκαν στις αίθουσες και τα The Vampire Lovers , Lust for a Vampire, Twins of Evil, Captain Kronos, Vampire Hunter, To the Devil a Daughter και το remake στο φιλμ του Hitchcock The Lady Vanishes, με τον Elliot Gould και την Cybill Shepherd, στην πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση.

Από εκεί και έπειτα, στα χρόνια που ακολούθησαν η Hammer μπήκε στο παιγνίδι των τηλεοπτικών παραγωγών και της προσπάθειας να κρατήσει το όνομα της σαν εταιρεία ζωντανό, με υποδεέστερες ταινίες, που βάδιζαν περισσότερο στα χνάρια της επανάληψης, παρά πρωτοπορούσαν. Αυτή την στιγμή η Hammer εξακολουθεί να υφίστανται και να παράγει ταινίες τρόμου, αλλά σε διαφορετικές γραμμές κινούμενη, που επιβάλλονται από την εξέλιξη της τέχνης την οποία υπηρέτησε, αλλά και τη διαφορετικότητα των ημερών που διανύουμε. Προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα, χωρίς όμως να κρατήσει κάτι από την λάμψη των δεκαετιών του`50, του`60 ή έστω του`70, οπότε και υπήρχε κίνητρο για έναν θεατή, προκειμένου να μπει σε μια σκοτεινή αίθουσα και να δει ταινία της Hammer.

Τώρα, δεν είναι μόνον η υφή του κινηματογραφικού τρόμου που έχει αλλάξει, αλλά κι ο ίδιος ο θεατής… Συνεπώς, και οι ασπρόμαυρες τηλεοπτικές προβολές της Ελληνικής τηλεόρασης του`70 και του`80, απέχουν με την σειρά τους πολλά χρόνια πίσω και δεν ζουν εύκολα παρά μόνον στις μνήμες που φέρνουμε από εκείνες, ή στις πολύ καλές επιλογές της εταιρείας New Line, που έχει επανεκδώσει ένα μεγάλο μέρος των παραγωγών της Hammer και μπορείτε να τις βρείτε στα ενημερωμένα dvd club. Αν δεν απατώμαι, η συγκεκριμένη εταιρεία έχει βγάλει και Ιαπωνικές ταινίες Γκοτζίλα, αλλά και θρυλικά Αμερικάνικα B Movies του`50!

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΗΣ HAMMER

The Abominable Snowman (1957)
The Curse of Frankenstein (1957)
Dracula (1958)
The Revenge of Frankenstein (1958)
The Man Who Could Cheat Death (1959)
The Mummy (1959)
The Brides of Dracula (1960)
The Curse of the Werewolf (1961)
Taste of Fear (1961)
The Phantom of the Opera (1962)
The Evil of Frankenstein (1964)
The Gorgon (1964)
The Curse of the Mummy’s Tomb (1964)
The Kiss of the Vampire (1964)
Nightmare (1964)
Dracula: Prince of Darkness (1966)
The Plague of the Zombies (1966)
The Reptile (1966)
Frankenstein Created Woman (1967)
The Mummy’s Shroud (1967)
Quatermass and the Pit (1967)
Dracula Has Risen from the Grave (1968)
The Devil Rides Out (1968)
Taste the Blood of Dracula (1970)
Scars of Dracula (1970)
The Vampire Lovers (1970)
Blood From The Mummy’s Tomb (1971)
Dr. Jekyll and Sister Hyde (1971)
Hands of the Ripper (1971)
Twins of Evil (1971)
Dracula AD 1972 (1972)
Fear in the Night (1972)
Vampire Circus (1972)
Frankenstein and the Monster from Hell (1974)
The Satanic Rites of Dracula (1974)
To the Devil a Daughter (1976)

ΠΗΓΕΣ

http://www.hammerfilms.com/
http://www.britishhorrorfilms.co.uk/
http://cinefantastiqueonline.com/
http://www.scaryoldfilms.com/
http://en.wikipedia.org/wiki/
http://hammerposters.blogspot.com/
http://draculand.blogspot.com/

—————————————————————————————————————————————

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Beyond Atlantis(1973)

8/10/2018

Κλασικό b-movie με θαλασσινή καλτ – αύρα από την δεκαετία του`70. Όπως και όλες εκείνες οι ταινίες έτσι και αυτή, είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν στις μέρες μας, καθώς οι περισσότερες δεν κυκλοφορήσαν σε ούτε σε vhs, ούτε και σε dvd, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Αν δεν απατώμαι, αυτή εδώ δεν παίχτηκε καν στην κρατική τηλεόραση. Δεν ανήκει στα φιλμ που αναζητά κανείς έστω και ψήγματα υποκριτικών δυνατοτήτων, εντούτοις αποπνέει μυστικισμό και εξωτική γοητεία, αναμεμειγμένα με ένα θέμα που πάντα συναρπάζει τους θεατές.

Μια ακόμη εκδοχή, ή ένα στοιχείο αν προτιμάτε, για την μυθική ήπειρο που καταποντίστηκε, την Ατλαντίδα. Ίσως και να μην δίνει τις εξηγήσεις που περιμένει κανείς, όμως εντάσσεται στην κατηγορία εκείνων που κρατούν κινηματογραφικά ζωντανό τον σχετικό μύθο.
Γυρίστηκε από ένα μύθο των καλτ ταινιών, που χαίρει εκτίμησης από όλους τους φίλους του είδους παγκοσμίως, για τη δουλειά του.

Ο σκηνοθέτης Eddie Romero γεννημένος στις Φιλιππίνες έκανε φοβερά φιλμ. Όπως τα Man on the Run (1958), The Raiders of Leyte Gulf (1963), Moro Witch Doctor (1964), Mad Doctor of Blood Island (1968), Black Mama, White Mama (1972. Η μεγαλύτερη του επιτυχία, με την Pam Grier), The Twilight People (1973), Savage Sisters (1974) και το Kamakalawa (1981), αφιερωμένο στον λαό των Φιλιππίνων, τα προϊστορικά χρόνια. Ο Romero κατέφερε να τραβήξει ένα μέρος του φλας του κινηματογραφικού φακού στην πατρίδα του, με παραγωγές τις οποίες επιμελήθηκε ο ίδιος, όντας και σεναριογράφος μεταξύ άλλων. Το 1976, κέρδισε το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας και σεναρίου, στο Metro Manila Film Festival, με το Ganito kami noon, paano kayo ngayon («Εκεί ήμασταν. Που πάμε τώρα;», ένα μελοδραματικό μιούζικαλ).

Στο “Beyond Atlantis” η Dimension Pictures φαίνεται να πίστεψε πολύ, γι` αυτό και ο Romero διαχειρίστηκε ένα από τα μεγαλύτερα budget της καριέρας, το αστρονομικό ποσό παρακαλώ των 200.000 δολαρίων! Ο παραγωγός και συμπρωταγωνιστής(!),John Ashley, διαβάζοντας το σενάριο ενθουσιάστηκε, με ένα φιλμ που θύμιζε εξωτική διασκευή του The Treasure of Sierra Madre, αλλά δεν ήταν, συμπληρώνω εγώ.

Το σενάριο το έγραψε η Stephanie Rothman, που δεν νομίζω να ξόδεψε και πολύ φαιά ουσία, ή να την δυσκόλεψε σε καμία παράγραφο του. Είναι μια από τις περιπτώσεις που λέμε ότι …μπάζει κάπως. Υπάρχουν αρκετά κενά, όπως η περίεργη αυτή πάθηση του λαού του μικρού νησιού στα μάτια, κάτι που δεν εξηγείται, αλλά αφήνεται να ίπταται σαν απορία από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή…

Έχω απορίες, λοιπόν και μια από αυτές μεταφέρω πιο κάτω, με την μορφή ερωτηματολόγιου, για να γίνει και διαδραστική η παρουσίαση:

Τι εξυπηρετούσε ο λάκκος με τα καβούρια στο χωριό;

1. Ήταν αποθήκη τροφίμων για τις δύσκολες μέρες;
2. Τα είχαν βάλει τιμωρία γιατί ήταν άτακτα;
3. Επρόκειτο για μια άγνωστη σε μας μέθοδο βράσης;
4. Περίμεναν κάποιον εκ των εισβολέων για να γνωριστούν καλύτερα;
5. Προορίζονταν για καραβίδες, αλλά υπήρχε έλλειψη;
6. Δεν ξέρω, ρωτήστε τον Ρομέρο!

Για να σας βοηθήσω, μην επιλέξετε την 6, γιατί ο Ρομέρο απεβίωσε το 2013 και δεν δύναται να μας απαντήσει! Σας ευχαριστώ για την κατανόηση.

Να περάσουμε και στους πρωταγωνιστές. Είπαμε τον έναν. John Ashley, παραγωγός και εσχάτως ηθοποιός, Patrick Wayne(γιός του John Wayne. Η παρουσία του στο φιλμ εντάσσεται στο καλτ δόγμα «πάντα θα βρεις έναν πραγματικό ηθοποιό σε αυτές τις ταινίες»), Leigh Christian(γνωστή από το πέρασμα της και από την τηλεοπτική Χαβάη 5-0), Sid Haig(πνευματικό παιδί του Jack Hill που βιοπόρισε και δοξάστηκε στα blaxploitation φιλμ του`70), George Nader(άλλη τρελή έκπληξη στο αταίριαστο καστ! Ο Nader έκανε μεγάλες επιτυχίες στην Αμερικάνικη τηλεόραση και έπαιξε σε πολλά sci fi του`50) και οι δύο Λατίνοι, Vic Diaz(στον ρόλο του Μανουέλ του Μπαρακούντα!), και Eddie Garcia(ο απογοητευμένος σύντροφος της κόρης του Νηρέως…).

ΥΠΟΘΕΣΗ

Μια ομάδα τυχοδιωκτών, αναζητεί τα περίφημα μαργαριτάρια Τοσκαρόρα στα νησιά του αρχιπελάγους των Φιλιππίνων. Ο θρύλος θέλει να είναι στην κατοχή μιας αρχαίας φυλής, με καταγωγή που παραπέμπει στην Ατλαντίδα… Δράση, σασπένς και μυστήρια αιώνων, μαζί με διαλόγους άμεσους για τον θεατή(θα μπορούσε να τους έχει γράψει ο ίδιος!), καβούρια, κρύα αστεία και σαγηνευτικές γοργόνες. Ένα μενού για απαιτητικούς φίλους των καλτ ταινιών!

—————————————————————————————————————————————-

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

«Capriccio all’Italiana»(1968)

4/10/2018

Έξοχη σπονδυλωτή παρωδία των στεγανών της Ιταλικής κοινωνίας, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, με την σφραγίδα σπουδαίων δημιουργών των γειτόνων. Η υπερβολή χρησιμοποιείται για να καταδείξει, για να καυτηριάσει τα κακώς κείμενα, μέσα από μια συνύπαρξη του δράματος με το κωμικοτραγικό, χαρακτηριστικό στοιχείο άλλωστε της Ιταλικής σχολής. Είναι ένα από αυτά που την κάνουν να ξεχωρίζει, όπως και η καλλιτεχνική συνεισφορά της, που δεν έχει τυποποιημένη, στημένη μορφή. Καινοτομεί, διατηρώντας πρωτοποριακή οπτική και στα τεχνικά στοιχεία.

Ωραία πλάνα, πειραματικές τάσεις στις γωνίες λήψης, ο χώρος αναπνέει, καταθέτει την άποψη του σε όσα ζει. Ενώ οι ιστορίες δείχνουν ασύνδετες μεταξύ τους, στην ουσία αποτελούν η μια τμήμα της άλλης. Οι Ιταλοί ανήγαγαν σε επιστήμη τις σπονδυλωτές ταινίες αυτές, που στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ως τα μέσα του ’70, κατείχαν την μερίδα του λέοντος στις παραγωγές τους.

Το “Capriccio all’Italiana” διακωμωδεί ακόμη και μέσω του τίτλου του, παραπέμποντας σε μια διασκευή του γνωστού σε όλους “Matrimonio all’Italiana”(Γάμος αλά Ιταλικά), που κι εκείνο με τη σειρά του να καυτηριάσει καταστάσεις και κοινωνικές δομές επιχειρούσε, πάντα με όχημα την κωμωδία. Η απελευθέρωση που πρέσβευαν τα “παιδιά των λουλουδιών” δέχτηκε πολλές ερμηνείες, ανάλογα με την κουλτούρα, το κατεστημένο, τα απωθημένα κάθε λαού. Οι Ιταλοί πήραν λοιπόν εκείνο το κομμάτι(πίτσας ενδεχομένως), που τους αναλογούσε, το προσάρμοσαν στην δική τους πραγματικότητα, με τις όποιες παρενέργειες και κινδύνους εγκυμονούσε κάτι τέτοιο.

Όλα αυτά έχουν πάντα δύο όψεις, σαν τα νομίσματα. Από την μια πλευρά εικονίζονται οι έννοιες υπό αμφισβήτηση, κι από την άλλη οι προτάσεις αντικατάστασης τους. Στην παραγωγή αυτή του Dino De Laurentiis, έχουμε μια προσπάθεια αποτύπωσης στον κινηματογραφικό φακό και των δύο όψεων. Τα υπέρ και τα κατά, με αρκετά μεγάλες δόσεις σαρκασμού, ειρωνίας, αλληγορίας, σύνδεσης του παρελθόντος με το παρόν, κι όλα αυτά, πάντα με μια κρυφή ματιά στο μέλλον. Προφητική σε ορισμένες περιπτώσεις, η ταινία έχει να δώσει αρκετά ενδιαφέρουσες οπτικές και σήμερα στον θεατή. Γεννάει αρκετούς προβληματισμούς, ειδικά όσων αφορά στην διαχείρηση καταστάσεων του σχετικά πρόσφατου παρελθόντος.

Η ταινία αποτελείται από 5 ιστορίες. Όλες τους πολύ ιδιαίτερες, τόσο από τεχνικής πλευράς, όσο και σαν θεματολογία. Πιστεύω ότι ο θεατής θα βρει αυτή που τον εκφράζει περισσότερο, απομονώνοντας την, αλλά δίχως να απορρίψει τις υπόλοιπες. Νοήματα υπάρχουν παντού, σχεδόν σε κάθε καρέ. Άλλα είναι ορατά δια γυμνού οφθαλμού, άλλα απαιτούν μια κάποια εξάσκηση και, σαφώς μεγαλύτερη προσοχή για να φανούν. Ο Toto, ο σπουδαίος αυτός κωμικός, έχει παρουσία σε δύο από τις 5 ιστορίες. Υπέροχος και στις δύο, σε δύσκολες ερμηνείες(ειδικά ως Ιάγος), με μια απλότητα και άνεση που τον χαρακτήριζε ανέκαθεν μπροστά από τον φακό.

Εντυπωσιακός είναι και ο Franco Franchi, του εξαιρετικού κωμικού δίδυμου Ciccio & Franco, που είχαν μεγάλο σουξέ στις δεκαετίες του ’50 και του ’60(έως και τα μέσα του ’70). Βγάζει πολύ ωραία τραγικά στοιχεία, τα οποία δεν είχε την ευκαιρία να δείξει στις ως τότε δουλειές του. Στην ταινία παίζει και ο Ciccio Ingrassia, με το αγέρωχο εκείνο ύφος, με τις υπόνοιες χαζομάρας να το διακατέχει. Κι αυτός είναι πολύ καλός. Από τον φακό περνούν σε φοβερές ερμηνείες και οι Ugo D’Alessio, Laura Betti, Silvana Mangano, Walter Chiari και, σε ένα ρόλο έκπληξη ο σπουδαίος ερμηνευτής με την χαρακτηριστική χροιά στη φωνή, Domenico Modugno!

https://en.wikipedia.org/wiki/Tot%C3%B2

https://en.wikipedia.org/wiki/Silvana_Mangano

https://en.wikipedia.org/wiki/Franco_Franchi

https://en.wikipedia.org/wiki/Ciccio_Ingrassia

https://en.wikipedia.org/wiki/Walter_Chiari

https://en.wikipedia.org/wiki/Domenico_Modugno

Αυτή είναι και η τελευταία εμφάνιση του Toto, ο οποίος πέθανε λίγους μήνες πριν βγει η ταινία στις αίθουσες(τον Απρίλιο του 1967). Στην χώρα μας δεν προβλήθηκε ποτέ το φιλμ, ούτε πέρασε σε κάποιο φορμάτ(vhs – dvd κ.α.). Την σκηνοθεσία ανέλαβαν μεγάλες μορφές του Ιταλικού σινεμά. Mario Monicelli, Pier Paolo Pasolini, Mauro Bolognini, Steno, Pino Zac και, Franco Rossi. Το στοιχείο του κόμικς είναι διάχυτο, ειδικά στην πρώτη ιστορία, όπου μνημονεύονται περιοδικά-θρύλοι της Ιταλικής σκηνής(Diabolik, Satanik, Kriminal), όπως και με πλήθος άλλων αναφορών(προσέξτε τα οι κομικσόφιλοι, γιατί ξετρυπώνουν τεύχη σε ανύποπτο χρόνο και χώρο!).

Η διασκευή του Οθέλλο είναι καταπληκτική, συγκλονιστική, ότι και να πει κανείς είναι λίγο! Φοβερό παίξιμο από όλους(ο Toto είναι ανατριχιαστικός!), σπουδαία σκηνοθεσία, με άκρως αντρεπτικές διαθέσεις και πλήθος υπονοούμενα. Για αυτή και μόνο την ιστορία, αξίζει όχι απλά να δείτε το φιλμ, αλλά και να το κρατήσετε στην ταινιοθήκη σας. Ο Pino Zac κάνει από την άλλη μια απίστευτη δουλειά, παντρεύοντας κινηματογραφικά πλάνα και κόμικς, σε μια καταπληκτική πολιτική σάτιρα. Πολύ πρωτοποριακή ως ιδέα και εκτέλεση. Ακόμη και στις μέρες μας θα λάμβανε συμμετοχή άνετα σε φεστιβάλ animation, διεκδικώντας την πρωτιά(αν όχι κερδίζοντας την).

https://en.wikipedia.org/wiki/Mario_Monicelli

https://en.wikipedia.org/wiki/Pier_Paolo_Pasolini

https://en.wikipedia.org/wiki/Mauro_Bolognini

https://en.wikipedia.org/wiki/Steno_(director)

https://en.wikipedia.org/wiki/Pino_Zac

https://en.wikipedia.org/wiki/Franco_Rossi_(director)

ΥΠΟΘΕΣΗ

Πέντε ιστορίες για την πολιτική, την κοινωνία, τα χάσματα μεταξύ γενεών, τον έρωτα, τα ταμπού και το καταστημένο, στον ορισμό που του δίνει ξεχωριστά ο καθένας και, πόσο διαταράσσει τις ισορροπίες για κείνον. Καθημερινές μορφές, από αυτές που περνούν από δίπλα μας απαρατήρητες, πρωταγωνιστούν σε κωμικωτραγικές καταστάσεις, σε μια προσπάθεια συναισθηματικής και όχι μόνον κυριαρχίας. Οι έννοιες συρικνώνονται, απομυθοποιούνται, τα τρανταχτά γέλια συναντούν τον προβληματισμό. Μια στο ζεστό και μια στο κρύο. Σπουδαία, σπονδυλωτή δημιουργία, από αυτές που άφησαν εποχή με την καινοτομία τους.

——————————————————————————————————————————————-

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

HAMMER – Ο ΤΡΟΜΟΣ ΠΟΥ ΗΡΘΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ Μέρος 4ο

Του Μασκοφόρου εκδικητή

2/10/2018

1958. Η Columbia Pictures επισυνάπτει αποκλειστικό συμβόλαιο διανομής στην Αμερική, των παραγωγών της Hammer και αναλαμβάνει μεταξύ άλλων να προωθήσει και να χρηματοδοτήσει τις ταινίες της Αγγλικής εταιρείας. Σαν πρώτος καρπός αυτής της συνεργασίας, θα έρθει η συνέχεια του The Curse of Frankenstein, το The Revenge of Frankenstein.

Οι Αμερικανοί τα παράτησαν σύντομα όμως, καθώς δεν πίστεψαν στο σενάριο της επόμενης ταινίας που είχαν οι Άγγλοι στα σκαριά και αφού την απέρριψαν, σταμάτησαν απότομα την συνεργασία τους. Η Seven Arts όμως(μετέπειτα Warner Brothers), είχε αντίθετη γνώμη και αποφάσισε να την χρηματοδοτήσει. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους(σκηνοθεσία πάλι του Terence Fisher), δύο γνώριμοι από την προηγούμενη χρονιά. Ο Peter Cushing είναι ο Van Helsing και ο Christopher Lee ο …κόμης Δράκουλας! Τίτλος της ταινίας, Dracula.

Στην Αμερική θα τροποποιηθεί σε Horror of Dracula. Η επιτυχία της ταινίας είναι τεράστια και οι υπεύθυνοι της Columbia ακόμη τραβούν τα μαλλιά τους! Με τα χειροκροτήματα των θεατών και τις ευνοϊκές κριτικές να είναι νωπές ακόμη, οι υπεύθυνοι της Hammer ρίχνονται στα επόμενα σχέδια τους, που όμως σε πρώτη φάση δεν συμπεριλαμβάνουν την συνέχεια των ταινιών που ήδη παρήγαγαν, αλλά μια σειρά από εντελώς διαφορετικές. Προσωπικά θεωρώ ότι αυτό το διάστημα, είναι το πιο δημιουργικό για την εταιρεία και αυτό που την βοήθησε τα μέγιστα για να καθιερωθεί.

The Mummy(δίδυμο Peter Cushing – Christopher Lee – κάνει τη Μούμια εδώ!), The Hound of the Baskervilles, The Invisible Man, The Phantom of the Opera , The Mummy’s Hand. Όλα γυρισμένα στα Bray Studios. To`63 ο σκηνοθέτης William Castle θα κάνει το The Old Dark House, ενώ από το 1964 και έπειτα θα έρθουν τα sequels The Evil of Frankenstein, Frankenstein Created Woman, Frankenstein Must Be Destroyed, The Horror of Frankenstein, Frankenstein and the Monster from Hell, The Brides of Dracula, Dracula: Prince of Darkness, Dracula Has Risen from the Grave, Taste the Blood of Dracula, Scars of Dracula, Dracula AD 1972, The Satanic Rites of Dracula, The Legend of the 7 Golden Vampires.

Στις περιπτώσεις των φιλμ Frankenstein απλά μπορούμε να πούμε ότι αναμασήθηκε εντέχνως η αρχική ιδέα και μάλλον δεν προστέθηκαν στοιχεία που να μας οδηγήσουν να τα χαρακτηρίσουμε σαν διαχρονικά. Ήταν ταινίες που έγιναν για να εκμεταλλευτούν την επιτυχία τις πρώτης ματιάς στο θέμα και τα πήγαν αρκετά καλά, αλλά ξεχάστηκαν εύκολα. Στην περίπτωση όμως των ταινιών με ήρωα τον κόμη Δράκουλα, ήταν όλες τους εξαιρετικές παραγωγές, με τελείως διαφορετικά στοιχεία η κάθε μια τους και φυσικά τον Christopher Lee να γοητεύει επί σκηνής. Τα προβλήματα ξεκίνησαν όταν οι σχέσεις ηθοποιού και εταιρείας διαταράχτηκαν, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή ο Lee να μην μιλάει στις ταινίες που πρωταγωνιστούσε, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αναγκάσει τους ανθρώπους της Hammer να τον αποδεσμεύσουν από το μεταξύ τους συμβόλαιο!


Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Breezy(1973)

27/9/2018

FLOWER POWER

Η πορεία του κινηματογράφου πάνω στις ράγες του πολύχρωμου, ψυχεδελικού τραίνου των late ‘60s, ήταν – όπως αναμένονταν άλλωστε – γεμάτη από λουλουδάτες διαδρομές, acid εμπειρίες και, παρακάμψεις απελευθέρωσης, ντυμένες με χίπικα χρώματα. Μέσα σε μια διάχυτη ατμόσφαιρα αισιοδοξίας και, ελευθερίας(πνεύματος και σώματος), υπήρξαν δυνατές συγκινήσεις για όλους τους επιβάτες, αλλά και καλτ εξεγέρσεις. Στο διάστημα 1960 – 1973, στον απόηχο ενός ανανεωτικού αέρα, της δροσερής αύρας των «παιδιών των λουλουδιών», το κινηματογραφικό πανί αποτύπωσε εξαιρετικές απόπειρες καταγραφής μιας φιλόδοξα ουτοπικής πρότασης για μετάλλαξη των κοινωνικών ταμπού.

Οι παραγωγές εκείνες(πάντα κινούμενες στο low budget δόγμα), κατάφεραν να αγγίξουν τον θεατή με την απλότητα τους, τα αφελή, φιλειρηνικά, παρορμητικά μηνύματα. Μικρές καθημερινές ιστορίες, διαποτισμένες από τις αρχές μιας βελούδινης επανάστασης, με ήρωες τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Είναι μια από τις πιο φωτεινές στιγμές και, δημιουργίες, της καλτ φιλοσοφίας.

Μια πολύ τρυφερή ιστορία αγάπης, σκηνοθετημένη από τον Clint Eastwood, μακριά από στερεότυπα, γεμάτη ερωτηματικά προς κάθε κατεύθυνση, με τάσεις αμφισβήτησης και, επαναπροσδιορισμού των ορίων της υπερβολής. Το “Breezy” δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό στους Έλληνες σινεφίλ, αφού πέραν της προβολής του δεν επανεκδόθηκε σε κάποιο φορμάτ(vhs, dvd, κ.α.). Διαθέτει μια φρεσκάδα, κάτι από κείνη την λαμπερή όψη της ζωής, μέσα από τα μάτια της ηλικίας που αμφισβητεί το ακατόρθωτο, που δεν διστάζει να υπερπηδήσει κάθε εμπόδιο στο δρόμο για την ευτυχία.

Η αισιόδοξη αντίληψη του ενώνει διαφορετικούς κόσμους μεταξύ τους, με έναν ιδανικά απλό τρόπο. Συμφιλιώνει χάσματα γενεών, απομακρύνει φόβους, απλώνει ένα πολύχρωμο όραμα, με το μαγικό άγγιγμα της. Ένα όραμα που μπορεί να έχει ξεθωριάσει υπερβολικά πλέον, αλλά που εξακολουθεί να επιπλέει πάνω στην αστραφτερή αντανάκλαση, ενός κύματος λουσμένου στο ηλιοβασίλεμα. Μπορεί ακόμη να χαϊδέψει ευγενικά την επιδερμίδα, χωρίς υπερβολή, όπως το θαλασσινό αεράκι.
Η ηλικία, μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο άραγε για να αισθανθεί ξανά κανείς…

Τα αόρατα κοινωνικά όρια, μπορούν να παραμεριστούν… Τελικά, ζούμε για την επιβράβευση μας από εκείνους που μας περιβάλουν… Οι στόχοι, πρέπει πάντα να έχουν συγκεκριμένη μορφή, υλική… Πως ορίζεται η ευτυχία… Αυτά είναι τα ερωτήματα που θέτει η ταινία, μέσα από ένα ευρηματικά απλό σενάριο του Jo Heims. Ο σεναριογράφος του τηλεοπτικού «Ο φυγάς» και, συνεργάτης του σκηνοθέτη στις αρχές της δεκαετίας του ‘70(“Dirty Harry”, κ.α.), απομακρύνεται μεν από τα ψυχολογικά αδιέξοδα του “Play misty for me”, έχοντας κρατήσει όμως δε, κάτι από την ατμόσφαιρα εκείνης προσέγγισης, ειδικά σε ότι αφορά στο γενικότερο κλίμα που αποπνέει. Χρονικά άλλωστε, τα δύο φιλμ είναι πολύ κοντά(τα χωρίζουν μόλις δύο χρόνια).

Ο Heims έχει κάνει πολύ καλή δουλειά και στους διαλόγους, στα λόγια που βάζει στο στόμα των πρωταγωνιστών του. Κινείται με επιτυχία μεταξύ δράματος, κομεντί, κοινωνικών προβληματισμών και, ενός πλούσιου συναισθηματικά κόσμου. Δεν έχει υπερβολή στο λόγο. Βασίζεται σε δύο στοιχεία: το παρόν και το παρελθόν. Εκεί, χτίζει εμπόδια, αλλά και κρυφά μονοπάτια.

Ο Clint Eastwood είχε δώσει εξ αρχής δείγματα γραφής, του ταλέντου του ως κινηματογραφιστής. Σε αυτή, την πρώτη του περίοδο, την οποία θεωρώ προσωπικά ως πειραματική, αλλά και ξεχωριστή, γύρισε μια σειρά εξαιρετικών ταινιών. Ήταν η περίοδος εκείνη με τις πολλές του κινηματογραφικές επιτυχίες σε ρόλους σκληρών χαρακτήρων, από τα έσοδα των οποίων χρηματοδοτούσε τα δικά του σχέδια, πίσω από τις κάμερες. Τα “Play misty for me” και, “Breezy”, είναι οι δύο καλύτερες του δουλειές σκηνοθετικά, στην δεκαετία του ’70. Στο “Breezy” έχει κάνει υποδειγματική δουλειά.

Σκιαγραφεί άψογα τον ψυχισμό των χαρακτήρων του και, πετυχαίνει να καταγράψει τις συναισθηματικές τους διαδρομές, βασιζόμενος κυρίως στην απλότητα, δίχως να καινοτομεί τεχνικά(γωνίες λήψης, σκιές, κ.α.). Μάλιστα, θυμίζει και λίγο από Χίτσκοκ, περνώντας φευγαλέα ως κομπάρσος σε μια σκηνή του φιλμ(στην αποβάθρα, για τους παρατηρητικούς), ενώ προσθέτει και μια πινελιά χιούμορ, ανάμεικτη με διαφήμιση, όταν οδηγεί το ζευγάρι των πρωταγωνιστών σε μια κινηματογραφική αίθουσα, για να παρακολουθήσουν το “High plains drifter”(παραθέτει και την αφίσα)! Οι πολλοί φίλοι του σκηνοθέτη και ηθοποιού, θα βρουν τον παρακάτω σύνδεσμο ως άκρως κατατοπιστικό.

https://en.wikipedia.org/wiki/Clint_Eastwood

Η επιλογή στα πρόσωπα των δύο πρωταγωνιστών, ήταν εξαιρετική. Εκπροσωπώντας ο καθένας την δική του γενιά, έχοντας την απαραίτητη απόσταση ηλικιακά και ως φιλοσοφία, προερχόμενοι από δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους, συνθέτουν το απόλυτα ιδανικό δίδυμο. Έχουν την ικανότητα να αποδώσουν τις χαώδεις διαφορές των ιδανικών που πρεσβεύουν, τις τεράστιες αποστάσεις που πρέπει να διανύσουν από διαφορετικές κατευθύνσεις ο καθένας, ώστε να κοιτάξουν ο ένας μέσα από τα μάτια του άλλου. Ο ώριμος και πλέον έμπειρος William Holden, είναι η μια όψη του νομίσματος αυτού. Καλά κρυμμένος στα στεγανά που προστάζει η κοινωνική του θέση, εγκλωβισμένος στα προσωπικά του αδιέξοδα, στα ταμπού που του επιβάλλονται και τον περιορίζουν, δείχνει χαμένος σε μια πορεία αντίστροφης μέτρησης, έχοντας χάσει κουράγια και δυνάμεις για αντίσταση.

Η νεαρή Kay Lenz, που εξερευνεί ακόμη τον ίδιο της τον εαυτό, αναζητεί προκλήσεις, ανιχνεύει τη ματιά πέρα στον ορίζοντα, διψάει για να ζήσει ωκεανούς εμπειρίας, να μοιραστεί την αγάπη, θα δώσει στον μεσήλικα αστό αυτό που μοιάζει να έχει χάσει: κίνητρα για να ζήσει, να ονειρευτεί, να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Αυτή, η άλλη όψη του νομίσματος, η αντίπερα όχθη, έχει την γεύση ενός γλυκού, μεθυστικού κρασιού, που πρέπει να καταναλωθεί με προσοχή… Θαυμάσιες οι ερμηνείες και των δύο ηθοποιών, όπως και οι επιλογές που έκαναν στην καριέρα τους.

https://en.wikipedia.org/wiki/William_Holden

https://en.wikipedia.org/wiki/Kay_Lenz

Το “Breezy” κατακλύζουν οι πανέμορφες μελωδίες του Michel Legrand και, ένα σαγηνευτικό κομμάτι, που ερμηνεύει μοναδικά η Marylyn Bergman. Πραγματικά ταξιδιάρικο, έχει την ικανότητα να γυρίσει πίσω τον χρόνο στα αυτιά του ακροατή. Πολύ τρυφερή φωτογραφία από τον Frank Stanley. Ταιριαστό το μοντάζ του Ferris Webster, που υπηρετεί πιστά το κλίμα της ταινίας. Φαντάζει παλιομοδίτικο ως αντίληψη, αλλά σε ένα φιλμ όπως το “Breezy” δεν θα μπορούσε να υπεισέλθει μια πιο τεχνοκρατική αντίληψη. Η παραγωγή έγινε από τους Robert Daly, Jo Heims και, Jennings Lang, για την εταιρεία του σκηνοθέτη, την Malpaso Productions(«κακό πέρασμα», στα Μεξικάνικα). Διανομή από την Universal Pictures.

Ο τίτλος που επιλέχθηκε για την προβολή της στη χώρα μας, παραπέμπει σε κωμωδία του παλιού Ελληνικού κινηματογράφου(«Η ξελογιάστρα»), έτη φωτός μακριά από τον αυθεντικό και, εντελώς άκυρος. Με την μορφή παραλειπόμενου, να αναφέρω ότι αρχικά ο Ήστγουντ είχε επιλέξει ως πρωταγωνίστρια την Jo Ann Harris, με την οποία είχαν δουλέψει μαζί και στο The Beguiled, όμως τελικά προέκυψε έπειτα από οντισιόν η Kay Lenz.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Με θέα τη βουτιά του ήλιου στο χρυσαφί της θάλασσας, κυλά η καθημερινότητα της μικρής, παραλιακής πόλης. Το νέο και το παλιό, συνυπάρχουν με δυσκολία, προσπαθώντας να βρουν μια πορεία σύγκλισης, πέρα από το λιμνάζων κατεστημένο. Τα «παιδιά των λουλουδιών», διανύουν τις τελευταίες τους μέρες αμφισβήτησης, έχοντας αποτύχει να πείσουν τον στενόμυαλο περίγυρο τους, για μια πιο ανέμελη ζωή, δίχως ταμπού και περιορισμούς. Κάπου εκεί, το δροσερό αεράκι του κόλπου θα σπρώξει τα βήματα της “Breezy”, για να συναντήσει ένα γέρικο κορμό, τον Frank, που δέχεται αδιαμαρτύρητα το τέλος των ονείρων, μαζί και τα χτυπήματα του χρόνου… Οι δύο τους θα ζήσουν στο φως της ηλιαχτίδας, στο πράσινο του πεύκου, στο γαλάζιο του σύννεφου, στη λαμπερή ματιά της πραγματικής ευτυχίας. Μια ταινία για την αγάπη, την δύναμη της ψυχής, την καθαρή ματιά και, τον χρόνο, τον κλέφτη των ονείρων…

——————————————————————————————————————————————

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

HAMMER FILMS – Ο ΤΡΟΜΟΣ ΠΟΥ ΗΡΘΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ Μέρος 3ο

26/9/2018

Το 1955 είναι η χρονιά της πρώτης παραγωγής που εμφανίζει όλα τα μετέπειτα χαρακτηριστικά της Hammer, αυτά που την καθιέρωσαν διεθνώς. Μια επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά του BBC, το The Quatermass Experiment, σε σκηνοθεσία Val Guest, είναι αυτό που οριοθετεί την ενασχόληση με τα φιλμ τρόμου. Ήταν τόσο μεγάλη και απροσδόκητη η επιτυχία της ταινίας, που οδήγησε σε δεύτερο μέρος, πάντα με τον ίδιο πρωταγωνιστή, τον Αμερικανό Brian Donlevy.

Το 1957 θα έρθει η συνεργασία με την Αμερικάνικη Associated Artists Productions και τους δύο νεαρούς σκηνοθέτες Max J. Rosenberg και Milton Subotsky, που θα κάνουν κι αυτοί το Υπερατλαντικό ταξίδι, αναζητώντας φήμη στα Βρετανικά νησιά. Κάπου σε αυτό το σημείο χρονικά, θα γεννηθεί μια θυγατρική εταιρεία η Amicus και ένα μεγαλόπνοο σχέδιο, αυτό της μεταφοράς στην μεγάλη οθόνη για ακόμη μια φορά, του βιβλίου της Mary Shelley, Frankenstein. Η ταινία πατάει στο σενάριο του Son of Frankenstein της Universal(1939), αλλά προχωράει πολύ παραπάνω και με τον Terence Fisher να επιλέγει τον Peter Cushing για βασικό πρωταγωνιστή, βγαίνει στις αίθουσες σαν The Curse of Frankenstein.

Είναι η πρώτη έγχρωμη παραγωγή της Hammer! Ο Cushing υποδύεται τον παρανοϊκό γιατρό της νουβέλας και ένας νεαρός Άγγλος ηθοποιός με τρομακτικό παρουσιαστικό, θα κάνει την πρώτη του εμφάνιση μέσα στο κουστούμι του τέρατος. Είναι ο Christopher Lee! Είναι η πρώτη ταινία τύπου gothic horror της εταιρείας και η απαρχή για μια σειρά άκρως επιτυχημένων φιλμ, όλων στο εν λόγω κλίμα κινούμενων. Το πείραμα έχει στεφτεί με επιτυχία και τα μπάτζετ των 5 και 6 χιλιάδων λιρών αποτελούν μακρινό παρελθόν. Στη θέση τους αρχίζουν τα πενταψήφια νούμερα με τις 65.000 για αρχή, για να μπούμε σύντομα και στα εξαψήφια! Η χρυσή πρώτη περίοδος της Hammer είναι γεγονός και ο τρόμος βρίσκει το δικό του στούντιο έκφρασης!

Η μεγάλη επιτυχία της ταινίας στην οποία η Hammer οφείλει την ίδια της την συνέχεια και την κινηματογραφική πορεία, το φιλμ που αναφερθήκαμε πιο πάνω, περνάει τον Ατλαντικό και γνωρίζει τεράστια απήχηση στην Αμερική. Σκηνοθέτες όπως ο Roger Corman και εταιρείες όπως η American International Pictures, θα επενδύσουν διασκευάζοντας αυτό το σενάριο. Έναν χρόνο μετά, ολόκληρος ο πλανήτης θα μιλάει για την εταιρεία που χρεοκόπησε το 1936 ξεκινώντας με ταινίες εποχής.

Συνεχίζεται…

——————————————————————————————————————————————-

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

HAMMER FILMS – Ο ΤΡΟΜΟΣ ΠΟΥ ΗΡΘΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ Μέρος 2ο

20/9/2018

Όλα τα πιο πάνω, δεν πρέπει να βρίσκονταν εξ` αρχής στο νου του William Hinds, επιτυχημένου κωμικού του Αγγλικού θεάτρου και κινηματογράφου στην δεκαετία του `30, όταν το 1934 ίδρυσε την εταιρεία Hammer Films. Άλλωστε το μαρτυρούν και οι πρώτες του ταινίες, με τον Alex Korda πίσω απ` την σκηνοθετική καρέκλα, με τρανό παράδειγμα τα φιλμ The public life of Henry the Ninth και The secret life of Henry the VIII, που διαπραγματεύονταν πτυχές της Βασιλικής όψης της πατρίδας του.

Το 1936 όμως, ήρθε μια συνεργασία που έμελε να αλλάξει τα πλάνα του Άγγλου παραγωγού και να στρέψει σε άλλο κινηματογραφικό είδος την προσοχή του. Ο αδιαφιλονίκητος άρχοντας εκείνα τα χρόνια, του τρόμου στην μεγάλη οθόνη, ο ένας και μοναδικός Bela Lugosi και η ταινία The mystery of Marie Celeste, ήταν το πρώτο λιθαράκι που μπήκε στην Hammer, προκειμένου να χτίσει τον μύθο της σαν μια από τις κορυφαίες εταιρείες παραγωγής ταινιών τρόμου. Η εποχή εκείνη σημαδεύτηκε από έναν εφιάλτη, που έμελε να ζήσουν οι άνθρωποι της εταιρείας στην πραγματικότητα και όχι σε κάποια ιστορία απ` αυτές που αφηγήθηκαν μετέπειτα. Η χρεοκοπία χτύπησε την Hammer, που αναγκάστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα να γυρίζει ταινίες για λογαριασμό άλλων μεγαλύτερων στούντιο.

Ήταν 1937. Λίγο αργότερα, ο γιός του Hinds, Albert και ο James Carreras επαναπροσδιόριζαν την αρχική ιδέα και δημιουργούσαν την εταιρεία Exclusive, με την οποία προσπάθησαν να δώσουν πνοή στο πλάνο του ιδρυτή. Το 1946, μετονόμασαν σε Hammer Films Production την συνεργασία τους και αναλώθηκαν σε εσωτερικές παραγωγές(Αγγλικές καθαρά), με περιορισμένο budget. Σ` αυτές συγκαταλέγονται και οι Death in High Heels, The Dark Road, Crime Reporter, Dick Barton Special Agent. Η τελευταία αποτέλεσε σχετική επιτυχία και οδήγησε σε δεύτερο φιλμ με τον ίδιο ήρωα το 1947.

Μέχρι τότε τα διαθέσιμα κεφάλαια επέτρεπαν στην καλύτερη περίπτωση ορισμένα πλάνα στην Αγγλική επαρχία, ή την ενοικίαση κάποιας έπαυλης. Τα εσωτερικά πλάνα, γυρίζονταν κυρίως στα Marylebone Studios. Το 1949 ήρθε η στιγμή της επιτυχίας να χτυπήσει την πόρτα των δύο συνέταιρων, με μια σειρά αξιομνημόνευτα φιλμ. Όλα τους κινούνταν σε ένα πιασάρικο κεντρικό θέμα για τους συμπατριώτες της Αγκάθα Κρίστι, το αστυνομικό. The Man in Black (1949), Room to Let (1949), Someone at the Door (1949), What The Butler Saw (1950), The Lady Craved Excitement (1950), The Black Widow, The Rossiter Case, To Have and to Hold και The Dark Light (1950).

Η εταιρεία απέκτησε θαυμαστές και τα έσοδα της επέτρεψαν να αναδιοργανωθεί και να επεκταθεί, με ιδιόκτητα γραφεία και μεγαλύτερες οικονομικές δυνατότητες. Μέχρι το 1955, οι ταινίες της Hammer θα λέγαμε ότι γυρόφερναν το θέμα με το οποίο θα έμεναν στην ιστορία της έβδομης τέχνης. Ήδη οι πρώτοι σκηνοθέτες είχαν αφήσει την Αμερική, για να δουλέψουν στα μελλοντικά σχέδια των δύο Βρετανών. Οι Robert Lippert και Terence Fisher έδωσαν από την αρχή το δικό τους στίγμα με μια σειρά ταινιών στις οποίες υπόβοσκε το μυστήριο και το ανεξήγητο και στην ουσία προετοίμαζε τους θεατές για αυτά που θα επακολουθούσαν λίγα χρόνια αργότερα. Οι ταινίες εκείνης της περιόδου, ήταν τα The Last Page , Women Without Men, Four Sided Triangle και Spaceways.

Συνεχίζεται…

——————————————————————————————————————————————-

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

«Αγάπησα και μίσησα»(Bright Leaf – 1950)

15/9/2018

Κλασικό, επικό μελόδραμα, αυτοβιογραφικού τύπου, καλογυρισμένο και με δυνατό καστ. Ανήκει στην Χολιγουντιανή φιλοσοφία της προηγούμενης δεκαετίας(’40), στην διάρκεια της οποίας γυρίστηκαν εξαιρετικές τέτοιες ταινίες. Παρά το άψογο της παραγωγής στο σύνολο της και, τις θαυμάσιες ερμηνείες των πρωταγωνιστών, το “Bright Leaf” έπεσε θύμα των αλλαγών στις προτιμήσεις θεατών και στούντιο, εκπροσωπώντας ένα είδος που παρέπεμπε σε μια μάλλον οπισθοδρομική αντίληψη, κι αυτή η ατυχής συγκυρία δεν το βοήθησε σε καμία περίπτωση. 3-4 χρόνια πριν να είχε προβληθεί, μόνο απαρατήρητη δεν θα περνούσε η δημιουργία του Michael Curtiz.

Όπως και να έχει, πρόκειται για ένα πολύ καλό φιλμ που άξιζε καλύτερης τύχης(εισπρακτικά και όχι μόνον).
Το φιλμ αφηγείται τα έργα και ημέρες δύο μεγιστάνων της καπνοβιομηχανίας, των Washington Duke και, John Harvey McElwee(τα ονόματα αλλάζουν για ευνόητους λόγους), βασισμένο στην ομώνυμη νουβέλα του Foster Fitz-simons από το 1949. Στην ουσία πρόκειται για μια απόπειρα να καταγραφεί η χαώδης διαφορά αντίληψης μεταξύ των δύο επιχειρηματιών, οι οποίοι εκπροσωπούν αντίστοιχα διαφορετικούς κόσμους.

Ο Duke(ταγματάρχης Σίνγκλεντον – Donald Crisp), της Νότιας αριστοκρατίας, με τους καλούς τρόπους, τις υψηλές γνωριμίες, αλλά και το αδίστακτο των προθέσεων, κι ο McElwee(Ρόιλ – Gary Cooper), άξεστος, γόνος οικογένειας αγροτών, με έντονα τα στοιχεία του τυχοδιωκτισμού, του ρεβανσισμού και της αλαζονείας, συγκρούονται με διαφορετικά κίνητρα και στόχους ο καθένας. Για τον πρώτο, ζητούμενο είναι να βγάλει από την μέση έναν ενοχλητικό, αυθάδη Γιάνκη χωριάτη, που τολμά να αψηφά την παντοδυναμία του, ενώ ο αντίπαλος του, θέλει να ζήσει το όνειρο των παιδικών χρόνων, να κάνει δικό του το αρχοντικό των Σίνγκλεντον και την κόρη του ανθρώπου που κατέστρεψε την ζωή των γονιών του(και εν μέρει την δική του).

Η εκδίκηση είναι εκείνη που θα τον τυφλώσει, θα γεμίσει ομίχλες το μονοπάτι της κυριαρχίας και, στο τέλος, θα σβήσει την ίδια του την πορεία. Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα μισαλλοδοξίας, στροβιλίζουν οι ζωές εκείνων που πλαισιώνουν ηθελημένα και μη, την τραγική αναμέτρηση. Εκείνοι που προτιμούν την καρέκλα του και, οι άλλοι, που επιλέγουν να συμμετέχουν ποντάροντας τις ζωές τους. Ο τελικός απολογισμός θα έρθει με την μορφή πολλών ανατροπών, για κάθε έναν εμπλεκόμενο.
Η ταινία είχε σχεδόν ξεχαστεί στην σινε λήθη μέχρι το 2003, όταν ο Ross McElwee, απόγονος ενός εκ των δύο μεγιστάνων της Αμερικάνικης και όχι μόνον καπνοβιομηχανίας, κινηματογραφιστής στο επάγγελμα, ολοκλήρωσε τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ Bright Leaves. Της δικής του δηλαδή εκδοχής(εκ των έσω μάλιστα), όσων διαδραματίστηκαν στην διάρκεια εκείνης της ταραγμένης για την χώρα του περιόδου, λίγο μετά την λήξη του εμφυλίου πολέμου.

Οι δύο ανταγωνιστές άλλωστε, βρέθηκαν αντίπαλοι και στα χαρακώματα. Το ντοκιμαντέρ αυτό έστρεψε τα βλέμματα των σινεφιλ στην ταινία του Michael Curtiz, οδήγησε σε επανακυκλοφορία της(dvd) και, κατά κάποιο τρόπο έστω και ετεροχρονισμένα, δικαίωσε τους συντελεστές της.

Άψογη η παραγωγή του Henry Blanke για τα στούντιο της Warner Bros. Το σενάριο έγραψε ο Ranald MacDougall, ενώ η επική μουσική υπόκρουση με τις ευαίσθητες μελωδίες στις στιγμές συναισθηματικής φόρτισης, ανήκει στον σπουδαίο Victor Young. Εξαιρετική τόσο η φωτογραφία του Karl Freund, όσο και το ευρηματικό μοντάζ του Owen Marks. Πρωταγωνιστούν οι Gary Cooper, Lauren Bacall, Patricia Neal, Donald Crisp, Jack Carson, Jeff Corey. Η μια ερμηνεία καλύτερη από την άλλη κυριολεκτικά, σε εξαιρετικά δύσκολους ρόλους. Οι Κούπερ και Κρίσπ(πολύ μεγάλος ρολίστας του Αμερικάνικου σινεμά), που υποδύονται τους δύο μεγάλους αντίπαλους, είναι θαυμάσιοι.

Πέραν του δέοντος πειστικοί, με αξιοθαύμαστη αυτοκυριαρχία και σιγουριά σε κάθε σκηνή. Η εμπειρία τους γεμίζει τα πλάνα με αληθινή λάμψη υποκριτικής. Από κοντά σε απόδοση και οι δύο γυναικείες παρουσίες. Η Μπακόλ, είναι εκείνη που περιμένει καρτερικά και υπομένει κάθε ταπείνωση, προκειμένου να κερδίσει την καρδιά του μεγάλου της έρωτα(του αλαζόνα Μπράντ Ρόιλ). Η Νιλ από την άλλη, αναλαμβάνει να εκδικηθεί την καταστροφή της οικογένειας των Σίνγκλεντον, δεχόμενη να παντρευτεί έναν άνθρωπο που μισεί να αγαπά. Ο Κάρσον ερμηνεύει έναν εκ των συνεργατών του Ρόιλ, με το κλασικό του ανάλαφρο παίξιμο, ιδιαίτερα χρήσιμο σε στιγμές έντασης, ενώ ο Κόρει τον εφευρέτη της πρώτης μηχανής τσιγάρων, που έκανε επανάσταση στον χώρο και απογείωσε τις πωλήσεις καπνού παγκοσμίως(υπαρκτό πρόσωπο).

Στην χώρα μας η ταινία προβλήθηκε με την κλασική συνταγή αλλοίωσης του τίτλους της, ως «Αγάπησα και μίσησα».

ΥΠΟΘΕΣΗ

Έχοντας εκδιωχθεί από τον τόπο του, ο σκληροτράχηλος και διψασμένος για εκδίκηση Μπράντ Ρόιλ, επιστρέφει στο Κίνγκσμον μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Μια μόνο σκέψη κυριαρχεί στο μυαλό του, η καταστροφή του ανθρώπου που θεωρεί υπεύθυνο για τα οικογενειακά και προσωπικά του δεινά, ταγματάρχη Σίνγκλεντον. Με φόντο την βιομηχανία καπνού, θα επιλέξει ως πεδίο σύγκρουσης την μικρή πόλη της Βόρειας Καρολίνας και, ως επιπλέον έπαθλο το χέρι της κόρης του μεγάλου του αντιπάλου. Χάρη σε μια συγκυρία, θα του δοθεί η ευκαιρία να αποκτήσει την πρώτη αυτόματη μηχανή κατασκευής τσιγάρου, με την βοήθεια μιας γυναίκας που μάταια επιζητεί μια θέση στην καρδιά του. Και, τότε, θα αρχίσει ένας ανηλεής πόλεμος δίχως κανέναν νικητή…

 


Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

HAMMER FILMS – Ο ΤΡΟΜΟΣ ΠΟΥ ΗΡΘΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ – Μέρος 1ο

12/9/2018

Σε αποκλειστική συνεργασία με το Cine Oasis

Όλα ξεκίνησαν στα χρόνια της δεκαετίας του `70, όταν οι Πέμπτες της ΕΡΤ 1 ήταν γεμάτες τρόμο και ανεξήγητο! Για μας που τότε ήμασταν πιτσιρικάδες, ήταν από πολύ δύσκολο έως εντελώς απαγορευμένο, να εντρυφήσουμε στην κινηματογραφικής προέλευσης φρίκη και το απόκοσμο των στούντιο. Ευτυχώς δεν μείναμε για πάντα μαθητές του Δημοτικού και ακόμη καλύτερα για μας, η κρατική τηλεόραση συνέχισε να επενδύει σε εκείνες τις παραγωγές για πολλά χρόνια ακόμη, οπότε κάποια στιγμή έφτασε και η σειρά μας, για να διεισδύσουμε στον κόσμο της μεγάλης ανατριχίλας, που εκτός της τηλεόρασης πέρασε μέσα κι απ` τα καλοκαίρια μας, στις επαναλήψεις των θερινών σινεμά.

Απ` όλα εκείνα τα φιλμ, ξεχώριζαν οι εμφανίσεις του αιμοδιψή και αιώνια καταραμένου κόμη Δράκουλα, που με την μπέρτα του και τις μεταμορφώσεις σε νυχτερίδα, τρομοκρατούσε χωριά και πόλεις, σκοτώνοντας τα ανυποψίαστα θύματα του. Κραυγές ανείπωτου τρόμου, σκαρφάλωναν στα βουνά και τα σκοτεινά δωμάτια, όταν έρχονταν η στιγμή για να βγει απ` τον τάφο του, διψώντας για ανθρώπινο αίμα! Υποβλητικές μουσικές, πλάνα με φυσικό φώς(πολλές φορές αυτό των κεριών), ολόγιομα φεγγάρια, πύργοι μεσαιωνικής κατασκευής, αθώοι χωρικοί πανικόβλητοι να προσπαθούν να ξεφύγουν και κάπου εκεί, όταν όλα έδειχναν μάταια και η ελπίδα άχνιζε επικίνδυνα, η λύτρωση έρχονταν στο πρόσωπο του ανθρώπου που διέθετε τον τρόπο για να δώσει ένα τέλος σε όλα αυτά.

Ο κυνηγός του, με μια σειρά όπλα, σκόρδα, σταυρούς και σφήνες, έδινε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις στον τρόμο και την αγωνία! Μια συνταγή που στα μάτια μας έδειχνε μαγική, αλλά δεν ήταν τίποτε παραπάνω από απλή και δοκιμασμένη επί σειρά ετών διαδικασία ρουτίνας, για τις εταιρείες παραγωγής τέτοιων φιλμ, από τα στούντιο των οποίων βγήκαν δεκάδες παραλλαγές όλων των παραπάνω. Ίσως η πιο διάσημη απ` όλες αυτές, η Βρετανική Hammer Films, σφράγισε με το λογότυπο της μια ολόκληρη δεκαετία, αυτήν του`70, με μπροστάρη τον άρχοντα του κινηματογραφικού τρόμου, τον ένα και μοναδικό Christopher Lee, τον ηθοποιό που ενσάρκωσε με μεγαλύτερη επιτυχία, πιο πειστικά απ` όλους τους συναδέλφους του, τις περισσότερες φορές και μάλιστα σε σημείο να ταυτιστεί σαν ηθοποιός με αυτό τον ρόλο, του κόμη Δράκουλα!

Μαζί τους στις περισσότερες μεταφορές επί σκηνής των περιπετειών του, ο πιο αναγνωρίσιμος στους θεατές αντίπαλος, ο επίσης Βρετανός Peter Cushing. Άλλη μια μεγάλη προσωπικότητα που σταδιοδρόμησε στα στούντιο της Hammer και άφησε πίσω του σπουδαία καριέρα, ανακαλύπτοντας μυστήρια και δολοφόνους, μπήγοντας ξύλινες σφήνες στην καρδιά του Δράκουλα, κυνηγώντας καταραμένους σε κάθε γεωγραφικό μήκος και πλάτος. Το απόλυτο αντίδοτο, στο δηλητήριο των σεναρίων με τα οποία βρέθηκε αντιμέτωπος επί σκηνής.

Συνεχίζεται…

—————————————————————————————————————————————

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ambush at Cimarron Pass(1958)

8/9/2018

Αν το ζητούμενο στην ταινία του Jodie Copelan ήταν να εφαρμοστεί το «δόγμα Χίτσκοκ» σε μια ταινία γουέστερν, το “Ambush at Cimarron pass” έχει τότε να περηφανεύεται ότι είναι ο απόλυτα επιτυχημένος εκπρόσωπος αυτού του σινέ-πειράματος! Ρουφάει αχόρταγα σασπένς και, εκπνέει αγωνία. Μια απλή – όπως ισχύει σχεδόν πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις – ιδέα, μεταμορφώνεται σε έναν λαβύρινθο υποθέσεων, με διαρκείς ανατροπές.

Ένας ιδανικός εφιάλτης για τις φιγούρες των πρωταγωνιστών του, που ζουν κάθε του κεφάλαιο αγγίζοντας τα όρια τους, σε κάθε επίπεδο. Ενώ δείχνει να αδικείται από την έλλειψη χρώματος, είναι πιθανόν να έχανε πολύ από την μοναδικότητα του, αν αποχωρίζονταν τις φοβερές σκιές που περιβάλλουν αυτό το οδοιπορικό φόβου και υποψιών. Όπως και να έχει, πρόκειται για μια ταινία ευρηματική πέρα για πέρα, που έχει πια την σφραγίδα του διαχρονικού και, φλερτάρει έντονα με το αριστουργηματικό της υποθέσεως!

Ένα b-western- κατά το b-movie – γυρισμένο από έναν εκ των κορυφαίων εκπροσώπων της low budget σκηνοθετικής σχολής του ’50, που ξέφυγε από τα στενά όρια του είδους, για να αγαπηθεί από εκατομμύρια σινεφίλ παγκοσμίως. Ο Copelan, έχοντας συνεισφέρει πολλά στα sci fi και horror φιλμ, με χιλιάδες ώρες στα τηλεοπτικά στούντιο, επιχείρησε δύο φορές σε διάστημα ισάριθμων ετών, να «πειράξει» και το γουέστερν. Και στις δύο περιπτώσεις, εστίασε στους ινδιάνους Απάτσι, από διαφορετική οπτική στην κάθε μια.

Το ’57 έκανε το “Apache warrior” και, ένα χρόνο μετά το “Ambush at Cimarron pass”. Η τελευταία του ματιά στα γουέστερν, ήρθε το ’65 με το “Stage to thunder rock”(υπέροχο και αυτό). Βέβαια, άφησε πολλά ακόμη ξεχωριστά φιλμ πίσω του, σε μια πορεία ναι μεν αμφισβητήσιμη, όμως και άκρως δημιουργική. Το 1962, γύρισε το “It happened in Athens”, βασιζόμενο σε ένα πανέξυπνο και πρωτότυπο σενάριο László Vadnay, με την Jayne Mansfield, την Ξένια Καλογεροπούλου και τον Τίτο Βανδή, ενώ την ίδια χρονιά σκηνοθέτησε και το “The yellow canary”, με τους Pat Boone και, Barbara Eden.

Στην Ελληνική τηλεόραση, αγαπήθηκαν δουλειές του όπως τα 12 O’Clock High(η περίφημη «Δωδεκάτη Ώρα» της ΥΕΝΕΔ – κάθε Πέμπτη βράδυ), The Fugitive(Ο «Φυγάς» επίσης της ΥΕΝΕΔ, με τον David Janssen), και, Starsky and Hutch(που είδαμε και σε επαναλήψεις μετά χρώματος, στις αρχές της δεκαετίας του ’80). Ιδιαίτερη περίπτωση σκηνοθέτη ο Copelan, με προσωπικό ύφος και, έμφαση στις ταινίες όπου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υπεισέρχεται το μυστήριο, για να αλλοιώσει το αρχικά επίπεδο σενάριο.

http://www.imdb.com/name/nm0178578/?ref_=tt_ov_dr

Το φιλμ γυρίστηκε από την Regal films, μια μικρή ανεξάρτητη εταιρεία που ίδρυσε ο Robert L. Lippert το 1948 και, από τα στούντιο της οποίας πέρασαν σημαντικοί Αμερικανοί ηθοποιοί, πριν υπογράψουν με κάποιο μεγάλο στούντιο(Veronica Lake, Zachary Scott, Robert Hutton, Joan Leslie, Robert Alda, Ellen Drew, Preston Foster, Jack Holt, Tom Neal, John Howard, κ.α.). Ειδικεύονταν στις τηλεοπτικές γουέστερν σειρές και, τα φιλμ επιστημονικής φαντασίας, ενώ συντηρούσε και ένα φλερτ με τις κωμωδίες(μεταξύ άλλων γύρισε και το Babes in Toyland, με τους Laurel and Hardy). Την διανομή της στις αίθουσες είχε αναλάβει η 20th Century Fox, η οποία κάποια στιγμή εξαγόρασε την εταιρεία.

Σε αυτό το καθεστώς λοιπόν(της εξαγοράς), ανέθεσε στον Herbert E. Mendelson την παραγωγή του “Ambush at Cimarron pass”. Το φιλμ βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στο πρωτότυπο και εξαιρετικό σενάριο των Robert A. Reeds και, Robert E. Woods. Μια από τις καλύτερες τους δουλειές και, συγχρόνως, ένα από τα πιο ξεχωριστά σενάρια γουέστερν της δεκαετίας του ’50. Την μουσική επιμελήθηκαν οι Paul Sawtell και, Bert Shefter, ενώ την καταπληκτική διεύθυνση φωτογραφίας, ο John M. Nickolaus, Jr.(γιός του John M. Nickolaus, θρυλικού φωτογράφου και, επί σειρά ετών διευθυντή του αντίστοιχου τμήματος των στούντιο της MGM).

https://en.wikipedia.org/wiki/Robert_L._Lippert

Το άστρο του Clint Eastwood αρχίζει ουσιαστικά να λάμπει από αυτό εδώ το φιλμ, όπου στα 28 του χρόνια, παίρνει την πρώτη του μεγάλη ευκαιρία μπροστά από τις κάμερες. Παρά το γεγονός της απειρίας του, ο Eastwood βγάζει χαρακτήρα και προσωπικό ύφος, στοιχεία που λίγα χρόνια αργότερα απογείωσαν κυριολεκτικά τις κινηματογραφικές του μετοχές, για να γεννηθεί έτσι ακόμη ένας σινέ θρύλος. Κοφτές ατάκες, παθιασμένες αντιδράσεις, αυθόρμητες, χαρακτηριστικός τρόπος ομιλίας «σκληρού», βλέμμα – ξυράφι. Εδώ υποδύεται τον νεαρό Νότιο στρατιώτη, που διατηρεί άσβεστο το μίσος του για τους Βόρειους νικητές του εμφυλίου, λίγο θερμοκέφαλος, λίγο ευέξαπτος, λίγο τολμηρός, αλλά στο τέλος δίκαιος. Δύσκολος ρόλος, ειδικά για έναν πρωτόβγαλτο.

Διακρίνεται όμως σε κάθε του εμφάνιση εκείνη η ξεχωριστή ματιά, που προμηνύει επιτυχημένη καριέρα. Ο Scott Brady, ο λοχίας των Βορείων και, επικεφαλής της αποδεκατισμένης διμοιρίας, είναι εξαιρετικός. Σε αβανταδόρικο είναι αλήθεια ρόλο, που του δίνει όμως την ευκαιρία να βγάλει σπουδαία δείγματα υποκριτικού ταλέντου. Εξίσου καλοί και οι Irving Bacon(ο φερόμενος ως δικαστής), Frank Gerstle(ο λοχαγός Πρέσκοτ της παρέας των Νοτίων), και, Ray Boyle(ένας εκ των δύο ανιχνευτών). Το καστ συμπληρώνει η Margia Dean. Πολύ ωραίος ο τίτλος με τον οποίο προβλήθηκε στην χώρα μας η ταινία, «η παγίδα της καταραμένης κοιλάδος».

https://en.wikipedia.org/wiki/Scott_Brady

https://en.wikipedia.org/wiki/Clint_Eastwood

https://en.wikipedia.org/wiki/Irving_Bacon

https://en.wikipedia.org/wiki/Frank_Gerstle

https://en.wikipedia.org/wiki/Ray_Boyle

https://en.wikipedia.org/wiki/Margia_Dean

Το αγωνιώδες αυτό κρυφτούλι με τον θάνατο, κρυμμένο καλά στις σκιές κάθε βράχου, στον κορμό κάθε δέντρου, ζωντανεύει ακόμη και τα άψυχα αντικείμενα, όπως και την τραχιά επιφάνεια της ίδιας της ερήμου, οδηγώντας τα βήματα των ανυποψίαστων θυμάτων σε μοιραίες παγίδες. Τα κίνητρα του καθενός, ωθούν την αταίριαστη συντροφιά όλο και πιο βαθιά στο άγνωστο, καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό τις πιθανότητες επιβίωσης. Άλλοτε το σχοινί που δένει τις μοίρες όλων δείχνει να λασκάρει, δίνοντας πολύτιμο χρόνο για σκέψη και ξεκούραση, κι άλλοτε τραβιέται απότομα, σφίγγοντας σαν θηλιά πάνω τους, μετατρέποντας τα πάντα γύρω σε άβυσσο άγχους.

Το ένα μετά το άλλο, χάνονται τα πιόνια από την σκακιέρα, αφήνοντας στη θέση τους κόκκους φόβου… Οι Απάτσι, φαντάζουν σαν τον μεγάλο αντίπαλο, που με στρατηγική προσφέρει μέτρα, επιδιώκοντας έτσι να κουράσει τους συνταξιδιώτες. Όμως, ουσιαστικά, όλοι κυνηγούν τα προσωπικά τους φαντάσματα και, από αυτά επιζητούν την ρεβάνς…

ΥΠΟΘΕΣΗ

Μια αποδεκατισμένη διμοιρία του Αμερικάνικου στρατού, προσπαθεί να φτάσει στο οχυρό Γουέιβερλι με κρατούμενο έναν επικίνδυνο τυχοδιώκτη και με φορτίο τις νέες επαναληπτικές καραμπίνες που προορίζονταν για τους Απάτσι. Στην διαδρομή αυτή, θα συναντήσει μια ομάδα Νοτίων και, παρά την ύπαρξη του μίσους για τα όσα συνέβησαν στον εμφύλιο, κόντρα σε κάθε αντιξοότητα, θα επιχειρήσουν μαζί το ακατόρθωτο: να βγουν ζωντανοί από τις θανάσιμες παγίδες των ινδιάνων, διαβαίνοντας το πέρασμα του Σίμαρον…

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ…

Ένα από τα δύο γουέστερν που με «δένουν» περισσότερο από κάθε άλλο με τα παιδικά μου χρόνια, από τις αξέχαστες εκείνες προβολές της κρατικής τηλεόρασης, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, είναι και «η παγίδα της καταραμένης κοιλάδος». Τα χρόνια μπορεί να πέρασαν(ανεπιστρεπτί), όμως αυτό δεν εμποδίζει τις κρυφές ματιές πίσω στα βράδια της Τετάρτης, όταν η ΥΕΝΕΔ σύστηνε στο Ελληνικό τηλεοπτικό κοινό τα Αμερικάνικα γουέστερν, με ταινίες που έκτοτε έμελε να μην δούμε ξανά σε κάποιο άλλο φορμάτ εικόνας(vhs – dvd blu ray).

Έστω και αμυδρά, θυμάμαι την μια από τις δύο φορές που είχα δει το “Ambush at Cimarron pass”, ένα μεσημέρι Σαββάτου, στην δεύτερη του προβολή, από την τότε ΕΡΤ 2. Μου έχουν μείνει αποτυπωμένες σκηνές του φιλμ και, τώρα που μου δόθηκε η ευκαιρία να το δω ξανά, ήταν σαν να άνοιγε τις πόρτες της μια χρονομηχανή και, να με γύριζε πίσω στα 12 μου χρόνια, εκείνο το συννεφιασμένο, χειμωνιάτικο απόγευμα… Τόσο η μουσική, όσο και ο κινηματογράφος, έχουν αυτή την μαγεία, να διασχίζουν τον χρόνο με απίστευτα μεγάλες δρασκελιές, προσφέροντας ταξίδια στους ενδιαφερόμενους(μετ’επιστροφής φυσικά). Έχω την αίσθηση ότι για το δεύτερο εκείνο γουέστερν των παιδικών χρόνων, μάλλον θα χρειαστεί να περιμένω καιρό για να το δω ξανά, αφού πρέπει πρώτα να θυμηθώ τον τίτλο του…

—————————————————————————————————————————————–

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

The big doll house(1971)

WIP(Women in prison films)

2/9/2018

Πολύ μεγάλη η λίστα των ταινιών που περιλαμβάνει αυτή η καλτ κατηγορία, η οποία ξεκινάει από το ’32 και, συνεχίζει να εμπλουτίζεται μέχρι τις μέρες μας, με υλικό που διαρκώς προστίθεται.
Πρόκειται – όπως καταλαβαίνει κανείς και από τον τίτλο – για τα φιλμ που διαδραματίζονται πίσω από τα κάγκελα των φυλακών και, με ηρωίδες γυναίκες, που για τον ένα ή τον άλλο λόγο, δικαίως ή αδίκως, βρίσκονται εκεί.
Η συγκεκριμένη κατηγορία καλτ ταινιών είναι από τις πλέον δημοφιλείς. Περαιτέρω ανάλυση δεν νομίζω ότι χρειάζεται, γιατί απλά είναι λίγο ως πολύ αναμενόμενα όλα όσα αφηγούνται.

Μπορεί να ξεκίνησαν σε ήπιους τόνους, με κοινωνικά μηνύματα, αδικίες και τα συναφή, όμως στην συνέχεια εκτροχιάστηκαν σταδιακά, φεύγοντας από τις ράγες με προορισμό το… πουθενά!

Η πρώτη ηθοποιός που φόρεσε ρούχα κρατουμένου, αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν η Bette Davis το ’32, στο Hell’s house του Howard Higgin.

Την ακολούθησε η Barbara Stanwyck ένα χρόνο μετά, στο Ladies they talk about, σε μια ζόρικη φυλακή, το San Quentin.

Στην δεκαετία του ’40 ξεχωρίζει το Lady gangster με την Faye Emerson, ενώ στα ‘50s βγαίνουν στις αίθουσες μερικές από τις καλύτερες ταινίες του είδους. Caged (1950 – ίσως το κορυφαίο όλων, με εξαιρετικές ερμηνείες από τις Eleanor Parker, Agnes Moorehead, Ellen Corby, σε σκηνοθεσία John Cromwell), Women’s prison(1955 – εξαιρετικό και αυτό, με την καταπληκτική εδώ Ida Lupino), Swamp women(1956 – με τις Marie Windsor, Carole Mathews, Beverly Garland, σε σκηνοθεσία Roger Corman), Girls in Prison (1956 – με τις Joan Taylor, Adele Jergens, Helen Gilbert), και, το Nella città l’inferno (1959 – με τις Anna Magnani, Giulietta Masina, σε σκηνοθεσία Renato Castellani).

Από εκεί και έπειτα, όπως είπα πιο πάνω, ξεφεύγει η κατάσταση, κυρίως στα φιλμ της δεκαετίας του ’70, όπου μεταξύ άλλων μπήκαν επιρροές από παντού και, έγινε ένας χαμός κυριολεκτικά, ειδικά στο sub genres με τα φιλμ που περιγράφουν συνθήκες κράτησης στα στρατόπεδα της Γκεστάπο! Γυρίστηκαν πάρα πολλά wip films, στα περισσότερα από τα οποία συναντάμε την πιο «σκληρή» φάτσα έγχρωμης ηθοποιού, αυτή της Pam Grier, φοβερή μορφή των exploitation και blaxploitation φιλμ, με τα οποία επίσης θα ασχοληθούμε σε αυτό το αφιέρωμα.
Πιο κάτω μπορείτε να βρείτε μια κατατοπιστική λίστα wip films.

https://en.wikipedia.org/wiki/Category:Women_in_prison_films

——————————————————————————————————————

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Στα πλαίσια της ισότητας μεταξύ των δύο φύλων, το ανδρικό, κινηματογραφικό προνόμιο της συμβίωσης σε σωφρονιστικά ιδρύματα, αποτέλεσε ακόμη ένα κάστρο προς φεμινιστική κατάκτηση. Εδώ βέβαια δεν είχαμε τις ριγέ πιτζάμες, αλλά μια κάπως πιο κομψή ένδυση, λιτή μεν, αλλά με τα απαραίτητα γυναικεία αξεσουάρ δε(καμία πρωταγωνίστρια τέτοιων ταινιών δεν βγήκε για παράδειγμα στο φακό αχτένιστη!). Το “The big doll house” είναι από τα πιο επιτυχημένα women in prison films, παρά το γεγονός ότι πάσχει σεναριακά και, ερμηνευτικά. Είναι από τις περιπτώσεις εκείνες που αν δεν σου αρέσει το ύφος μιας ταινίας, δεν επενδύεις επιπλέον χρόνο σε παρόμοιες. Έχει βέβαια τους fan του και, μπόλικους μάλιστα, σε παγκόσμιο επίπεδο(με πρώτο και καλύτερο τον Quentin Tarantino!). Για τους μελετητές της καλτ διαδρομής στο χρόνο, θεωρείται από τα καλύτερα. Έδωσε επιρροές, σε όσους θέλησαν να συνεχίσουν από εκεί που σταμάτησε εκείνο. Διαθέτει γρήγορο ρυθμό και, δεν προλαβαίνεις να βαρεθείς, αν το ζητούμενο φυσικά είναι η δράση. Υπεύθυνος για αυτό, ποιος άλλος από τον σκηνοθέτη του, μια από τις πλέον αμφιλεγόμενες μορφές της βιομηχανίας του θεάματος, τον απίστευτο κ. Jack Hill!

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

—————————————————————————————————————————————-

PAM GRIER

Η Pam Grier, αδιαφιλονίκητη σταρ αυτών των ταινιών, κλασική σκληρόφατσα, πρωταγωνίστησε σε τέσσερα συνολικά φιλμ μέσα σε διάστημα δύο χρόνων. Η αρχή όλων, έγινε με το “Women in cages”(1971), του Gerardo de Leon, όπου εκεί την συναντάμε στην πλευρά των σωφρονιστικών υπαλλήλων και, όχι ως κρατούμενη. Την ίδια χρονιά, ο Jack Hill της προτείνει να δοκιμάσει και τα …κελιά, εκείνη δέχεται, προσθέτοντας έτσι μια ακόμη παράγραφο στο βιογραφικό της. Μετά το “Big doll house” – το οποίο παρεμπιπτόντως έφερε έσοδα στον Hill της τάξεως των 10 εκατομμυρίων δολαρίων, με budget μόλις 125.00!!! – οι μετοχές της στο σινέ χρηματιστήριο ως δυναμική πρωταγωνίστρια, έκαναν limit up. Οι προτάσεις έπεφταν βροχή, τα σενάρια το ίδιο και, οι τραπεζικοί της λογαριασμοί αποκτούσαν πολλά μηδενικά. Ο Hill την έπεισε να παίξει και στο “The big bird cage” του ’73, αλλά ενδιάμεσα πρόλαβε να γυρίσει και το “Black mama – white mama”, ίσως το καλύτερο από τα τέσσερα αυτά φιλμ. Η Grier έκανε πολύ μεγάλη καριέρα και ως πρωταγωνίστρια blaxploitation ταινιών. Δεν ήταν κακή ηθοποιός(ακόμη και στα wip films που δεν υπήρχαν απαιτήσεις υποκριτικής, ξεχωρίζει σαν την μύγα μέσα στο γάλα), όμως θεωρώ ότι αναλώθηκε και, τυποποιήθηκε με όλες αυτές τις συμμετοχές, περιορίζοντας το ταλέντο της. Το 1996, ο Quentin Tarantino της έδωσε την ευκαιρία να παίξει ξανά στην ταινία με την οποία έγινε διάσημη, στο remake του “Jackie Brown”.

https://en.wikipedia.org/wiki/Pam_Grier

JACK HILL

Ο Jack Hill είναι ένας από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές των σκληρών ταινιών, φεμινιστής και, ριζοσπαστικός στις απόψεις του, επηρέασε πάρα πολλούς, όπως και επηρεάστηκε. Όταν τον πήρε ως παραγωγό ο Roger Corman το ’63, για το “The Terror”, διέκρινε το ταλέντο του, για αυτό και τον άφησε να προσθέσει 20 λεπτά στο “The Wasp Woman”. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης συνέχισε με … Coppola, για να απογειώσει την καριέρα του με το Spider Baby του ‘67(έγραψε και το σενάριο). Εκτός από τα The Big Doll House (1971), και, The Big Bird Cage (1972), συνεργάστηκε με την Pam Grier σε δύο ακόμη ταινίες(Coffy – 1973 και, Foxy Brown – 1974), ενώ έκανε και το Switchblade Sisters (1975), ένα από τα φιλμ που επηρέασε πολύ τον Quentin Tarantino(κατά ομολογία του ίδιου). Τα χαρακτηριστικά των ταινιών του είναι το μαύρο χιούμορ, η βία, αλλά και η δράση. Στα σενάρια του διακρίνει κανείς κεφάτους διαλόγους και, ο τρόπος που φιλμάρει δίνει τρελό ρυθμό. Στα φιλμ του δεν αναλώνει χρόνο για αναφορές στο περιβάλλον, ούτε για τεχνικές που αναδεικνύουν την φωτογραφία. Προτιμά να δίνει μια ρεαλιστική, ωμή πολλές φορές εικόνα, ενώ από τους ηθοποιούς του ζητάει ταχύτητα, τόσο στο λόγο, όσο και στις κινήσεις. Πιστεύω ότι θεωρείται δίκαια ως εκπρόσωπος της σινέ-αδρεναλίνης.

https://en.wikipedia.org/wiki/Jack_Hill

Αν η Pam Grier αναλώθηκε όπως λέγαμε πιο πάνω, σε ταινίες blaxploitation, ο Sid Haig δεν άφησε ρόλο κακού που να μην υποδυθεί και, καλτ φιλμ δράσης που να μην συμμετάσχει! Τρελή περίπτωση, που αντανακλά προφανώς στην προσωπικότητα του! Από τέρας στο Spider Baby, κακό στο Diamonds Are Forever, διεφθαρμένο σωφρονιστικό υπάλληλο στο Black Mama, White Mama, ψυχοπαθή τυχοδιώκτη στο Beyond Atlantis, μέχρι ρόλους στα τηλεοπτικά Star Trek, Mission: Impossible, Gunsmoke, και, MacGyver! Δεν υπάρχει περίπτωση να μην τον έχει δει κανείς έστω σε μια ταινία, ειδικά αν του αρέσουν τα φιλμ δράσης. Εδώ βέβαια ο ρόλος του είναι κάπως… κόντρα, αφού υποδύεται τον αφελή, γκαφατζή και ανέραστου! Μαζί του στο καστ και η Roberta Collins, γνωστή στους φίλους των θρίλερ από την συμμετοχή της στο Eaten Alive(1977), του Tobe Hooper. Έπαιξε κι αυτή σε πολλά low budget films, πολλά από τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες. Η Christiane Schmidtmer προτίμησε τα sci fi και, καθιερώθηκε σε ρόλους θυμάτων εκ Σκανδιναβίας. Παραδόξως, η μουσική του Hall Daniels είναι εξαιρετική και, υπάρχουν στιγμές που αποσπάει την προσοχή του θεατή. Το φιλμ γυρίστηκε στις Φιλιππίνες και, πίσω από τον παραγωγό Jane Schaffer, βρίσκεται ο Roger Corman με την νεοσύστατη τότε εταιρεία του, την New World Pictures. Στην Ελλά δα δεν προβλήθηκε, οπότε ενδεχομένως γλυτώσαμε από κάποιον τραγικό τίτλο στην μετάφραση…

ΥΠΟΘΕΣΗ

Στην μακρινή αλλά και ανύπαρκτη ως χώρα… Δημοκρατία της Μπανανίας, προφανώς κάπου στην Λατινική Αμερική των ‘70ς πραξικοπημάτων, θα συναντηθούν οι ζωές έξη γυναικών, σε έναν μάλλον απρόβλεπτο για αυτές χώρο. Οι γυναικείες φυλακές της περιοχής, είναι γνωστές για την σκληρότητα και τον σαδισμό των σωφρονιστικών υπαλλήλων και, ειδικά της «υπεύθυνης ανακρίσεων και καταστολής εξεγέρσεων». Οι έγκλειστες βιώνουν κάθε λογής βασανιστήρια, με ή χωρίς λόγο, προς ικανοποίηση ενός αρρωστημένου μασκοφόρου, ο οποίος τα διευθύνει και παρευρίσκεται κατά την διάρκεια τους. Πίσω από όλα αυτά κρύβονται και πολιτικοί λόγοι, αφού οι αντάρτες που επιθυμούν να σηκώσουν το λάβαρο της επανάστασης, έχουν σχέση με κάποιες κρατούμενες…

————————————————————————————————————————————-

«Ο άνθρωπος δυναμίτης»(Fools parade – 1971)

του Μασκοφόρου Εκδικητή (σε αποκλειστική συνεργασία για την Ταραντέλα με το Cine Oasis.)

21/8/2018

Υποτιμημένη αλλά εξαιρετική ταινία, κοντά στο ύφος του “Emperor of North Pole”(το οποίο γυρίστηκε δύο χρόνια μετά), με έναν θαυμάσιο Τζίμι Στιούαρτ να δίνει ξανά ρεσιτάλ υποκριτικής. Μια πικρόχολη ματιά στην Αμερική της δεκαετίας του ’30, στα χρόνια των άστεγων, της κοινωνικής αδικίας, της ολοκληρωτικής διαφθοράς σε κάθε επίπεδο, με πλήθος συμβολισμών και μηνυμάτων. Δεν είναι ένα απλό φιλμ δράσης(παρότι πολλές κινηματογραφικές βάσεις δεδομένων το κατατάσσουν στην κατηγορία comedy/drama), αλλά ένα δριμύτατο σκηνοθετικό κατηγορώ απέναντι στο σαθρό σύστημα δικαιοσύνης και τις χαμένες ανθρώπινες ψυχές, που καταπίνει ο βάλτος του. Ο Andrew V. McLaglen έκανε καταπληκτική δουλειά στην σκηνοθεσία, παίρνοντας το μάξιμουμ των ηθοποιών του, όμως τα εύσημα ανήκουν και στο εξαιρετικό ομώνυμο βιβλίο του Davis Grubb(σε ελεύθερη απόδοση: “Fool’s parade” – «Ψευδαίσθηση»), που δεν χαρίζεται σε τίποτα και κανέναν.

Το φιλμ είναι γνωστό και με τον τίτλο: “Dynamite man from Glory Jail”, ο οποίος προφανώς και ενέπνευσε τον Έλληνα μεταφραστή, να το ονομάσει «Ο άνθρωπος – δυναμίτης». Ο συγγραφέας Davis Grubb έγραψε 10 συνολικά βιβλία(συν τρείς συλλογές διηγημάτων), όμως είδε 3 από αυτά να μεταφέρονται στην μεγάλη οθόνη. Πρόκειται για τα The Night of the Hunter (1953), Fools’ Parade (1969), και, The Barefoot Man (1971). Αρκετές από τις ιστορίες που περιέλαβε στις συλλογές του, αξιοποιήθηκαν και τηλεοπτικά από τους Alfred Hitchcock και, Rod Serling, στην σειρά Night Gallery. Να πούμε ακόμη, ότι ο Grubb είχε άλλες καλλιτεχνικές ανησυχίες αρχικά(ζωγραφική), όμως η αχρωματοψία τον οδήγησε στην συγγραφή.

https://en.wikipedia.org/wiki/Davis_Grubb
Ο Andrew V. McLaglen έκανε επί το πλείστον ταινίες δράσης, με αρκετές από αυτές να γίνονται μεγάλες εισπρακτικές επιτυχίες. Το “Fool’s parade” ήταν το μοναδικό φιλμ στο οποίο κατέθεσε άποψη και, μάλιστα πολιτική. Την θεωρώ ως την πιο ολοκληρωμένη ταινία του, από κάθε άποψη. Είναι και η μόνη που φλερτάρει τόσο έντονα με το δράμα και τις τραγικές προεκτάσεις του. Από τα γουέστερν του, τα πιο γνωστά σε όλους είναι τα McLintock!(1963), Shenandoah (1965), The Rare Breed (1966), The Way West (1967), Bandolero! (1968), Chisum(1970), Cahill U.S. Marshal(1973), και, The Last Hard Men (1976). Γύρισε τρείς ταινίες με τον Στιούαρτ(Shenandoah – Rare Breed – Fool’s parade), και, τρείς με τον Γουέην(McLintock – Chisum – Cahill). Όπως επίσης και τρία εξαιρετικά πολεμικά φιλμ, The Wild Geese (1978), Breakthrough (1979), The Sea Wolves (1980). Στον MacLaglen πιστώνονται και τα sequel δύο σπουδαίων ταινιών, The Dirty Dozen: Next Mission(1985), και, Return from the River Kwai (1989). Γύρισε ακόμη 96 επεισόδια του Gunsmoke, 116 του Have Gun – Will Travel και, 6 του Rawhide.

https://en.wikipedia.org/wiki/Andrew_V._McLaglen
Εκτός του πρωταγωνιστή(James Stewart), από τον οποίο ούτως ή άλλως δεν περίμενε κανείς τίποτα λιγότερο ως ερμηνεία, αυτοί που εντυπωσιάζουν είναι δύο από τους δευτερο-ρολίστες, οι George Kennedy και Strother Martin. Είναι καταπληκτικοί στους ρόλους τους, που σημειωτέων, είναι ιδιαίτερα δύσκολοι. Ο Kennedy ενσαρκώνει τον άκρως διεφθαρμένο και διαταραγμένο ψυχικά, σκληρό δεσμοφύλακα, που χρηματίζεται δίχως τον παραμικρό ενδοιασμό, δολοφονεί με κυνισμό, κρυμμένος πίσω από έναν θρησκευτικό, υποκριτικό μανδύα(τις Κυριακές παραδίδει μαθήματα στο κατηχητικό). Όταν εστιάζει πάνω του ο φακός, διακρίνει κανείς τον ιδρώτα του άγχους και του φόβου, αλλά και την διαστροφή στο βλέμμα. Ο Kennedy διαχειρίζεται τα συναισθήματα του υποδειγματικά. Σπουδαίος ηθοποιός, που άξιζε μεγαλύτερης αποδοχής στην καριέρα του. Δικαιωματικά. Ο Martin από την άλλη, είναι εκείνο το διαρκώς φοβισμένο ανθρωπάκι, που σφιχταγκαλιάζει το σημειωματάριο του και ονειρεύεται να ανοίξει ένα εμπορικό κατάστημα. Γράφει συνέχεια τα προϊόντα που θα χρειαστεί, κάνει υπολογισμούς, ζει μέσα από αυτές τις μικρές σελίδες.

https://en.wikipedia.org/wiki/George_Kennedy

https://en.wikipedia.org/wiki/Strother_Martin
Στην παρέα έμπειρων ηθοποιών, προστίθενται και ο νεαρός τότε Kurt Russell, στον ρόλο ενός εκ των τριών αποφυλακισθέντων. Αν και δεν του δίνει το σενάριο ιδιαίτερη ελευθερία κινήσεων και πολλές προσωπικές στιγμές, εντούτοις υπάρχουν τουλάχιστον 2 σκηνές που φανερώνουν δείγματα μεγάλου ταλέντου. Θεωρώ ότι αδίκησε τον εαυτό του στην συνέχεια, καθώς με τις παραστάσεις που είχε στα πρώτα 5-6 χρόνια της καριέρας του, δίπλα σε ογκόλιθους υποκριτικής, δεν εκμεταλλεύτηκε τις εμπειρίες και τις ευκαιρίες που του δόθηκαν. Απίστευτη απλά η Anne Baxter και αγνώριστη, στον ρόλο της πόρνης που αναπολεί τα περασμένα μεγαλεία και ζει σε ένα πλωτό σπίτι στο ποτάμι. Φοβερή ερμηνεία από την δύο φορές βραβευμένη με Όσκαρ ηθοποιό. Ο Τζίμι, όπως λέγαμε και πιο πάνω, αν και δεν είναι ακριβώς στο στοιχείο του βάσει ρόλου, παρ’ όλα αυτά είναι ο σπουδαίος εκείνος ηθοποιός που θαυμάσαμε. Ηγείται των τριών(τεσσάρων στην συνέχεια), φυγάδων. Θα αναγκαστεί να ζήσει ένα déjà vu, ικανό να αποβεί μοιραίο, ενώ θα έρθει αντιμέτωπος με τους ίδιους του τους φόβους και τα λάθη.

https://en.wikipedia.org/wiki/Kurt_Russell

https://en.wikipedia.org/wiki/Anne_Baxter
Ευρηματικό το πλάνο αμφισβήτησης και επικριτικού χλευασμού και, παράλληλα, απομυθοποίηση των αξιών πάνω στις οποίες στήθηκε ένα έθνος, όταν ο φακός ακολουθεί τον κυματισμό της σχισμένης αφίσας του Φρανκλίνου Ρούσβελτ, στις όχθες του ποταμού. Το ίδιο είχε προηγηθεί λίγα λεπτά πριν, όταν η μεθυσμένη πόρνη βάζει να παίζει στο γραμμόφωνο τον εθνικό ύμνο της χώρας της και, παρελαύνει με την Αμερικάνικη σημαία ανά χείρας… Δεν είναι οι μόνες αιχμές του σκηνοθέτη αυτές οι δύο. Έχει πολλές αντιπαραθέσεις αρρωστημένου πατριωτισμού και γύμνιας ιδανικών, εμβόλιμα στα 98 λεπτά της ταινίας, είτε με ατάκες, είτε αφήνοντας απλά την κάμερα να παίρνει τον ρόλο του αφηγητή. Βάζει πολύ περισσότερο δυναμίτη, από ότι ο ζωσμένος με εκρηκτικά πρωταγωνιστής του, στα θεμέλια μιας κοινωνίας κοιμισμένης στο ατομικό συμφέρον, χωρίς ηθικούς φραγμούς και, με περίσσια υποκρισία. Βαθιά κοινωνική τομή, υπερβολικά ρεαλιστική, η δουλειά αυτή του Andrew V. McLaglen. Πολύ δυνατή ταινία, που αξίζει να βρίσκεται στην ταινιοθήκη κάθε σινεφίλ.
ΥΠΟΘΕΣΗ

Τρείς πρώην κατάδικοι των αγροτικών φυλακών του Γκλόρι, αποφυλακίζονται και αναγκάζονται από τον υπέρμετρα σκληρό δεσμοφύλακα, να επιβιβαστούν σε ένα τραίνο με προορισμό το Οχάιο, εκατοντάδες μίλια μακριά. Ένας εξ αυτών, ο Μάτι Άπλγιαρντ(με το γυάλινο μάτι), και, η επιταγή των 25.000 δολαρίων για τα 40 χρόνια εργασίας του στα ορυχεία της φυλακής, που κουβαλάει μαζί του, γίνεται το επίκεντρο μιας ανηλεής καταδίωξης, γεμάτη μίσος και πλεκτάνες. Ο διεφθαρμένος δεσμοφύλακας Κάνσιλ, μια διαταραγμένη ψυχικά φιγούρα, θα χρησιμοποιήσει κάθε αθέμιτο μέσο, προκειμένου να τους σκοτώσει και να πάρει την επιταγή…