TaRantella InamoRata

46445016_2196549127030837_6266210933853388800_n

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΕΡΩΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ

H EΡΩΤΙΚΗ ΧΑΥΝΩΣΗ
του Ρολάν Μπάρτ

16/11/2018

Χαύνωση.
Λεπτή κατάσταση του ερωτικού πόθου. Βιώνεται όταν έχουμε κενό πόθου, και είναι άσχετη με οποιαδήποτε επιθυμία κατοχής.

1. Ο Σάτυρος λέει:
θέλω ο πόθος μου να ικανοποιηθεί αμέσως. Όταν βλέπω ένα πρόσωπο παραδομένο στον ύπνο, ένα στόμα μισάνοιχτο, ένα χέρι να κρέμεται, θα ήθελα να ‘χω τη δύναμη να τον χιμήξω. ο Σάτυρος -σχήμα του
Άμεσου – είναι ακριβώς το αντίθετο του Χαυνωμένου. Στη χαύνωση απλώς περιμένω: «Δεν είχε σταματημό ο πόθος μου για σένα». (Ό πόθος βρίσκεται παντού. Άλλα, μέσα στην ερωτική κατάσταση, αποβαίνει κάτι το πολύ ειδικό: χαύνωση)

2. «κι εσύ πες μου λοιπόν έτερον μου θα μου αποκριθείς επιτέλους πλήττω εξαιτίας σου σε θέλω ονειρεύομαι εσένα για σένα εναντίον σου απάντησε μου το όνομα σου άρωμα διάχυτο το χρώμα σου λάμπει ανάμεσα στ’ αγκάθια κάνε την καρδιά μου να συνέρθει με οίνο δροσερό φτιάξε μου μια πρωινή καλύπτρα πνίγομαι κάτω απ’ αυτή τη μάσκα επιδερμίδα στεγνή ισοπεδωμένη τίποτε δεν υπάρχει εκτός από τον πόθο.»

3. «…γιατί μόλις σε δω για μια στιγμή, δεν μπορώ πια να αρθρώσω λέξη: αλλά ή γλώσσα μου γίνεται κομμάτια και, κάτω από το δέρμα μου, γλιστράει απότομα μια λεπτή φωτιά: τα μάτια μου χάνουν το βλέμμα τους, τ’ αυτιά μου βουίζουν, ο ιδρώτας αυλακώνει το κορμί μου, ένα ρίγος με κυριεύει σύγκορμη· γίνομαι πιο χλωμή κι από τη χλόη και, λίγο ακόμη, θα ‘λεγα ότι πεθαίνω .»

4. «Ή ψυχή μου, όταν αγκάλιαζα τον Αγάθωνα, ανέβαινε στα χείλη μου, σάμπως ή δύστυχη να έμελλε να κάνει πανιά γι’ άλλου». Στην ερωτική χαύνωση κάτι φεύγει, ατέρμονα, σάμπως ο πόθος να μην ήταν παρά μια αιμορραγία. Ιδού ή ερωτική κόπωση: μια πείνα ακόρεστη, ένας χαίνων έρωτας. Ή ακόμη: όλο μου το εγώ σύρεται, μεταβιβάζεται στο αγαπημένο αντικείμενο, πού παίρνει έτσι τη θέση του εγώ. Ή χαύνωση πρέπει να είναι αυτή ή εξουθενωτική μετάβαση από τη ναρκισσική στην άντικειμενοπαγή λίμπιντο. (Πόθος του απόντος, πόθος του παρόντος: ή χαύνωση προβάλλει σε διπλοτυπία τους δύο πόθους, φέρει την απουσία εντός της παρουσίας. Εξ ου μια αντιφατική κατάσταση: το «γλυκό κάψιμο».)

ΣΥΜΠΟΣΙΟ: Δίστιχο του Πλάτωνος στον Αγάθωνα, 21-22.
ΒΕΡΘΕΡΟΣ: «Του δύστυχου ή ζωή σβήνει λίγο-λίγο μέσα σε μια παθολογική χαύνωση πού τίποτε δεν μπορεί να την ανακόψει» (48). ΡΟΥΣΜΠΡΟΚ: «Όταν το ον διεγείρεται, προσφέροντας ό,τι μπορεί αλλά μην κατακτώντας αυτό πού θέλει, παράγεται ή πνευματική χαύνωση» (1β).
Φρόιντ: «Το μεγαλύτερο μέρος της λίμπιντο μεταβιβάζεται στο αντικείμενο το οποίο παίρνει έτσι, σ’ ένα ποσοστό, τη θέση του εγώ. Τούτο συμβαίνει μόνο όταν έχουμε πληρότητα ερωτικών διαθέσεων» (Επίτομο εγχειρίδιο ψυχανάλυσης,

*Από την γαλλική έκδοση » Fragments d’un discours amoureux » του Seui 1977.
Αποσπάσματα ερωτικού Λόγου του κορυφαίου δοικιμιογράφου -σημειολόγου του περασμένου
αιώνα Ρολάν Μπάρτ σαν βοηθήματα γιά εκείνες κι όσους επιμένουν να γράφουν ερωτικά στα αγαπημενα τους πρόσωπα έστω και ηλεκτρονικά άν και
«ραβασάκι» μη χειρόγραφο δεν νοείται σαν τέτοιο .

Στ ην αναρτημένη εικόνα : ο Ρέιφ Φάινς και η Σοφί Οκονέντο στην παράσταση του σαιξπηρικού » Αντώνιος και Κλεοπάτρα» που θα ανέβει από τις 6 Δεκέμβρη στο Ολιβιέ Θήατερ στο Λάμπεθ του Λονδίνου σε σκηνοθεσία Στίγκ Έϊμπελ (γιά όσες/ους ενδιαφέρονται θα παίζεται μεχρι τις 19 Γενάρη )

—————————————————————————————————————————————–

46193015_2193785290640554_4870269343436374016_o

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΕΡΩΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ
Σ ‘ Αγαπώ
*(4η Συνέχεια )
του Ρολάν Μπάρτ

14/11/2018

9. Έτσι, προκύπτει μια νέα άποψη για το σ’ αγαπώ.
ΤΟ Σ¨ΑΓΑΠΩ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑ ΕΙΝΑΙ ΔΡΑΣΗ
Προφέρω για να απαντήσεις – και η υπερακριβής μορφή (το γράμμα) της
απάντησης θα αποκτήσει μια πρακτική αξία, σαν να πρόκειται για ένα
φραστικό τύπο. Δεν αρκεί, λοιπόν, να μου αποκριθεί ο άλλος με ένα
απλό, έστω και θετικό («κι εγώ») σημαινόμενο: το εγκαλούμενο
υποκείμενο πρέπει να δεχτεί να διατυπώσει, να προφέρει το σ’ αγαπώ πού
του απευθύνω:
Σ’ αγαπώ, λέει ο Πελλέας.
– Κι εγώ σ’ αγαπώ, λέει η Μελισσάνθη.
Ή επιτακτική παράκληση του Πελλέα
(μπορούμε να υποθέσουμε ότι ή απάντηση της Μελισσάνθης υπήρξε ακριβώς
αυτή πού περίμενε, πράγμα πιθανό γιατί αμέσως μετά πεθαίνει)
εκκινεί από την ανάγκη πού νιώθει το ερωτευμένο υποκείμενο, όχι μόνο
να το αγαπούν ανταποδοτικά, να το γνωρίζει, να είναι βέβαιο γι’ αυτό,
κτλ.
(όλες αυτές οι λειτουργίες δεν υπερβαίνουν το επίπεδο του
σημαινόμενου), αλλά και ν’ ακούει να τον το λένε μ’ έναν τρόπο εξίσου
καταφατικό, πλήρη και αρθρωμένο με το δικό του: αυτό πού θέλω είναι να
δεχτώ στα ίσια, ολοκληρωτικά, κατά γράμμα, χωρίς διαφυγές, το φραστικό
τύπο,
το αρχέτυπο του ερωτόλογου: δεν υπάρχει συντακτική διαφυγή, ούτε
παραλλαγή – οι δύο λέξεις συνεκφέρονται, συμπίπτοντας σημαίνον προς
σημαίνον (το κι εγώ θα ήταν ή τέλεια αντίθεση της ολόφρασης).
Αυτό πού έχει σημασία είναι ή φυσική, σωματική, χειλική προφορά της
λέξης: άνοιξε τα χείλη σου κι άσ’ την να βγει
ΓΙΝΟΥ ΑΙΣΧΡΟΣ /Η
Αυτό πού τρελά επιζητώ είναι ν’ αποκτήσω τη λέξη – τη μαγική, τη μυθική;
Το Τέρας – μαγεμένο, πλην δέσμιο της ασχήμιας του -αγαπά την ‘Ωραία.
Ή Ωραία, προφανώς, δεν αγαπά το Τέρας,
αλλά, τελικά, νικημένη
(δεν έχει σημασία από τι·
ς πούμε: από τις συνομιλίες πού έχει με το Τέρας),
του απευθύνει τη μαγική λέξη: «Σας αγαπώ, Τέρας».
Αμέσως, μέσα από την εξαίσια σχισμή ενός αρπισμού, εμφανίζεται ένα νέο
υποκείμενο. Ή ιστορία αυτή, θα πείτε, είναι αρχαϊκή…
Ορίστε, λοιπόν, μια άλλη: κάποιος υποφέρει επειδή τον παράτησε ή
γυναίκα του. θέλει να τη δει να γυρίζει, θέλει – συγκεκριμένα -, να
του πει σ’ αγαπώ, τρέχει κυνηγώντας τη λέξη. Τελικά, εκείνη του το
λέει κι αυτός πεθαίνει. Πρόκειται για μια κινηματογραφική ταινία του
1975.
Και να πάλι ο μύθος: ο Ιπτάμενος Ολλανδός περιπλανιέται,
αναζητώντας τη λέξη· αν την αποκτήσει (μέσω όρκου πίστεως),
θα πάψει να τριγυρνά (αυτό πού ενδιαφέρει το μύθο δεν είναι η
εμπειρία της πίστης, είναι η προφορά, το άσμα της).

10. Μοναδικό συναπάντημα (στο επίπεδο της γερμανικής γλώσσας): μέσα σε
μια και την αυτή λέξη (Bejahung) δύο καταφάσεις:
η μία, πού την επισημαίνει ή ψυχανάλυση, γίνεται αντικείμενο μείωσης
(η πρώτη κατάφαση του παιδιού πρέπει να γίνει αντικείμενο άρνησης για
να υπάρξει προσπέλαση του υποσυνειδήτου)· η άλλη, που τη διατύπωσε ο
Νίτσε, είναι τρόπος της βούλησης για δύναμη (τίποτε το ψυχολογικό, κι
ακόμα λιγότερο, το κοινωνικό), παραγωγή της διαφοράς· το ναι αυτής της
κατάφασης αποβαίνει αθώο (προσαρτά το αντενεργό στοιχείο): είναι το
αμήν.

Το σ’ αγαπώ είναι ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ
ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΕΤΑΙ ΩΣ ΔΥΝΑΜΗ ΕΝΑΝΤ^Ι ΑΛΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
Ποιών δυνάμεων;
Χίλιες δυο δυνάμεις υπάρχουν στον κόσμο πού είναι, όλες τους, δυνάμεις
μειωτικές (ή επιστήμη, ή κοινή γνώμη [δόξα], ή πραγματικότητα, ή
λογική, κλπ.). Ή ακόμη: έναντι του γλωσσικού οργάνου.
Το αμήν κείται στο όριο του γλωσσικού οργάνου,
δε μετέχει στο σύστημα του και του αφαιρεί τον «αντενεργό μανδύα»
του. «Όμοια και ή ερωτική προφορά (σ’ αγαπώ) στέκεται στο όριο της
σύνταξης, προσδέχεται την ταυτολογία (σ’ αγαπώ θα πει σ’ αγαπώ),
αποκλείει τη δουλικότητα της Φράσης (είναι απλά και μόνο μια
ολόφραση). Ως προφορά, το σ’ αγαπώ δεν είναι σημείο, αλλά λειτουργεί
εναντίον των σημείων. Αυτός πού δε λέει σ’ αγαπώ (πού μέσα από τα
χείλη του το σ’ αγαπώ δε θέλει να περάσει), είναι καταδικασμένος να
εκπέμπει τα πολλαπλά, αβέβαια, αμφίβολα, φειδωλά σημεία του έρωτα,
τους δείκτες του, τις «αποδείξεις» του: χειρονομίες, βλέμματα,
αναστεναγμοί, υπαινιγμοί, ελλειπτικά σχήματα: πρέπει να παραδώσει τον
εαυτό του στην ερμηνεία. Το υποκείμενο αυτό εξουσιάζεται από την
αντενεργό διέπουσα αρχή των ερωτικών σημείων, είναι αλλοτριωμένο μέσα
στο δουλικό κόσμο της γλώσσας με την έννοια ότι δεν τα λέει όλα
(δούλος είναι αυτός που ‘χει κομμένη γλώσσα και δεν μπορεί να μιλά
παρά μόνο με νεύματα, εκφράσεις, μορφασμούς). Τα «σημεία» του έρωτα
εκτρέφουν μια τεράστια αντενεργό φιλολογία: ο έρωτας αναπαριστάνεται,
ανάγεται σε μιαν αισθητική των επιφάσεων (σε τελική ανάλυση, ο Απόλλων
είναι αυτός πού συγγράφει τα ερωτικά μυθιστορήματα). Ως αντισημείο, το
σ’ αγαπώ ανήκει στην περιοχή του Διονύσου: το βάσανο δε γίνεται
αντικείμενο άρνησης (το ίδιο ισχύει και για το παράπονο, την αηδία, τη
μνησικακία), αλλά απλώς, δια της προφοράς, δεν εσωτερικεύεται: λέω σ’
αγαπώ (και το επαναλαμβάνω), σημαίνει εξοβελίζω το αντενεργό στοιχείο,
το παραπέμπω στον κουφό και θρηνώδη κόσμο των σημείων – των λεκτικών
περιστροφών (κόσμο πού δεν παύω, ωστόσο, ποτέ να διασχίζω).
Ως προφορά, το σ’ αγαπώ ανήκει στην περιοχή της δαπάνης. Όσοι
αποζητούν την προφορά της λέξης (λυρικοί, ψεύτες, πλανήτες), είναι
υποκείμενα της Δαπάνης: δαπανούν τη λέξη, σάμπως να ήταν ιταμό
(ποταπό) πράγμα ή επανάκτηση της σε οποιοδήποτε χώρο. Βρίσκονται στο
ακραίο όριο της γλώσσας, εκεί όπου ή ίδια ή γλώσσα (και ποιος άλλος θα
το ‘κάνε στη θέση της;) αναγνωρίζει πως είναι ανέγγυος, πώς δουλεύει
χωρίς προστατευτικό δίχτυ.

*Από την γαλλική έκδοση » Fragments d’un discours amoureux » του Seui 1977.
Θα δημοσιεύσουμε ακόμη κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο – Αποσπάσματα
ερωτικού Λόγου του κορυφαίου δοικιμιογράφου -σημειολόγου ου περασμένου
αιώνα Ρολάν Μπάρτ σαν βοηθήματα γιά εκείνες κι όσους επιμένουν να
γράφουν ερωτικά στα αγαπημενα τους πρόσωπα έστω και ηλεκτρονικά άν και
«ραβασάκι» μη χειρόγραφο δεν νοείται σαν τέτοιο .

Aύριο η συνέχεια και το τέλος με την ερωτική αποχαύνωση (φαινόμενο
σπανιότατο ειδικά στο ερωτογενές νησί μας)
στην εικόνα » Οι εραστές «του Ρενέ Μαγκρίτ.

—————————————————————————————————————————————–

46253073_2192612314091185_4723706981779505152_n

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΕΡΩΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ
Σ ‘ Αγαπώ
*(3η Συνέχεια )
του Ρολάν Μπάρτ

Σ’ Αγαπώ

Η λέξη (ή φράση-λέξη) ΕΧΕΙ ΜΟΝΟ ΝΟΗΜΑ τη στιγμή πού την ξεστομίζω.
Δεν υπάρχει μέσα της άλλη πληροφορία πέρα απ’ αυτά πού δηλώνει άμεσα: καμιά διαφύλαξη, καμιά αποθήκευση νοήματος.
Τα πάντα περιέχονται στην εκστόμιση: πρόκειται για ένα «φραστικά τύπο»,
πού όμως δεν αντιστοιχεί σε κανένα τυπικό’ οι συνθήκες υπό τις όποιες λέω σ’ αγαπώ δ
εν μπορούν να ταξινομηθούν:
το Σ» ΑΓΑΠΩ ΕΙΝΑΙ. ΑΠΕΡΙΣΤΑΛΤΟ και ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΟ

Σε ποια γλωσσική τάξη ανήκει, λοιπόν, αυτή ή αλλόκοτη οντότητα, αυτό το γλωσσικό τέχνημα, το υπερβολικά φρασεοποιημένο για να σχετίζεται με την ενόρμηση, το υπερβολικά κραυγαλέο για να σχετίζεται με τη φράσης
Δεν πρόκειται ούτε για εκατό τοις εκατό εκφερόμενο (μέσα του δεν υπάρχει κανένα μήνυμα απολιθωμένα αποθηκευμένο, μουμιοποιημένο, έτοιμο να υποστεί ανατομία),
ούτε για εκφορά (τα υποκείμενο δεν υποκύπτει στον εκβιασμό του παιχνιδιού της συνομιλίας). σχήμα αυτό θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε προφορά.
Στην προφορά δεν υπάρχει επιστημονική διάσταση: το σ’ αγαπώ δεν εξαρτάται ούτε από τη γλωσσολογία ούτε από τη σημειολογία.
Διέπουσα αρχή του (δάση για να το εκφράσουμε) θα ήταν μάλλον ή Μουσική. «Όπως ακριβώς στο τραγούδι, έτσι και στην προφορά του σ’ αγαπώ, ο πόθος ούτε απωθείται (όπως στο εκφερόμενο) ούτε αναγνωρίζεται (εκεί πού δεν το περιμένεις, όπως στην εκφορά), αλλά απλώς γίνεται αντικείμενο ηδονής.
Η ΗΔΟΝΗ ΔΕ ΛΕΓΕΤΑΙ ΟΜΩΣ Η ΙΔΙΑ ΜΙΛΑ και ΛΕΕΙ Σ’ ΑΓΑΠΩ

4. Για τα σ’ αγαπώ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΛΛΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ κοσμικού χαρακτήρα: «εγώ όχι», «δε σε πιστεύω», «γιατί μου το λες;», κτλ. Όμως ή πραγματική απόρριψη περιέχεται στην απόκριση: «δεν υπάρχει απάντηση». Καταργούμαι ανέκκλητα όταν απορρίπτομαι όχι μόνον ως αιτών αλλά και ως ομιλούν υποκείμενο (υπό την τελευταία ιδιότητα εξουσιάζω τουλάχιστον τους φραστικούς τύπους). Μου αρνούνται όχι την αίτηση μου, αλλά τη γλώσσα μου, τον έσχατο μυχό της ύπαρξής μου. Ως προς την αίτηση, μπορώ να περιμένω, να την επαναφέρω, να τη διατυπώσω εκ νέου. Άλλα όταν μου αποστερούν την εξουσία να ρωτώ, είμαι σαν πεθαμένος για πάντα. «Δεν υπάρχει απάντηση», διαμηνύει ή Μητέρα, μέσω της Φρανσουάζ, στο νεαρό προυστικό αφηγητή, ο όποιος ταυτίζει τότε τον εαυτό του με τη «δύστυχη κόρη» που την ξεφορτώνεται ο θυρωρός του εραστή της: η Μητέρα δεν είναι απαγορευμένη, είναι περίφρακτη, κι εγώ τρελαίνομαι.

5. Σ’ αγαπώ. – ΚΙ ΕΓΩ .

Το κι εγώ δεν είναι ΕΝΤΕΛΗΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ , γιατί το εντελές δεν μπορεί παρά να είναι τυπικό, κι εδώ ο τύπος είναι λειψός, με την έννοια ότι δεν επαναλαμβάνει κατά γράμμα την προφορά – και είναι ίδιον της προφοράς να υπάρχει κατά γράμμα. ‘Ωστόσο, ως φαντασίωση έστω, ή απάντηση αύτη αρκεί για να μπει σε κίνηση ένας ολόκληρος λόγος της αγαλλίασης: αγαλλίασης πολύ πιο έντονης αφού προκύπτει από μια μεταστροφή: ο Σαιντ-Πρε ανακαλύπτει ξαφνικά, ύστερα από κάποιες αφ’ υψηλού αρνήσεις, ότι ή Ζυλί τον αγαπά.
Είναι ή τρελή αλήθεια, πού δεν προκύπτει από συλλογισμό, αργή προετοιμασία, αλλά από έκπληξη, έγερση (σατόρι), μεταβολή. Το προυστικό παιδί – ζητώντας να ‘ρθει ή μητέρα του να κοιμηθεί στο δωμάτιο του – θέλει ν’ αποκτήσει αυτό το κι εγώ: το θέλει τρελά, με τον τρόπο ενός τρελού. Και το κερδίζει τελικά ένεκα μεταστροφής, συγκεκριμένα χάρη στην παράξενη απόφαση του Πατέρα, πού του παραχωρεί τη Μητέρα («Πες, λοιπόν, στη Φρανσουάζ να σου ετοιμάσει το μεγάλο κρεβάτι και κοιμήσου απόψε μαζί του»).

6. «Έχω τη φαντασίωση αυτού πού εμπειρικά είναι ανέφικτο: οι δύο προφορές μας ΞΕΣΤΟΜΙΖΟΝΤΑΙ
ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ή μια δεν έπεται της άλλης, για να πεις ότι εξαρτάται απ’ αυτήν. Ή προφορά δε θα μπορούσε να είναι διπλή (υποδιπλασιασμένη): το μόνο πού της αρμόζει είναι η ενιαία αστραπή, όπου σμίγουν δύο δυνάμεις (αν παρέμεναν χωριστές, αφιστάμενες, δε θα ξεπερνούσαν το όριο μιας συνηθισμένης συμφωνίας). Γιατί ή ενιαία αστραπή, επιτυγχάνει αυτό το ανήκουστο: καταργεί κάθε έννοια λογιστικής. Ή ανταλλαγή, το δώρο, ή κλοπή (οι μόνες γνωστές μορφές της οικονομίας) προϋποθέτουν, καθεμιά με τον τρόπο της, ετερογενή αντικείμενα και μια χρονική απόσταση: ανταλλάσσω τον πόθο μου με κάποιο άλλο πράγμα – προς τούτο απαιτείται πάντα ο χρόνος της μεταβίβασης. Με την ταυτόχρονη προφορά θεμελιώνεται μια κίνηση πού το πρότυπο της είναι κοινωνικά άγνωστο, αδιανόητο: ούτε ανταλλαγή, ούτε δώρο, ούτε κλοπή, η προφορά μας, πού εκδηλώνεται με τη μορφή διασταυρούμενων πυρών, ορίζει μια δαπάνη πού δεν επιρρίπτεται πουθενά και πού ο συμμερισμός της αναιρεί οποιαδήποτε σκέψη περί σχηματισμού αποθεμάτων: ο ένας, μέσω του άλλου, εισδύουμε στην περιοχή του απόλυτου υλισμού.

7. ΤΟ ΚΙ ΕΓΩ ΕΓΚΑΙΝΙΑΖΕΙ ΜΙΑ ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ : οι παλαιοί κανόνες καταρρέουν, τα πάντα είναι δυνατά – ακόμη κι αυτό: να αρνηθώ να σε κατέχω.

Κοντολογίς, πρόκειται για μια επανάσταση – πού δεν απέχει, ίσως, από την πολιτική επανάσταση: γιατί, και στη μια και στην άλλη περίπτωση, ή φαντασίωση μου έχει να κάνει με το απόλυτο Νέο: ο (ερωτικός) ρεφορμισμός δε με διεγείρει. και ή αποθέωση του παράδοξου είναι πώς αυτό το αμιγές Νέο βρίσκεται στην άκρη του πιο φθαρμένου στερεότυπου (μόλις χτες το βράδυ το άκουγα να προφέρεται και πάλι σ’ ένα θεατρικό έργο της Σαγκάν: μια βραδιά στις δυο, ακούς στην τηλεόραση να λένε: σ’ αγαπώ).

8. – Κι αν το σ’ αγαπώ δεν το ερμήνευα; «Αν δεν έβλεπα την προφορά ως σύμπτωμα;

– Κακό δικό σας: δεν τονίσατε εκατό φορές ΤΟ ΑΦΟΡΗΤΟ ΤΗΣ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ την ανάγκη να ξεφύγεις απ’ αυτήν; «Αν γυρεύετε τη «γιατρειά», πρέπει να πιστεύετε στα συμπτώματα και ως ένα απ’ αυτά να θεωρήσετε και το σ’ αγαπώ. Πρέπει να ερμηνεύετε, πάει να πει, στο τέλος-τέλος, να υποτιμάτε.

– Τι να σκεφτούμε, τελικά, για το βάσανο; Πώς να το συλλογιστούμε, να το αξιολογήσουμε; Το βάσανο ανήκει αναγκαστικά στην περιοχή του κακού; Το ερωτικό βάσανο δεν επιδέχεται, άραγε, παρά μόνο μια αντενεργό υποτιμητική (πρέπει να υποταχθώ στην απαγόρευση) αντιμετώπιση; Μπορούμε, αντιστρέφοντας την αξιολόγηση, να φανταστούμε μια τραγική αντίληψη του ερωτικού βασάνου, μια τραγική κατάφαση του σ’ αγαπώ; Κι αν τοποθετούσαμε (επανατοποθετούσαμε) την (ερωτική) αγάπη στον αστερισμό του Δραστικού;

*Από την γαλλική έκδοση » Fragments d’un discours amoureux » του Seui 1977.
Θα δημοσιεύσουμε ακόμη κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο – Αποσπάσματα
ερωτικού Λόγου του κορυφαίου δοικιμιογράφου -σημειολόγου ου περασμένου
αιώνα Ρολάν Μπάρτ σαν βοηθήματα γιά εκείνες κι όσους επιμένουν να γράφουν ερωτικά στα αγαπημενα τους πρόσωπα έστω και ηλεκτρονικά άν και το «ραβασάκι» δεν νοείται ως μη χειρόγραφο

Το κλισέ είναι του Johann Van Der Merwe με τίτλο Punk Baby on the Way
Απομένουν δύο ερμηνευτικες ενοτητες και το κεφαλαιο περί ερωτικης αποχαυνωσης.

————————————————————————————————————————————–

45893053_2189879324364484_6845762765529808896_n

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΕΡΩΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ
Σ ‘ Αγαπώ
*(2η Συνέχεια )
του Ρολάν Μπάρτ

11/11/2018

Σ’ αγαπώ. Το σχήμα δεν αναφέρεται
στην ερωτική δήλωση, στην ομολογία,
άλλα στην επαναλαμβανόμενη προφορά της ερωτικής κραυγής.
Σαν περάσει ή ΠΡΩΤΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ «σ’ αγαπώ» δε θα πει ΠΙΑ ΤΙΠΟΤΕ
Είναι, απλώς, μια επανάληψη του παλαιού μηνύματος
(που ίσως μάλιστα να μη διοχετεύτηκε μέσα από τις λέξεις αυτές), πού γίνεται μ’ έναν τρόπο αινιγματικό γιατί φαντάζει τόσο ΚΕΝΟΣ !
Επαναλαμβάνω το μήνυμα ασχέτως καταλληλότητας των συνθηκών.
Έτσι, το μήνυμα βγαίνει από την κοίτη της γλώσσας, εκτροχιάζεται,
και τραβάει πού;
Δε θα μπορούσα να αναλύσω την έκφραση αυτή και να μη γελάσω.
Πώς!
Έχουμε, λοιπόν, από τη μια μεριά το «εγώ»,
από την άλλη το «εσύ»,
και στη μέση ένα λογικό (εφόσον λεκτικό) δεσμό αγάπης;
Ποιος δεν καταλαβαίνει ότι μια τέτοια ανάλυση, πού συμφωνεί ωστόσο με τη γλωσσολογική θεωρία, ΘΑ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΝΕ αυτό πού εκστομίζεται με μια
και μόνη κίνηση;

Το αγαπώ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ
(κι αν σχηματίζει τούτο οφείλεται μόνο μεταγλωσσικό τέχνημα): υποκείμενο και αντικείμενο συναρμόζονται μέσα στη λέξη τη στιγμή πού την προφέρουμε.
Το σ’ αγαπώ πρέπει να εννοηθεί (και εδώ: διαβαστεί) σαν να ήταν, π.χ.,η ουγγαρέζικη έκφραση πού δηλώνει μονολεκτικά: szeretlek.
Στην περίπτωση αυτή ή γαλλική γλώσσα, αποποιούμενη την ωραία της αρετή
πού λέγεται αναλυτικότητα, θα γινόταν μια γλώσσα συγκολλητική (γιατί περί συγκολλήσεως, ακριβώς, πρόκειται). Το συγκρότημα αυτό καταρρέει με την παραμικρή συντακτική αλλοίωση.
Κείται, σαν να λέμε, εκτός συντακτικού και δεν προσφέρεται σε κανένα δομικό μετασχηματισμό.
Δεν ισοδυναμεί διόλου με τα υποκατάστατα του, πού ο συνδυασμός τους, ωστόσο, θα μπορούσε να παραγάγει το ίδιο νόημα.
Είναι δυνατόν, μέρες ολόκληρες, να λέω σ’ αγαπώ, χωρίς ΠΟΤΕ ίσως να
μπορώ να περάσω στο «τον αγαπώ»:
ΑΡΝΟΥΜΑΙ να υποτάξω τον άλλον σε μια σύνταξη, σε μια κατηγορηματική διατύπωση, σε μια γλώσσα
(μόνη προϋπόθεση του σ’ αγαπώ είναι η απεύθυνσή του, ή επαύξησή του μ’ ένα κύριο όνομα: Αριάδνη, σ’ αγαπώ, λέει ο Διόνυσος).
—-///—
2. Το σ’ αγαπώ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΧΡΗΣΕΙΣ
Ή λέξη αυτή, όπως και οι λέξεις πού προφέρει το παιδί, δεν υπόκειται σε κανένα κοινωνικό καταναγκασμό. Μπορεί να είναι μια λέξη θεσπέσια, επίσημη, ανάλαφρη· μπορεί όμως να είναι και μια λέξη ερωτική, πορνογραφική.
Από κοινωνική άποψη πρόκειται για μια λέξη-μπαλαντέρ.
Το σ’ αγαπώ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ.
Καταργεί τις εξηγήσεις, τις διευθετήσεις, τις βαθμίδες, τις
λεπτολογίες. Κατά κάποιον τρόπο – άμετρο παράδοξο της γλώσσας -λέγοντας σ’ αγαπώ είναι σαν να παραδέχομαι ότι δεν υπάρχει κανένα θέατρο της ομιλίας, και ότι η λέξη αυτή είναι πάντα αληθής (δεν έχει άλλο αναφερόμενο από την προφορά της: είναι ένας τελεστικόςγλωσσότυπος).
Το σ’ αγαπώ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΕΡΑΝ..
Είναι ή λέξη της δυάδας (μητρικής, ερωτικής)· μέσα της, καμιά απόσταση, καμιά παραμόρφωση δεν έρχεται να χαράξει το σημείο- δεν είναι μεταφορά κανενός πράγματος.
Το σ’ αγαπώ δεν είναι φράση: δε μεταβιβάζει ένα νόημα, αλλά αγκιστρώνεται σε μια οριακή κατάσταση: «αυτήν όπου το υποκείμενο
αιωρείται σε μια σχέση αντικατοπτρισμού με τον άλλο». Είναι μια
.OΛΟΦΡΑΣΗ *
(Μόλο πού λέγεται δισεκατομμύρια φορές, το σ’ αγαπώ κείται εκτός λεξικού· είναι ένα σχήμα λόγου πού ο ορισμός του δεν μπορεί να υπερβεί την απλή τιτλοφόρηση.)
(Συνεχίζεται με άλλες 7 ερμηνείες του Σ’ αγαπώ και το κεφάλαιο της Ερωτικής Χαύνωσης )

*Από την γαλλική έκδοση » Fragments d’un discours amoureux » του Seui 1977.
Θα δημοσιεύσουμε ακόμη κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο – Αποσπάσματα
ερωτικού Λόγου του κορυφαίου δοικιμιογράφου -σημειολόγου ου περασμένου
αιώνα Ρολάν Μπάρτ σαν βοηθήματα γιά εκείνες κι όσους επιμένουν να
γράφουν ερωτικά στα αγαπημενα τους πρόσωπα έστω και ηλεκτρονικά άν και
έτω «ραβασάκι» μη χειρόγραφο δεν νοείται
O αναρτημένος πίνακας είναι «οι δύο ερωτευμένοι » του Βενσάν βάν
Γκόγκ φιλοτεχνημένος στην Άρλ το 1888.

** Παράδειγμα
Csak bajt hozol a fejemre, de azért szeretlek!
Σκετός μπελάς είσαι για μένα, αλλά σ’αγαπάω.

***https://en.wikipedia.org/wiki/Holophrasis
ολοφράσεις [holophrases]
Σύντομες φράσεις που αποτελούνται από μια λέξη ή απο δυο σύντομες λεξεις, που χαρακτηρίζουν το λόγο των πολυ μικρών παιδιών, στη μητρική ή στην ξένη γλώσσα, με τις οποίες προσπαθούν να ικανοποιήσουν τις επικοινωνιακές τους ανάγκες. Τέτοιες φράσεις είναι μπαμπά, μαμά, ελα δώ κλπ. και σιγά-σιγά αυξάνουν σε αριθμό λέξεων και γίνεται αντιληπτό ότι αποτελούνται από επιμέρους λέξεις.

—————————————————————————————————————————————

45719549_2187263317959418_1439258800908402688_n

ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΕΞ ΠΑΥΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΥΓΙΕΣ

9/11/2018

Από το Νόστιμον Ήμαρ αναπαράγουμε το κατατοπιστικό κείμενο της El Pais μεταφρασμένο από την Α.Μ Αρβανιτίδου *
——————————//————————-

Η ψυχαναγκαστική σεξουαλική συμπεριφορά συμπεριλήφθηκε πρόσφατα στην κατηγορία των ψυχικών διαταραχών στον κατάλογο της Διεθνούς Ταξινόμησης των Νόσων (ICD) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ).
Ορίζεται ως «ένα επίμονο σχέδιο αποτυχίας να ελέγξει κάποιος τις σεξουαλικές του επιθυμίες ή οι έντονες και επαναλαμβανόμενες σεξουαλικές παρορμήσεις του τον οδηγούν σε αυτήν την επαναλαμβανόμενη σεξουαλική συμπεριφορά.»
Προς το παρόν, δεν έχει προσδιοριστεί ακριβώς για το αν είναι διαταραχή ή εθισμός κι έτσι οι έρευνες παραμένουν ανοιχτές. Από τη στιγμή που το σεξ οδηγεί στην ευχαρίστηση θα μπορούσε να δημιουργήσει μια καταναγκαστική κι εθιστική συμπεριφορά όπως συμβαίνει με τα ναρκωτικά, το αλκοόλ ή τον καπνό.
Άλλωστε ο πειρασμός είναι για όλους και είναι εκεί. Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να ελέγξουν τις σεξουαλικές τους παρορμήσεις κι άλλοι που δεν μπορούν. Άλλοι που ελέγχουν το σεξ περισσότερο κι άλλοι λιγότερο κι αυτό αφορά τους πάντες.
Αλλά από πού ξεκινάει η κατάρρευση και η διαταραχή; Όταν η σεξουαλική ευχαρίστηση δεν είναι πλέον το κίνητρο που θα οδηγήσει στην επαναλαμβανόμενη πράξη αλλά το αν το αποφύγει θα προκαλέσει υπερβολική δυσαρέσκεια. Όταν δηλαδή το να μην καταναλώνεις παράγει ταλαιπωρία, αγωνία κι άγχος
. Όταν η ζωή αρχίζει να επηρεάζεται επειδή ο στόχος της κατανάλωσης γίνεται προτεραιότητα.
Ένας άνθρωπος εθισμένος στο σεξ μπορεί να αρχίζει να «βαριέται» με τον σύντροφό του ή να αυνανίζεται πιο συχνά ακόμα και να αφιερώνει περισσότερο χρόνο και χρήματα σε πορνογραφικές ταινίες και περιοδικά κάθε μέρα. Μπορεί να αρχίσει να παραμελεί την εργασία του και να ‘’κλειδώνει’’ τον εαυτό του σε σκέψεις αδιαφορώντας για τα παιδιά του ή για το καθιερωμένο δείπνο με την οικογένειά του. Να καθυστερεί να εργαστεί ή να ξοδεύει τον χρόνο του βλέποντας πορνό στο γραφείο. Μπορεί ακόμη να ξοδέψει όλα του τα χρήματα σε ιερόδουλες ή σε πορνογραφικές ταινίες εγκαταλείποντας εντελώς τις υποχρεώσεις του. Αν και δεν μας αρέσει να κολλάμε την ετικέτα του ασθενή, σίγουρα οι επαγγελματίες της ψυχικής υγείας θα πρέπει κάπως να τους ορίσουν γιατί αφενός είναι επικίνδυνο κι αφετέρου ταλαιπωρεί την οικογένειά του και το περιβάλλον του.
Ένας άνθρωπος εθισμένος στο σεξ μπορεί να καταστρέψει τη ζωή του
Αυτή η παθολογική κατάσταση επηρεάζει περίπου το 6% του δυτικού πληθυσμού και είναι συχνότερη στους άντρες ως άμεσοι καταναλωτές όπως κι εκείνοι που έχουν ήδη άλλους εθισμούς, όπως τα τυχερά παιχνίδια γιατί φαίνεται να είναι περισσότερο ευάλωτοι. Ακόμη συναντάται σε άνδρες που επιζητούν υποχρεωτικά τις υπηρεσίες ‘’εργατών του σεξ’’ υπό την επήρεια ναρκωτικών και ειδικά της κοκαΐνης. Ας το παραδεχτούμε: Το να δείξεις υποστήριξη στο ταίρι σου όταν είναι εθισμένος στον τζόγο ή στα ναρκωτικά είναι πολύ δύσκολο. Το να αποδέχεσαι όμως τις σεξουαλικές του ορμές και να του παρέχεις μόνιμα αυτή την ‘’υπηρεσία’’ ξεπερνά τα όρια υποστήριξης γιατί επηρεάζει την ίδια σου την αντίληψη για τον εαυτό σου.
Υπάρχουν γυναίκες που επεμβαίνουν και τροποποιούν το σώμα τους, προσθέτουν όγκο στο μαστό τους, κάνουν διάφορα τατουάζ προκειμένου να γίνουν πιο ελκυστικές. Υπάρχουν άνδρες που υποφέρουν από ανικανότητα επειδή δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τον/την σύντροφό τους. Μερικές φορές κάνουν διάφορες απεγνωσμένες προσπάθειες να προσφέρουν ερωτικά παιχνίδια τα οποία στο τέλος το μόνο που καταφέρνουν είναι να κάνουν το ζευγάρι να μην αισθάνεται άνετα. Αυτή η ανασφάλεια, εν συντομία, είναι έντονα οδυνηρή και προκαλεί θλίψη, θυμό και μίσος.
Η κατανόηση και η συγχώρεση προς έναν άνθρωπο εθισμένο στο σεξ μπορεί να θεωρηθεί ως μια πράξη ηρωική, που όμως δεν είναι όλοι διατεθειμένοι να αναλάβουν. Η σημασία της αναγνώρισης αυτού του προβλήματος ως «διαταραχή της υγείας» ορίζει την πιθανότητα ότι όσοι έχουν αφεθεί να απολαύσουν το σεξ και έχουν υποφέρει, ζητήσουν βοήθεια. Το να αναγνωρίσει κάποιος την ασθένειά του τον απαλλάσσει από τις ευθύνες των πράξεών του όπως συμβαίνει και με άλλες ψυχικές ασθένειες ή σωματικές όσο και από το να απέχει από τη θεραπεία του όπως για παράδειγμα οι υπέρβαροι ή οι υπερτασικοί. Σαφώς, όμως, δεν μπορεί να δοθεί ελαφρυντικό από δικαστές ή ιατροδικαστές ότι αν ο πάσχων ξεφύγει από τα όρια του και φτάσει στο έγκλημα ότι όλα έγιναν εξαιτίας της νόσου του.
Δεν υπάρχει φυσική αιτία που εμποδίζει το άτομο να είναι τελικά υπεύθυνο για τη συμπεριφορά του.
Το να πούμε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι εθισμένοι θα είναι σαν να λέμε ότι νοσούν κι αυτοί που αυνανίζονται ή που βλέπουν πορνό. Όποιος αναζητά σεξ με μοναδικό σκοπό την απόλαυση δεν είναι εθισμένος. Το αν είναι ή δεν είναι κακό δεν είναι αντικείμενο μελέτης της ιατρικής.

Σ.Σ » Τ» *Η Άννα – Μαρία; Αρβανιτίδου είναι Ιστορικός Τέχνης και ζει στη Θεσσαλονίκη.
Τα τελευτάια χρόνια επιμελείται εκθέσεις ζωγραφικής και αρθρογραφεί. Οι έρευνές της αφορούν τη γυμνογραφία στην ελληνική ζωγραφική και πως η τέχνη ταυτίζεται με την κοινωνική απελευθέρωση. Τέχνη για όλους/ες.
Η φωτό είναι από την αφίσσα του τρέηλερ της ταινίας Nympomaniac του Τρίερ

—————————————————————————————————————————————-

45304575_2180478681971215_8248360262470467584_n

H EΡΩΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ *
του Ρολάν Μπάρτ

4/11/2018

ΕΠΙΣΤΟΛΗ. Το σχήμα αναφέρεται στην ιδιαίτερη διαλεκτική της ερωτικής επιστολής. Ή ερωτική επιστολή είναι κενή (κωδικοποιημένη) και ταυτόχρονα εκφραστική (φορτισμένη με την επιθυμία να σημάνει τον πόθο).

1. Όταν ο Βέρθερος (πού υπηρετεί «παρά τω Πρέσβει») γράφει στην Καρλότα, ή επιστολή του ακολουθεί το έξης πλάνο:
1. Τι χαρά να σε σκέφτομαι!
2. Βρίσκομαι εδώ σ’ έναν κύκλο κοσμικό και, δίχως εσένα, νιώθω πολύ μόνος. 3. Συνάντησα κάποιαν (π.χ., τη δεσποινίδα Β…) πού σου μοιάζει, και με την όποια μπορώ να κουβεντιάζω για σένα.
4. Εκφράζω την ευχή να ξανανταμώσουμε. – Μια και μόνη πληροφορία παραλλάσσεται σαν θέμα μουσικό:
σε σκέφτομαι.

Τι θα πει «σκέφτομαι κάποιον»;
θα πει: τον λησμονώ (χωρίς λήθη είναι ανέφικτη ή ζωή)
και αφυπνίζομαι συχνά από τούτη τη λησμονιά.
Πολλά πράγματα, με τρόπο συνειρμικό, σε επαναφέρουν στο λόγο μου.
«Σε σκέφτομαι» δε σημαίνει τίποτ’ άλλο έξω απ’ αύτη τη μετωνυμία.
Γιατί, καθαυτή, τούτη ή σκέψη είναι κενή: δε σε σκέφτομαι· απλώς, φροντίζω να σε κάνω να επιστρέψεις (σε βαθμό ευθέως ανάλογο μάλιστα με το πόσο σε λησμονώ).
Αύτη τη μορφή (αυτό το ρυθμό) ονομάζω «σκέψη»:
δεν έχω να σον πω τίποτε μόνο πού αυτό το τίποτε σε σένα είναι πού το λέω:
«Γιατί, ξανά, καταφεύγω στη γραφή;
Αγαπημένη, μη με ρωτάς τόσο αδυσώπητα
Γιατί ειν’ αλήθεια πώς τίποτε δεν έχω να σου πω
. Άλλα, τ’ αγαπημένα χέρια σου, όπως και να ‘ναι,
θα δεχτούν το σημείωμα αυτό».
(«Να σκεφτώ τον Ύμπέρ» γράφει, κωμικά, στο σημειωματάριο του ο αφηγητής των ‘Ελών, πού είναι το βιβλίο του Τίποτε.)

«Καταλάβετε», γράφει ή μαρκησία ντε Μερτέιγ,
«πώς όταν γράφετε σε κάποιον, το κάνετε γι’ αυτόν κι όχι για σας.
Έτσι, επιδίωξη σας δεν πρέπει να είναι να του πείτε αυτό πού σκέφτεστε εσείς, αλλά αυτό πού αρέσει περισσότερο σ’ εκείνον.
Ή μαρκησία δεν είναι ερωτευμένη, γι’ αυτό υποστηρίζει την αλληλογραφία, δηλαδή μια τακτικού χαρακτήρα επιχείρηση, προορισμένη να προασπίζει θέσεις, να διασφαλίζει κατακτήσεις.
Ή επιχείρηση αυτή οφείλει να αναγνωρίσει τους τόπους (τα υποσύνολα) του αντίπαλου συνόλου – πάει να πει, να κατακερματίσει την εικόνα του άλλου σε διάφορα σημεία πού θα επιχειρήσει να θίξει ή επιστολή (πρόκειται, λοιπόν, για μιαν αντιστοιχία, με τη μαθηματική, σχεδόν, έννοια του όρου). ‘Όμως, για τον ερωτευμένο, ή επιστολή δεν έχει τακτική άξια: είναι καθαρά εκφραστική – για την ακρίβεια, κολακευτική (αλλά ή κολακεία

εδώ δεν είναι διόλου ιδιοτελής: είναι άπλα και μόνο ή λαλιά της αφοσίωσης). Εμπλέκομαι με τον άλλον σε μια σχέση όχι σε μιαν αλληλογραφία: ή σχέση διασυνδέει δυο εικόνες. Είσαι παντού, ή εικόνα σου είναι ολική, γράφει, με διάφορους τρόπους, ο Βέρθερος στην Καρλότα.

Ως πόθος, ή ερωτική επιστολή προσμένει την απάντηση.
Επιβάλλει έμμεσα στον άλλον να αποκριθεί, διαφορετικά ή εικόνα του αλλοιώνεται, γίνεται άλλη.
Αυτό το εξηγεί αυστηρά ο νεαρός Φρόιντ στη μνηστή του:
«Δε θέλω, ωστόσο, να παραμένουν μονίμως αναπάντητα τα γράμματα μου. θα σταματήσω αμέσως να σου γράφω αν δε μου απαντήσεις.
Συνεχείς μονόλογοι γύρω από ένα πλάσμα αγαπημένο, πού δεν τους διορθώνει ούτε τους τροφοδοτεί το πλάσμα αυτό, οδηγούν σε σφαλερές απόψεις ως προς τις αμοιβαίες σχέσεις.
Έτσι, γινόμαστε πια ξένοι ο ένας για τον άλλον όταν ξαναβρισκόμαστε, κι ανακαλύπτουμε πώς τα πράγματα είναι διαφορετικά απ’ ό,τι τα φανταζόμασταν μην έχοντας καμιά επιβεβαίωση».
(Αυτός πού θα αποδεχόταν τις «αδικίες» της επικοινωνίας, αυτός πού θα συνέχιζε να μιλά ανάλαφρα, τρυφερά, χωρίς να εισπράττει απάντηση,
αυτός θα κατακτούσε μιαν υψηλή βαθμίδα κυριαρχίας:
την κυριαρχία πού χαρακτηρίζει τη Μητέρα.)

* Σ.Σ Τ : Από την γαλική έκδοση » Fragments d’un discours amoureux » του Seui 1977.
Θα δημοσιεύσουμε καθημερινά κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο του κορυφαίου δοικιμιογράφου -σημειολόγου ου περασμένου αιώνα Ρολάν Μπάρτ σαν βοηθήματα γιά εκείνες κι όσους επιμένουν να γράφουν ερωτικά στα αγαπημενα τους πρόσωπα έστω και ηλεκτρονικά άν και έτω «ραβασάκι» μη χειρόγραφο δεν νοείται

Ο πίνακας του 1755 σχεδιάστηκε από τον Αντόνιο Ροτάρι» Κορίτσι γράφει επιστολή » και βρισκεται στο Norton Simon Museum στην Πασαντένα της Καλιφόρνια.