Tarantella alla mattina apena alzata

47075503_2212967482055668_598966715941912576_n

ΝΟΙΩΘΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΠΕΙΛΗ…
από τις γιορτάδες να πλησιάζει…

28/11/2018

Καλωσορίζουμε τη σημερινή βροχερή Τετάρτη μέ στίχους της Έμιλυ Ελίζαμπεθ Ντίκινσον για το μήνα που εκπνέει
που αποτελεί μαζί με τον Ουώλτ Ουίτμαν, τους πιο αναγνωρισμένους και αντιπροσωπευτικούς Αμερικανούς ποιητές του 19ου αιώνα.
Μόνον πέντε ποιήματα της εκδόθηκαν εν ζωή τα τρία ανώνυμα και τ΄άλλα εν αγνοία της η εργογραφία της άνοιξε μετά το το θανατό της σε ηλικία 56 ετών που έμενε κλεισμένη μαζί της στο σπίτι των γονιών της στο Άμερστ του Χαμσάιρ

Η Μέρα συνέχεια μίκραινε, πιεσμένη

Από μια Νύχτα κυρτωμένη και πρόωρη

Το Απόγευμα έριχνε το λιγοστό του Κίτρινο
Στο βαθύ Δειλινό-

Οι Άνεμοι έβγαλαν τις πολεμικές τους συνήθειες

Τα Φύλλα ζήτησαν άδεια και την πήραν-

Ο Νοέμβρης κρέμασε το Γρανιτένιο Καπέλο του
Πάνω σε καρφί Βελουδένιο.

Ένας αιώνας παρά δυό χρόνια μας χωρίζουν από αυτή τη φωτογραφία έξω από το Μπλουμινγκντέηλ στο εμπορικό κέντρο του Μανχάταν όπως και το απεικονιζόμενο ζευγάρι
οι ελάχιστοι έχοντες θα αρχίσουν να προγραμματίζουν τα δώρα να ψωνίζουν τις απαραίτητες αχρηστίες τους για τις «γιορτές γής» των αρχαίων ελλήνων που πλησιάζουν απειλητικά και ολύς κόσμος σκέφτεται να εξαφανιστεί αλλά δεν μπορεί να φτάσει με το καράβι μέχρι απέναντι…

—————————————————————————————————————————————–

39616342_2076030112416073_3531589326456487936_n

ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ 
ΣΤΗ ΖΩΗ

21/8/2018

Ο Αντώνης Σουρούνης θυμάται πώς μια μέρα, αποφασίζοντας να κάνει όχι διακοπές αλλά διακοπή στη ζωή που ζούσε μέχρι τότε, γύρισε το διακόπτη κι έφυγε. Μόνος
—————————-///————————-

Κάποτε τη λέξη «διακοπές» τη χρησιμοποιούσαν για το φως και το νερό που κάθε τόσο σταματούσαν.
Ήταν από τα κακά που συνόδευαν εκείνη την εποχή. Σήμερα οι άνθρωποι τη χρησιμοποιούν για την ίδια τους τη ζωή.
Είναι από τα καλά που συνοδεύουν αυτή την εποχή. Ή τουλάχιστον θα μπορούσε να είναι. Γιατί, ενώ οι πρώτες ήταν καθημερινές και αναπάντεχες, των ανθρώπων είναι ετήσιες και προγραμματισμένες. Τόσο προγραμματισμένες, ώστε προτού ακόμα τελειώσουν αυτές, αρχίζουν να καταστρώνονται οι άλλες, του επόμενου χρόνου. Συνήθως από ένα εύθυμο επιτελείο. Από τι διακόπτει λοιπόν κανείς για να κάνει διακοπές; Νομίζω από την τύφλα του τη μαύρη. Για να ξαναγυρίσει ύστερα από ένα μήνα πάλι σ’ αυτήν. Την εποχή που το φως και το νερό έκαναν επίσης διακοπές, μ’ έστελνε η μάνα μου μ’ ένα βάζο ν’ αγοράσω ταχίνι.
Ήταν ένας ισόγειος και σκοτεινός χώρος στην οδό Κασσάνδρου με χωμάτινο δάπεδο, όπου, πιασμένο μ’ ένα μακρύ δοκάρι, γύριζε γύρω γύρω ένα τυφλωμένο άλογο. Συνέχεια.
Κάπου κάπου ο γέρος που ζούσε εκεί μέσα το έβγαζε στην αυλή να πάρει αέρα και ξανά πάλι στο μαγκανοπήγαδο.
Στο σπίτι απορούσαν που δεν έβαζα ταχίνι στο στόμα μου.
«Πρώτη φορά ζούσα κοντά στη φύση.
Κοιμόμουν και ξυπνούσα με τα πλάσματα εκείνα που δε νοιάζονται για την αποταμίευση παρά μόνο για την καθημερινή τους τροφή».
Όταν μεγάλωσα, βρέθηκα συχνά σε παρόμοιες δουλειές μ’ εκείνη του αλόγου.
Κι επειδή εμάς απαγορευόταν να μας τυφλώσουν, έπρεπε να τυφλωθούμε από μόνοι μας, για να μπορούμε να συνεχίσουμε τους ατέλειωτους γύρους μας. Μια μέρα λοιπόν είπα να κάνω όχι διακοπές αλλά διακοπή στ
η ζωή που ζούσα μέχρι τότε. Γύρισα το διακόπτη κι έφυγα. Μόνος. Όχι για ένα μήνα αλλά για τρία χρόνια. Πρώτη φορά ζούσα κοντά στη φύση. Τι λέω κοντά, μέσα της καλύτερα.
Κοιμόμουν και ξυπνούσα ταυτόχρονα με τα πλάσματα εκείνα που δε νοιάζονται για την αποταμίευση παρά μόνο για την καθημερινή τους τροφή. Ήξερα ότι μπορεί να επιβιώσει κανείς με ελάχιστα χρήματα ή και καθόλου, όμως να μπορεί μαζί να είναι και τόσο ευτυχισμένος δεν το ήξερα. Και την αληθινή ευτυχία εκεί την έμαθα. Ήταν σα να φοιτώ σ’ ένα σχολείο με χίλιους δασκάλους και με μόνο μαθητή εμένα.
Είχα ξετυφλωθεί τελείως και μπορούσα να βλέπω τα πράγματα που με πλησίαζαν και τ’ άλλα που με απέφευγαν. Προπαντός αυτά.
Επέστρεψα κάποτε έχοντας στην τσάντα μου γραμμένες εβδομήντα σελίδες όλες κι όλες.
Οι γνωστοί μου, που περίμεναν να γράψω τόμους και τόμους, απογοητεύτηκαν. Με κατηγόρησαν ότι έχασα τρία χρόνια απ’ τη ζωή μου παρακολουθώντας τα δέντρα και τη θάλασσα.
Η αλήθεια είναι ότι παρακολουθούσα και τις γάτες, αλλά θεώρησα φρόνιμο να μην τους το πω.
Στα τρία αυτά χρόνια είχα αλλάξει τόσο πολύ, που και οι ίδιοι χρειάστηκαν τον ίδιο χρόνο για να το διαπιστώσουν. Σήμερα δε χρειάζομαι πια διακοπές.
Γιατί να διακόψεις κάτι όταν σου αρέσει τόσο πολύ;
Μπορείς να αλλάζεις τόπους, αλλά αν δεν κουβαλάς μαζί σου αυτή τη ζωή που διάλεξες, τότε τι θα κουβαλάς;
Στο κάτω κάτω πρέπει να χαρεί κι αυτή μαζί σου, αφού τόσα πολλά σου προσφέρει. Διαφορετικά την κλειδώνεις στο διαμέρισμά σου, γεμίζεις τη βαλίτσα με σώβρακα κι εξαφανίζεσαι για τριάντα μέρες από κοντά της. Κι όταν γυρίσεις, θα τη βρεις μπροστά σου έξαλλη, με σηκωμένη την τρίχα, να σε περιμένει για να σου κάνει το βίο αβίωτο.
Και θα ’χει και δίκιο.

// Από το βιβλίο -με 20 αφηγήματα- του Αντώνη Σουρούνη «Μισόν αιώνα άνθρωπος», εκδόσεις Καστανιώτη, 1996.

Τη καλημέρα μας με την μαγνητική Σοφία Κόπολλα σε πλάνο του Γιούργκεν Τέλλερ
του ανθρώπου που εξέλιξε τα editorial μόδας σε πραγματική τέχνη με απλούστατα μέσα…

——————————————————————————————————————————————

37574452_2024846097534475_8760753919627362304_n

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΚΥΡΙΑΚΗ

22/7/2018

Mουντή ξημέρωσε τουτη η ζεστή σχόλη που από το μεσημέρι μετράει την αντίστροφη μελαγχολία..λίγες αράδες από τον Κλείτο Κύρου για την ημέρα..
———————-//———————

Παραθαλάσσιο κέντρο/ καρέκλες και τραπέζια ξέχειλα από κόσμο

μουσική χειροκροτήματα/ ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά/τα παιδιά τρέχουν

στη θάλασσα σέρνονται φώτα/ τραγούδια/ (Σκέφτεσαι αμέσως Καρυωτάκη)

Στους δρόμους διαβαίνουν κορίτσια/ βραδιάζει/ οι εκδρομείς επιστρέφουν

με λουλούδια/ με λιοκαμένα πρόσωπα/ χαρούμενοι

(θλίβεσαι που έχασες μια Κυριακή)

Άγγλοι αντιπαθητικοί/ ένα ζευγάρι όμορφες γάμπες

μέσα σ’ ένα βιαστικό λεωφορείο/ Άλλος και φεύγουμε!

Λάμπες ασετυλίνης/ οι δρόμοι αδειάζουν

κορμιά κολλημένα στους τοίχους

λαχανιασμένοι ψίθυροι/ (νιώθουμε ξένοι, μόνοι πολύ μόνοι)

Ποιος θα μας σώσει/ ποιος θα μας ξεκουράσει

κατά πού να γυρίσουμε

(είμαστε νικημένοι

και τόσες Κυριακές μπροστά μας)

Τη καλημέρα μας με την αφίσσα του φίλμ » Σαββάτο βράδυ -Κυριακή πρωί» (1961) του Κάρελ Ρέιζ με τον μοναδικό Άλμπερτ Φίνεϋ και την Σίρλευ Άν Φίλντ , τα γουηκ έντ ενός εργάτη του Νότιγχαμ και της συντρόφου του που ψάχνουν λεφτά για την έκτρωση..τότε που το σινεμά αφηηγούνταν πραγματικές ιστορίες.
Kαλή διασκέδαση σε όσες/ους μπορέσουν κι αποδράσουν μακριά από τα καυτά σπίτια και τους φλεγόμενους δρόμους