ΣΒΟΥΡΑ

44826492_2162753043743779_7952623168248610816_n

ΕΝΑ ΧΑΜΕΝΟ ΜΕΤΑΛΛΙΟ ΑΝΔΡΕΙΑΣ

26/10/2018

Με το πέρασμα το χρόνου οι αναμνήσεις θολώνουν και
οι μνήμη μας παίζοντας διάφορα παιχνίδια παντρεύει
χαιρέκακα την άχαρη πεζή πραγματικότητα με γεγονότα και μορφές,
που πολύ θα θέλαμε να ‘χουμε ζήσει και γνωρίσει.
Ακόμα δεν ξέρω πόση αλήθεια έκρυβαν μέσα τους οι
ιστορίες του θείου μου για τον πόλεμο του ’40.
Αυτό που θυμάμαι πάντως είναι, ότι τις λάτρευα και με
ανυπομονησία περίμενα κάθε χρόνο, λίγο πριν το ξεμύτισμα της
εθνικής γιορτής,
καθισμένη στα πόδια του να τις ρουφάω λέξη πρός λέξη
. Κάθε φορά είχε κάτι καινούριο να μου πει, κάνοντας με να
νοιώθω περήφανη για τον ηρωισμό και τα κατορθώματά ενός
στενου συγγενή μου
. Με την παιδική αχαλίνωτη φαντασία μου τον έβλεπα ντυμένο
στα χακί να φεύγει ενθουσιασμένος καμαρωτός για το μέτωπο
αποχαιρετώντας το ζεστό σπιτικό και τους δικούς του ανθρώπους.
Εκεί, στη χιονισμένη Πίνδο αψηφώντας τις απάνθρωπες συνθήκες,
οδηγημένος από την νεανική τόλμη από τον νεανικό και το
πατριωτικούς ένστικτο οπλισμένος με το συγκεντρωτικό ΟΧΙ του
Ελληνικού λαού, πολέμησε τον εχθρό, τους Ιταλούς φασίστες ,
βάζοντας στην άκρη τις νεανικές ευαισθησίες , τρυφερά όνειρά
κοινωνικές φιλοδοξίες.
Πολύμηνη ήταν η παραμονή του στα σύνορα και γεμάτη
ταλαιπωρίες η επιστροφή του.
Η υποδοχή που του έκαναν ήταν ζεστή, στεφανωμένη με ένα
¨χρυσό μετάλλιο ανδρείας¨ δείγμα αναγνώρισης των ανωτέρων του,
γιά το πατριωτισμό, το ήθος και της λεβεντιά του.
Κάπου εκεί η διήγηση του θείου μου τελείωνε και
εγώ. ικανοποιημένη έτρεχα χαρούμενη να μεταφέρω όσα μπορούσα
περισσότερα στις φίλες και στα παιδιά της γειτονιάς μου μιάς
και είχαμε ένα γενναίο παρασημοφορημένο ήρωα στην οικογενειά
μας.
Τι κρίμα όμως !!
με το πέρασμα του χρόνου όλα ξεθώριασαν μαζί και οι
ιστορίες, που απλόχερα ύφαιναν την παιδική μου φαντασία.
Ανησυχίες και προβλήματα ήρθαν και τρύπωσαν στη
φορτωμένη δυσκολίες ζωή , αναγκάζοντας με να περιορίσω τις
πολύωρες νεανικές επισκέψεις στο θείο μου σε αραιές
ολιγόλεπτες τυπικές συναντήσεις.
Μετά από μια τέτοια μακρόχρονη απουσία μου, στα
μέσα ενός Φθινοπώρου, το ξαφνικό τηλεφώνημα της Ουκρανής, που
τον πρόσεχε, ξύπνησε μέσα μου τις παλιές εικόνες πλεγμένες από
ήχους, παραστάσεις και αρώματα των νεανικών μου χρόνων.
Τυλιγμένη το μανδύα της νοσταλγίας, αφήνοντας δίχως
δισταγμό πίσω μου: ρούχα ασιδέρωτα, μια στοίβα άπλυτα πιάτα στο
νεροχύτη και τα παιδιά μου στη γειτόνισσα. τράβηξα με θόρυβο
την εξώπορτα και παίρνοντας το πρώτο ταξί που βρήκα πήγα να
δω τον γερασμένο πια θείο μου.
Θέλοντας να τον κάνω να θυμηθεί και να τον βγάλω
από τη λησμονιά, που με κακία άπλωνε τα πλοκάμια τριγύρω του,
τον ρώτησα δυνατά στο αυτί.
– -Αλήθεια τι θυμάσαι από τον πόλεμο?
Πως άραγε αρχίζει εκείνη η ιστορία?
Και το μετάλλιο που πήρες όταν γύρισες τι έγινε και δεν το
βλέπω στη θέση του ?
Μια σπίθα άναψε στιγμιαία στα θολωμένα του μάτια και τα
τρεμάμενα χείλη του σάλεψαν και ψιθύρισαν:
– -Τελικά τίποτα δεν κερδίσαμε κορίτσι μου. !!
Τα μόνα που θυμάμαι είναι άψυχα παγωμένα κορμιά και ζεστό
κατακόκκινο αίμα.
Το μετάλλιο ανδρείας το έδωσα, γιατί ήταν τελικά επιβράβευση
της αγριότητας των ανθρώπων.
Όταν έφτασα στο μέτωπο και απέναντι μου αντίκρισα παιδιά
αμούστακα και φοβισμένα σαν εμένα,
τότε ένα γκρίζο σύννεφο σκέπασε τον πατριωτικό ενθουσιασμό μου.
Θέλησα να φύγω, να κρυφτώ, να μη σκοτωθώ.
Όμως η τιμωρία της λιποταξίας σε καιρό πολέμου ήταν σκληρή.
Ήμουν πολύ μικρός για να την αντέξω.
Τον άκουσα με απορία και απογοήτευση για τις
αλήθειες που πίστεψα μικρή και διαλύθηκαν απρόσμενα στην πρώτη
φθινοπωριάτικη βροχή.
Παγερή σιωπή απλώθηκε.
Η φωνή έσβησε στα χείλη του και το κοκκαλιάρικο
ρυτιδιασμένο χέρι του έσφιξε το δικό μου.
Ύστερα το κουρασμένο βλέμμα του σύρθηκε στους
τοίχους με τις παλιές ταπετσαρίες, για να σταματήσει επίμονα
στο καρφί,
που για χρόνια κρεμόταν το χρυσό του μετάλλιο.

—————————————————————————————————————————————-

44285639_2153449514674132_2853100719798484992_n

KOKKINO ΦΩΣ

19/10/2018

Πριν πέντε μέρες ο Πάνος πέθανε.
Το ‘μαθα τυχαία χθες σαν διάβασα το μισοσχισμένο κηδειόχαρτο, τ
ο κολλημένο στην κολόνα δίπλα στο περίπτερο, που αγοράζω
την Κυριακάτικη εφημερίδα μου.
– Έφυγε από καρδιά, είπε ένας περαστικός.
– Από το κακό, ψιθύρισε ένας άλλος.
– Από εγκεφαλικό, επέμενε ο περιπτεράς τοποθετώντας
κάποια ξενόγλωσσα περιοδικά στη θέση τους.
Δεν ήθελα ν’ ακούσω περισσότερα.
Με αργά βήματα πήρα το δρόμο για το αλσάκι της γειτονιάς μου.
Ήθελα να μείνω μόνη, να δακρύσω, να θυμηθώ.
Μάταια η προσπάθειά μου να ξαναφέρω στη μνήμη μου τη μορφή
του φίλου μου, όπως ήταν την τελευταία φορά που τον είδα.
Η θολή φιγούρα του μεσήλικα με την κοιλίτσα, τη
φαλάκρα και τα γυαλιά πρεσβυωπίας,
χανόταν από την εικόνα ενός ψιλόλιγνου μελαχρινού αγοριού με
πλούσια ατίθασα μαλλιά και ζωηρά μάτια.
Το Μάνο τον γνώρισα λίγους μήνες μετά τη γέννηση
μου, στις αρχές της δεκαετίας του ’60.
Η νταντά του, μια παχουλή με πλατύ χαμόγελο κοπέλα και η
αυστηρή μικρόσωμη μάνα μου μας βόλταραν με καμάρι μέσα στα
στολισμένα με κεντητές κουβερτούλες καροτσάκια μας.
Από τον καιρό που περπατούσαμε μας πήγαιναν για να
παίξουμε στο αλσάκι της γειτονιάς
κουβαλώντας μαζί με τα κουβαδάκια κι αργότερα τις
ποδοσφαιρικές μπάλες, τις κούκλες και τα ποδήλατα την
καθημερινή τους κούραση και τα προσχολικά τους προβλήματα.
Με ανακούφιση κάθονταν στο πέτρινο παγκάκι και ίδιες
τηλεοπτικές περσόνες μεσημεριάτικης εκπομπής αντάλλασσαν
κουτσομπολιά και συνταγές μαγειρικής ρίχνοντας που και που το
βλέμμα τους πάνω μας.
Εμείς απαλλαγμένοι έστω και λίγο από την άγρυπνη
ματιά τους, τρέχαμε ελεύθεροι, σκαρφαλώναμε στα δέντρα και
κάναμε βαρελάκια στο νοτισμένο χορτάρι.
Απίστευτες οι σκανδαλιές, που σκαρφιζόμαστε, πολλά τα παιχνίδια
που παίζαμε, τα μυστικά που μοιραζόμαστε εκείνα τα χρόνια.
Ο Μάνος ήταν ο αρχηγός, λίγο πιο πίσω του εγώ,
πιστή ακόλουθος, συνηθισμένη στην ιδέα να κερδίζει ο ήρωας μου
κι εγώ αδιαμαρτύρητα να χάνω. Στο άγγιγμα της εφηβείας οι
ανασφάλειες μ’ επισκέφτηκαν και οι επιτυχίες αγκάλιασαν το
Μάνο. Καλός μαθητής και αθλητής με κλίση στην κιθάρα και στο
τραγούδι απολάμβανε τον θαυμασμό των κοριτσιών και την παρέα
των φίλων του πηγαίνοντας μαζί τους σινεμά και συμμετέχοντας
σε εκδρομές και πάρτυ που οργάνωναν.
Τις ίδιες μέρες εγώ κλεισμένη στο γραφείο μου,
προσπαθώντας να λύσω τις ασκήσεις των μαθηματικών και της
χημείας και να αποστηθίσω τις ατελείωτες σελίδες ιστορίας,
πάλευα με τους δικούς μου δαίμονες και ταξίδευα σε τόπους
μυστικούς και μακρινούς που ποτέ δεν θα κατάφερνα να φτάσω.
Οι δρόμοι μας σιγά σιγά χώριζαν για να γίνουν
παράλληλοι στη φοιτητική και στην ενήλικη ζωή μας. Τυχαίες
ήταν πια οι συναντήσεις μας. Λιγοστά και τυπικά τα μεταξύ μας
λόγια.
Γι’ αυτό και άργησα να πληροφορηθώ το τελευταίο του
ταξίδι. Ρουφώντας τον πόνο της απώλειας του σκούπισα μηχανικά
το δάκρυ, που στέγνωσε και ρίχνοντας μια τελευταία ματιά, στο
μέρος που ύφανε τις αναμνήσεις μου, πήρα το δρόμο του
γυρισμού. Έπρεπε να βιαστώ. Ο άντρα μου θα είχε ήδη γυρίσει
από τον πρωινό καφέ στην πλατεία και θα περίμενε.
Αποχαιρετώντας το καταφύγιο των παιδικών μου χρόνων,
φορτωμένη μορφές και εικόνες έφθασα στο πεζόδρομο απέναντι από
το σπίτι μου.
Τη στιγμή που ήμουν έτοιμη να διασχίσω τον
πολυσύχναστο δρόμο, μια αγορίστικη φωνή ακούστηκε:
– Ένα, δύο, τρία κόκκινο φως.
Σταμάτησα και περίμενα
. Κανένας δεν φάνηκε.
Ένα αεράκι φύσηξε..
τύλιξα το κασκόλ γύρω από το λαιμό μου, έβαλα τα χέρια στις
τσέπες και προχώρησα.
Τότε η επιτακτική φωνή του αγοριού αντήχησε δυνατότερα.
– Στοπ!
Κουνήθηκες! Έχασες!

ΣΒΟΥΡΑ

—————————————————————————————————————————————–

43421448_2135684496450634_4542399438504591360_n

ΓΕΝΝΗΜΕΝΗ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΟΥ » ΟΧΙ»

6/10/2018

Γκρίζες μέρες, λευκές νύχτες κι ένα κουβάρι πολύχρωμα όνειρα.
Αυτή ήταν η ζωή της Θ.Μ , γνωστής ως Λόλα.
Την ημερομηνία γέννησής της δεν τη θυμόταν κανείς.
Η ίδια περηφανευόταν ότι γεννήθηκε στην επέτειο του ΟΧΙ στις
αρχές της δεκαετίας του Πενήντα.
Πατέρα δεν γνώρισε.
Οι γείτονες έλεγαν ότι κάποια νύχτα τον βρήκαν σφαγμένο σ’
ένα χαντάκι.
Τον έχασα από ¨Νεφτίτη¨ επέμενε η μάνα της, μια τροφαντή
γυναίκα, που τη μέρα έτρεχε από σκάφη σε σκάφη βγάζοντας
μπουγάδες
και τη νύχτα ξάπλωνε σε βρώμικα κρεβάτια χαρίζοντας για
λίγες μόνο δραχμές το κορμί της.
Ένα σαλάμι αέρος, μια χούφτα ελιές, ένα καρβέλι ψωμί
και σε εξαιρετικές περιπτώσεις κάνα ζαχαρωτό
ή κάνα λαχταριστό φρούτο, ήταν η ανταμοιβή της ανήλικης
Λόλας, που αδιαμαρτύρητα περίμενε μες το ανήλιαγο υπόγειο την
επιστροφή της υπερδραστήριας μάνας της.
Απαράδεκτη ζωή για ένα παιδί τόνιζαν οι
καλοντυμένες κυρίες της ενορίας.
Αξιοζήλευτη για μένα ψιθύριζα νιώθοντας ένα
τσιμπηματάκι ζήλειας, όταν την έβλεπα ξυπόλυτη
κι ελεύθερη απαλλαγμένη από κανόνες και πρέπει, να τρέχει στα
καντούνια της γειτονιάς μας.
Το ίδιο τσιμπηματάκι συνέχισε να με παιδεύει κι
αργότερα στην εφηβεία μου, όταν γεμάτη ανησυχίες κι ανασφάλειες
έτρεχα μετά το σχολείο από φροντιστήριο σε φροντιστήριο
έχοντας φορτωθεί στους ώμους μου το βραχνά των Πανελληνίων
εξετάσεων.
Αντίθετα η Λόλα πήγε μόνο στις δυο τάξεις του Δημοτικού.
Εκεί έμαθε ανάγνωση, γραφή και προσθαφαίρεση.
Προσόντα, που μαζί με το νοικοκυριό και το μαγείρεμα ήταν
αρκετά για να κάνουν τον Ανέστη ( πιστό αντίγραφο του
Κούρκουλου)
να τη στεφανωθεί στα δεκάξι της και την ίδια να βρει
δουλειά καθαρίστριας σε κεντρική πολυκατοικία της πόλης μας.
Περίπου πενήντα χρόνια σφουγγάριζε, σκούπιζε, καθάριζε και
θαύμαζε τα πολύφερνα αφεντικά της.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που με αφορμή κάποια
θελήματα ή τη μεταφορά μιας υπέρβαρης αποσκευής έβρισκε την
ευκαιρία
και τρύπωνε στα πολυτελή διαμερίσματα τους και φαντασιωνόταν
έστω για λίγο τη ζωή που τόσο ζήλευε.
Έβλεπε τον Ανέστη της πετυχημένο και ήρεμο με
καλοραμμένο κοστούμι και μεταξωτή γραβάτα να επιστρέφει τα
μεσημέρια από το γραφείο τους
και τα παιδιά τους καθαρά και χαρούμενα να παίζουν με
πανάκριβα παιχνίδια και να μαθαίνουν γαλλικά και πιάνο.
Η ίδια ξένοιαστη και ξεκούραστη απολάμβανε τα
πλούτη της πηγαίνοντας τα πρωινά σε κομμωτήρια, αίθουσες
αισθητικής και γυμναστήρια
και τα’ απογεύματα παίζοντας μπιρίμπα με τις φίλες της και
παίρνοντας μέρος σε φιλανθρωπικές οργανώσεις και τσάγια.
Όλες αυτές όμως οι σκέψεις της χάνονταν όταν
γύριζε σπίτι της και άκουγε τα γεμάτα παράπονα κλάματα των
παιδιών της
και τις φωνές του άντρα της, που εξαιτίας του αλκοόλ και
της κοινωνικής καταπίεσης γινόταν έξαλλος και ξεσπούσε επάνω
τους.
Τότε ήταν που καταλάβαινε πόσο δύσκολο της ήταν να
αλλάξει από μόνη της τη μίζερη ζωή της.
Η παρουσία στη βουλή προοδευτικών, μορφωμένων πολιτικών, έτοιμων
να βοηθήσουν στη λύση των προβλημάτων της εργατικής τάξης
ήταν απαραίτητη για την ποθητή αλλαγή.
Γι’ αυτό χρόνια ολάκερα ¨ψήφαε¨ με προσμονή αυτούς
που απλόχερα της έταζαν μια πιο ανθρώπινη ζωή και ένα
καλύτερο αύριο.
Την τελευταία φορά μάλιστα ήταν τυχερή.
Το αριστερό κόμμα που ψήφισε έβγαλε κυβέρνηση.
Η μελλοντική πραγματικότητα των ονείρων της έγινε ελπίδα και
φώλιασε στα σωθικά της.
Ανυποψίαστη πήγε στη συνεδρίαση της πολυκατοικίας που δούλευε.
Ήταν σχεδόν σίγουρη, ότι θα της έδιναν την αύξηση που από
καιρό είχε ζητήσει.
Η έκπληξή της ήταν μεγάλη όταν ο διαχειριστής την ευχαρίστησε
για τις πολυετείς υπηρεσίες της
και της τόνισε ότι για το ΚΑΛΟ της έπρεπε να ξεκουραστεί,
γι’ αυτό και στη θέση της είχαν ήδη προσλάβει μια πολύ
νεότερη και ικανότερη καθαρίστρια.
Δίχως καμιά αντίδραση κρατώντας το φακελάκι με το
τελευταίο της μεροκάματο έκλεισε τη βαρεία εξώπορτα πίσω της
και βγήκε στο νοτισμένο δρόμο.. ατελείωτη της φάνηκε η
διαδρομή για τις εργατικές κατοικίες.
Για πρώτη φορά πρόσεξε πόσα σκουπίδια υπήρχαν γύρω
της και το σκοτάδι που απλωνόταν στο διάβα της.
Μετά από ώρα με βαριά βήματα και ένα ανεπαίσθητο
πόνο στο στήθος έφθασε στην κάμαρη που για χρόνια ήταν το
σπίτι της.
Κάθισε βαριανασαίνοντας στο φθαρμένο βελούδινο καναπέ, έβαλε
στην τηλεόραση το αγαπημένο της σήριαλ, ήπιε δυο γουλιές
ξινισμένο κρασί και κάπνισε το τελευταίο της τσιγάρο.
Μετά έγειρε το κεφάλι της στον ώμο της, έκλεισε τα μάτια και
χαμογέλασε.
Νωρίς τα χαράματα μια παιχνιδιάρικη ηλιαχτίδα
γλίστρησε μες’ από το ραγισμένο τζάμι,
ακούμπησε δειλά το παγωμένο της πρόσωπο και της ψιθύρισε:
¨Περίεργο, εσένα πρώτη φορά σε συναντώ στο δρόμο μου¨
Ύστερα πέρασε πάνω από τα σκονισμένα έπιπλα με τα
κιτρινισμένα σεμέν, χάιδεψε τους μαυρισμένους από την υγρασία
τοίχους
και κάνοντας μια τελευταία πιρουέτα έφυγε.

ΣΒΟΥΡΑ